Σάββατο 14 Μαρτίου 2015

Στήν προσευχή ἡ ψυχή της εὕρισκε τήν ἀνάπαυσι....."


Γερόντισσα Μακρίνα εχε, πίσης, τό χάρισμα τς προσευχς, τήν ποία δη πό μικρό παιδί εχε «γκολπωθ». Στήν προσευχή ψυχή της ερισκε τήν νάπαυσι καί σέ ατήν μπιστευόταν λα τά ατήματά της. Κάποτε ζήτησε μέ δάκρυα πό τόν Θεό νά τς δείξη πς πρέπει νά προσεύχεται, οτως στε προσευχή νώπιόν Του νά εναι καθαρή καί πηλλαγμένη πό τήν οησι, γιά νά μπορ νεμπόδιστα προσευχόμενος νά νώνεται μέ τόν Θεό. κενο τό βράδυ τς παρουσιάσθηκε γγελος Κυρίου μέ λόλευκη στολή, ποος τήν δίδαξε πς πρέπει νά προσεύχεται νθρωπος ναλόγως πρός τίς πνευματικές καταστάσεις του.
Συμφώνως μέ τίς ποδείξεις το γγέλου, ταν ψυχή ασθάνεται τήν τελεία γάπη πρός τόν Θεό, νθρωπος ψώνει τά χέρια του ψηλά.
ταν κυριαρχον ντός του ταπείνωσι καί μνήμη τν Παθν το Κυρίου, νθρωπος σταυρώνει τά χέρια καί σκύβει τό κεφάλι.
ταν ψυχή πό τόν πόλεμο τν παθν νοιώθη τήν κρα ταπείνωσι, τότε νθρωπος προσεύχεται μέ τά χέρια πίσω, σάν κατάδικος.
Κατόπιν γγελος ρχισε νά προσεύχεται γονατισμένος καί νά κλαίη σάν νά γκάλιαζε τά πόδια το Χριστο, δεικνύων πώς, ταν νθρωπος συναισθάνεται τήν μηδαμινότητά του, προσεύχεται τσι καί βιώνει νεκλάλητη χαρά καί παράκλησι πό τόν Θεό.

Στήν συνέχεια μφανίσθηκε μία τεράστια κλμαξ, πού στεκόταν στόν έρα· τά δέ σκαλοπάτια της εχαν μεγάλη πόστασι μεταξύ τους. γγελος τς επε νά τόν κολουθήση καί κρατντας την πό τό χέρι ρχισαν νά τά νεβαίνουν. Σιγά-σιγά τούς περιέβαλε να πυκνό, μελανό καί ψηλαφητό σκότος πού μύριζε θειάφι. Καθώς νέβαιναν, λοένα καί περισσότερο δυσκολευόταν Γερόντισσα στήν ναπνοή. φθασαν τέλος στίς φυλακές, που ερίσκονταν ο νθρωποι μέ τά θανάσιμα μαρτήματα. Στόν παράκλητο κενο τόπο μέ τό βαθύ σκοτάδι, κυριαρχοσαν τά μουγκριτά τν κολασμένων πού ψι τους ταν φρικτή. πό παντο κούγονταν θρνοι καί ομωγές. Ατόν τόν θρνο Γερόντισσα δέν μπόρεσε ποτέ σέ λη της τήν ζωή νά τόν ξεχάση.
Μετά πό ατή τήν μπειρία πού βίωσε, ταν συνλθε, κατελήφθη πό κλαυθμό. πί δέκα μέρες δέν μποροσε νά σταματήση τά δάκρυά της. Ασθανόταν φ᾿ νός τήν εφροσύνη τς γγελικς παρουσίας καί τς διδασκαλίας το γγέλου περί προσευχς φ᾿ τέρου τό πένθος πό τήν θεωρία τς Κολάσεως. Μετά πό ατήν τήν πίσκεψι ασθανόταν στήν προσευχή της περισσότερη κατάνυξι, δέν εχε κατ᾿ ατήν τήν ασθησι το χρόνου καί τά δάκρυά της ρρεαν φθονα.
Πολιτευομένη συχαστικς καί σκοσα διαλείπτως τήν «εχή», Γερόντισσα Μακρίνα προσευχόταν γιά λους τούς νθρώπους καί διαιτέρως γιά σους εχε γνωρίσει ν σ ζοσε στόν κόσμο. Μέ πολύ πόνο εχόταν πέρ ναπαύσεως τν ψυχν τν κεκοιμημένων, ο ποοι δέν εχαν ξομολογηθ, κυρίως θανάσιμα μαρτήματα. Μία τέτοια περίπτωσι, γιά τήν ποα παρακαλοσε καί λλους νθρώπους νά προσεύχωνται πέρ ναπαύσεως τς ψυχς της, ταν Γλυκερία, μία γνωστή της πό τά νεανικά της χρόνια. Γλυκερία στήν Κατοχή δέν ντεξε τήν πενα καί γιά νά πιβιώση ρχισε νά κάνη στήν ζωή της παραχωρήσεις μέχρι πού κατέληξε στήν μαρτία. Γερόντισσα μέ πολλή θλψι διερωττο σέ τί κατάστασι ερίσκεται ψυχή τς Γλυκερίας, ποία εχε κοιμηθ. να βράδυ, στερα πό ντονη προσευχή, εδε να πύρινο ποταμό καί στό μέσο του πάνω σέ μία σχεδία διέκρινε τήν Γλυκερία, πού φώναζε πρός τήν Γερόντισσα κλιπαρντας την γιά προσευχή καί βοήθεια: «Βοήθησέ με, Γερόντισσα, καίγομαι!». Ατή εκόνα τς Κολάσεως καί ο πεγνωσμένες κραυγές τς Γυκερίας δέν φυγαν ποτέ πό τόν νο τς Γερόντισσας καί προσευχή της γινόταν μέ πολύ πόνο ψυχς καί συντριβή γιά τήν νάπαυσι νθρώπων, πού φευγαν πό ατόν τόν κόσμο νεξομολόγητοι καί τακτοποίητοι νώπιον το Θεο.
Διαρκής μέριμνα καί διακαής πόθος τς Γερόντισσάς μας ταν σωτηρία λων τν νθρώπων καί πρωτίστως τν μοναζουσν.

Τέλος καί τῷ Θεῷ δόξα!

ΕΚΔΟΣΕΙΣ: «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»
Ἀπό τό βιβλίο: "Λόγια καρδιᾶς"
τῆς Γερόντισσας Μακρίνας
. Μ. Παναγίας δηγήτριας Πορταρις Βόλου

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2015

Η Σημασία της Νήψεως στον Αγώνα για την Θέωση! (π. Γρηγόριος Γρηγοριάτης)

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΝΗΨΕΩΣ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΩΣΗ

Ομιλία του π. Γρηγορίου Γρηγοριάτου
(της Ι. Μονής Γρηγορίου του Αγίου Όρους)
στο Ι. Ναό Παναγίας Φανερωμένης Κοζάνης

Κυριακή Αγ. Γρηγορίου Παλαμά 2006


Σεβασμιότατε,

Ευρισκόμεθα μέσα στον Ιερό Ναό της Παναγίας μας, η οποία πρώτη ανέβηκε την κλίμακα όλων των αρετών και μας εδίδαξε, όπως λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στην ομιλία του στα Εισόδια, τον τρόπο της ενώσεώς μας με τον Θεό.

Επίσης η Εκκλησία μας σήμερα εορτάζει την μνήμη του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, του οποίου η μεγάλη προσφορά έγκειται στο ότι εθεμελίωσε θεολογικώς την ησυχαστική παράδοση της Εκκλησίας, συνοψίζοντας όλους τους πριν από αυτόν αγίους Πατέρες, και διέκρινε στον Θεό Ουσία και Άκτιστες Ενέργειες. Έτσι κατέστη το ανάχωμα τόσο απέναντι στην Δυτική ορθολογιστική θεολογία, όσο και στους Ανατολικούς νοησιαρχικούς θεολόγους.

Στηρίζομαι στις πρεσβείες της Παναγίας μας, στις ικεσίες του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, στις ευλογίες σας και στις ευχές του σεβαστού Γέροντά μου, ώστε η ομιλία με θέμα: Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΝΗΨΕΩΣ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΘΕΩΣΗ, να είναι προς οικοδομήν και ωφέλειαν όλων μας.


1. Η ΟΔΟΣ ΤΗΣ ΘΕΩΣΕΩΣ

Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα και ομοίωσή Του. Του έδωσε την δυνατότητα, εάν υπήκουε στο θείο Του θέλημα, να μετέχει στο Φως Του και να έχει κοινωνία μαζί Του, να δεχθεί την θέωση, να γίνει Θεός κατά χάριν. Η αμαρτία της παρακοής επλήγωσε τον άνθρωπο, ανέκοψε την πορεία του προς την θέωση. Όταν ο Αδάμ παρέβη την εντολή του Θεού, απέθανε, όπως είχε προειδοποιηθεί. Απέθανε πρώτα τον ψυχικό θάνατο και ακολούθησε ο σωματικός θάνατος. Ο ψυχικός θάνατος ήταν ο χωρισμός του από τον Θεό.


Την θεόπλαστη ψυχή του ανθρώπου ο Θεός επροίκισε με ψυχικές δυνάμεις, τον νου, τον λόγο και την αίσθηση, τα οποία συγκροτούν αυτό που λέμε καρδία του ανθρώπου. Προτού ο άνθρωπος αμαρτήσει, οι ψυχικές του δυνάμεις ήταν καθαρές, έβλεπε νοερά τον Θεό, αισθανόταν τον Θεό, κοινωνούσε μαζί Του. Όταν όμως οι δυνάμεις αυτές σκοτίσθηκαν με την αμαρτία, έπαυσαν πλέον να λάμπωνται από το Φως του Θεού και έτσι ο άνθρωπος έχασε την παρηγορία του και αισθάνθηκε γυμνός. Η χαρά του έγινε παρελθόν. Ακολούθησε θλίψη, πόνος, οδύνη. Έκλαιγε ο άνθρωπος τον απωλεσθέντα παράδεισο. Για να παρηγορηθεί έστρεψε τον νου του προς τα έξω, ανέπτυξε μία εμπαθή σχέση προς την κτίση ελπίζοντας να εύρει αυτό που απώλεσε. Αντί όμως χαράς, ετρύγησε κόπο και μόχθο. Αυτονόμησε την λογική του, ερεύνησε την κτίση, οικοδόμησε τις επιστήμες, αλλά και εκεί δεν ευρήκε ανάπαυση. Μάλιστα ολίσθησε στην έπαρση και την αλαζονεία καμαρώνοντας τα έργα των χειρών του. Εντυπωσιάσθηκε από το κάλλος του νοός του, που από την φύση του έχει κάποιο νοερό φως, και νόμισε γι αυτό ότι είναι Θεός. Έσχατη πτώση!

Αυτή ήταν με λίγα λόγια η εικόνα του πεπτωκότος ανθρώπου, έως ότου ήλθε «το Φως το αληθινόν, το φωτίζον και αγιάζον πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον». Ο Σαρκωθείς Κύριος με την Σταυρική θυσία Του μας εξηγόρασε από την κατάρα της αμαρτίας και με την Ανάστασή Του ενέκρωσε τον θάνατο και μας ανέστησε. Έδωσε πάλι την δυνατότητα σε όσους με υπομονή αγωνιζόμεθα μέσα στην Εκκλησία, σε όλους εμάς που αποτελούμε το θεανθρώπινο Σώμα Του, να πορευθούμε την οδό της Θεώσεως.

Ευχαριστούμε τον Κύριο για το δώρο της δημιουργίας μας, αλλά απείρως περισσότερο τον ευγνωμονούμε για το δώρο της θεουργίας μας!

Και ποια είναι η οδός που οδηγεί στην Θέωση;

Είναι η οδός της υπακοής στο θέλημα του Θεού, της τηρήσεως των θείων Του εντολών, της μετάνοιας. Στην πορεία αυτή μας βοηθά αποτελεσματικά ο αγώνας για την επιστροφή του νου στην καρδία και την από εκεί ανάβασή του στον Θεό. Είναι ο αγώνας που δεν έκανε ο πρωτόπλαστος άνθρωπος.

Ο αγώνας αυτός δεν είναι εύκολος, όπως οι σωματικές ασκήσεις. Έχει δυσκολία, γιατί την επιστροφή μας προς τον Θεό αντιστρατεύεται ο αντίδικός μας, ο αντίπαλος εχθρός μας, ο διάβολος, ο οποίος προσπαθεί να μας ελκύσει προς τα κάτω με τους λογισμούς και τις φαντασίες. Ο πόλεμος αυτός φαίνεται σκληρός και δύσκολος αλλά, όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος, έχουμε οπλισθεί με τα κατάλληλα όπλα για να τον φέρουμε εις πέρας: «Έν σαρκί γάρ περιπατούντες ού κατά σάρκα στρατευόμεθα. Τά γάρ όπλα τής στρατειάς ημών ού σαρκικά, αλλά δυνατά τώ Θεώ πρός καθαίρεσιν οχυρωμάτων, λογισμούς καθαίροντες καί πάν ύψωμα επαιρώμενον κατά τής γνώσεως του Θεού και αιχμαλωτίζοντες πάν νόημα είς την υπακοήν του Χριστού» (Β΄Κορινθ. ι’, 4-6). Ο Απόστολος Πέτρος επίσης: «Διό αναζωσάμενοι τας οσφύας υμών, νήφοντες, τελείως ελπίσατε επί την φερομένην υμίν χάριν…» (Α’ Πετρ. α'. 13).

Τον νοερό αυτόν αγώνα περιγράφει ο μακαριστός Γέρων Παΐσιος ως εξής: «Ο άνθρωπος όταν αρχίσει να κάνει εσωτερική εργασία, παρακολουθεί τον εαυτό του, προσπαθεί να διώχνει τους κακούς λογισμούς και να καλλιεργεί καλούς. Συνεχίζοντας αυτήν την προσπάθεια, φθάνει μετά από ένα χρονικό διάστημα να έχει μόνον καλούς λογισμούς. Από το διάστημα που είχε τους κακούς λογισμούς στον κόσμο, θα εξαρτηθεί και το διάστημα που θα χρειασθεί για να φύγουν. Στη συνέχεια, σιγά – σιγά σταματούν και οι καλού λογισμοί και φτάνει σε ένα άδειασμα. Τότε περνά μια περίοδο που δεν έχει ούτε καλούς ούτε κακούς λογισμούς. Αυτή η φάση φέρνει και κάποια ανησυχία στην ψυχή και ο άνθρωπος αρχίζει να αναρωτιέται: «Τι συμβαίνει; Τι γίνεται τώρα; Είχα κακούς λογισμούς, έφυγαν, ήρθαν καλοί. Τώρα δεν έχω ούτε κακούς ούτε καλούς». Μετά από αυτό το άδειασμα γεμίζει ο νους με την θεία Χάρη και έρχεται ο θείος φωτισμός» (Γ. Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι, τομ. Γ’).


2. Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΝΗΨΕΩΣ

Ο αγώνας για την επιστροφή του νου στην καρδία, σύμφωνα με την πατερική ορολογία, λέγεται νοερά εργασία και περιλαμβάνει την νήψι και την νοερά προσευχή.

Η νήψις είναι ένας αγώνας που αναπτύσσεται σε δύο στάδια.

Το πρώτο στάδιο αφορά την καθαρότητα του νου. Ο νους καθαρίζεται εύκολα, αλλά και εύκολα μολύνεται. Καθαρίζεται όταν ασχολούμεθα με την ανάγνωση των Αγίων Γραφών και των έργων των Αγίων Πατέρων, όταν κοπιάζουμε στην νηστεία, την αγρυπνία, την ησυχία, και όταν αποφεύγουμε τις ψυχοφθόρες συναναστροφές. Μολύνεται αντιθέτως, όταν καλλιεργούμε εμπαθείς λογισμούς ή όταν προσλαμβάνουμε με τις αισθήσεις μας αμαρτωλές εξωτερικές εντυπώσεις. Είναι αυτές που την ώρα της προσευχής έρχονται πάντα στον νου μας και μας εμποδίζουν να κάνουμε καθαρή προσευχή. Η αποφυγή λοιπόν των εξωτερικών παραστάσεων και η αυτοσυγκέντρωση του νου συνιστούν το πρώτο στάδιο της νηπτικής εργασίας.

Το δεύτερο στάδιο αφορά στην καθαρότητα της καρδίας. Συνίσταται στην συνέλιξι (μάζεμα) του νου και την κατάβασή του στην καρδία, όπου οπλισμένος με την προσευχή: «ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ ΤΟΝ ΑΜΑΡΤΩΛΟΝ» στέκεται φύλακας και φρουρός και εμποδίζει την είσοδο κάθε εμπαθούς λογισμού και φαντασίας. Σε αυτό ακριβώς έγκειται και η ουσία της νηπτικής εργασίας, η οποία έχει σκοπό την απάθεια. Η εργασία αυτή είναι επίπονος, μακροχρόνιος αλλά και πρόξενος πολλών ευλογιών.

Τώρα μπορούμε να ορίσουμε τι είναι νήψις. Κατά τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο: «Γρηγορήσεως επίτασις η νήψις εστιν» (Ομιλία Θ’, στην Α’ Θεσσαλονικείς). Νήψις είναι ο δρόμος για την τήρηση κάθε εντολής του Θεού και την απόκτηση κάθε αρετής. Κατά τον Ησύχιο τον Πρεσβύτερο (Φιλοκαλία, τομ. Α’), η νήψις λέγεται καρδιακή ησυχία. Ο Άγιος Ησύχιος παρομοιάζει το έργο της νήψεως με αυτό της αράχνης. Η αράχνη πλέκει τον ιστό της, που συμβολίζει το σύνολο των ψυχοσωματικών δυνάμεων του ανθρώπου, και η ίδια (ως νους) καραδοκεί πότε θα εμφανιστεί κάποιο ζωύφιο (δηλ. εμπαθής λογισμός) για να το νεκρώσει.


3. ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΝΗΨΕΩΣ

Η πολιορκητική μηχανή, την οποία χρησιμοποιεί ο διάβολος προκειμένου να αλώσει την ψυχή, είναι οι λογισμοί και οι φαντασίες. Όταν ένας αμαρτωλός λογισμός έρχεται στο νου, αυτό ονομάζεται προσβολή και αποτελεί το πρώτο στάδιο εξελίξεως του πειρασμού. Η προσβολή δεν λογίζεται αμαρτία, γιατί είναι έργο του διαβόλου και όχι της θελήσεώς μας.

Το επόμενο στάδιο είναι ο συνδυασμός. Η ηδονική εικόνα συνεχίζει να απασχολεί τον νου και αρχίζει η συζήτηση με τον εμφανισθέντα λογισμό είτε εμπαθώς είτε απαθώς. Η στάση αυτή λογίζεται μισή πτώση, γιατί και τότε ο νους έχει πάθει ζημία, επειδή τον εμόλυνε ο διάβολος. Δηλαδή όπως έλεγε ο π. Παΐσιος, «είναι σαν να ήρθε ο διάβολος και του λέμε: «Καλημέρα, τι γίνεται; Καλά; Κάθισε να σε κεράσω. Α, ο διάβολος είσαι; Φύγε γρήγορα». Αφού είδες ότι είναι ο διάβολος, γιατί τον έβαλες μέσα; Τον κέρασες και θα ξανάρθει».

Ακολουθεί η συγκατάθεση. Δηλαδή η ηδονική στροφή της ψυχής στον λογισμό. Εδώ υπάρχει αμαρτία. Έπεται η αιχμαλωσία, όπου ο λογισμός δεσπόζει στο νου και στη θέληση του ανθρώπου. Τέλος απομένει η πράξη, η οποία δοθείσης ευκαιρίας θα πραγματοποιηθεί. Και όταν η πράξη επαναλαμβάνεται και πολυκαιρίσει, έχουμε το πάθος, το οποίο από την πολλή συνήθεια κάνει την ψυχή να παραδίδεται μόνο σ’ αυτό.

Όταν ασκούμε νηπτική εργασία, προσπαθούμε με μια βουλητική κίνηση να απωθήσουμε τον εμπαθή λογισμό. Οι Άγιοι Πατέρες συνιστούν να τον απορρίπτουμε αμέσως, όταν βρίσκεται στο στάδιο της προσβολής. Εάν με τη βοήθεια της προσευχής το επιτύχουμε, αναχαιτίζεται η αμαρτία. Διαφορετικά χρειάζεται μετάνοια και εξομολόγηση. Η διαρκής εγρήγορση για την απώθηση του λογισμού είναι ακριβώς η νήψις. Ο Προφήτης Δαυίδ την περιγράφει πολύ χαρακτηριστικά: «Θυγάτηρ Βαβυλώνος ή ταλαίπωρος… μακάριος ός κρατήσει καί εδαφιεί τά νήπια σου πρό την πέτραν» (Ψαλμ. ρλς’ 8-9). Θυγάτηρ Βαβυλώνος είναι η αμαρτία. Μακάριος λέγει ο Ψαλμωδός, είναι εκείνος ο οποίος θα συλλάβει τα νήπια της αμαρτίας, δηλαδή τους λογισμούς, και θα τους συντρίψει επάνω στην πέτρα, που είναι ο Χριστός, επικαλούμενος την βοήθειά Του με την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με τον αμαρτωλό».

Υπάρχει και ένας δεύτερος τρόπος αντιμετωπίσεως των λογισμών, ο λεγόμενος αντιρρητικός. Στην περίπτωση αυτή αντιμετωπίζουμε τον λογισμό με διάλογο. Ένας αρχάριος όμως, έστω και αν η θέληση είναι αντίθετη στο λογισμό, δεν θα ωφεληθεί από αυτή την μέθοδο. Αντιθέτως θα ταλαιπωρηθεί πολύ, διότι, αν φέρει ένα επιχείρημα εναντίον του λογισμού, ο διάβολος θα φέρει δέκα και με την πείρα των αιώνων, που έχει, θα προκαλέσει ζημία. Εν πάση περιπτώσει δεν θα «εξέλθει καθαρός». Η αντιρρητική μέθοδος εφαρμόζεται μόνον από τους τέλειους. Αυτήν εφάρμοσε και ο Κύριος στους τρεις πειρασμούς που εδέχθη στην έρημο.

Νηπτική εργασία απαιτείται στο πρώτο στάδιο της πνευματικής μας ζωής, που είναι η κάθαρση, και στο δεύτερο που είναι ο φωτισμός – απάθεια. Από κει και πέρα , που είναι το στάδιο της τελειώσεως – θεωρίας ο άνθρωπος ζει μέσα στην Χάρη του Θεού. Αλλά και στην περίπτωση των τελείων, όταν υποχωρεί η Χάρις, πάλι χρειάζεται νήψις.


4. Η ΝΗΨΙΣ ΕΡΓΟ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ

Μερικοί ισχυρίζονται ότι η νήψις και η νοερά προσευχή είναι έργο μόνον των Μοναχών. Όμως η νήψις είναι μία αρετή που μπορεί να γίνει κτήμα κάθε πιστού χριστιανού, «γιατί ένα είναι το θέλημα του Θεού για όλους και μία είναι η πνευματική καρποφορία που ζητείται από όλους μας».

Θα σας υπενθυμίσω ένα γνωστό περιστατικό από τον Βίο του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, το σχετικό με τον ησυχαστή Ιώβ από την σκήτη της Βεροίας. Ο Άγιος Γρηγόριος συνομιλώντας με τον π. Ιώβ έλεγε πως κάθε Χριστιανός πρέπει να αγωνίζεται πάντοτε και να προσεύχεται ακατάπαυστα, όπως παραγγέλλει ο Απόστολος Παύλος: «αδιαλείπτως προσεύχεσθε». Ο π. Ιώβ τα εθεώρησε ως καινοτομία και άρχισε να αντιλέγει στον Άγιο, πως η νήψις και η αδιάλειπτος προσευχή είναι μόνο για τους ασκητές και τους Μοναχούς, που είναι έξω από τον κόσμο και τους περισπασμούς, και όχι για τους λαϊκούς που έχουν τόσες μέριμνες. Ο θείος Γρηγόριος αποφεύγοντας την πολυλογία και την φιλονικία εσιώπησε και επήγε ο καθένας στο κελλί του. Την ώρα που προσηύχετο ο π. Ιώβ, εμφανίστηκε Άγγελος Κυρίου, ο οποίος τον ήλεγξε επειδή εφιλονίκησε με τον Άγιο Γρηγόριο και ηρνείτο ότι η νοερά και αδιάλειπτος προσευχή είναι σωτήριος για όλους τους Χριστιανούς.

Αλλά και ο πατέρας του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, ο Κωσταντίνος, αν και ήταν υψηλόβαθμος συνεργάτης του αυτοκράτορα Ανδρόνικου, ασκούσε συνάμα την νοερά προσευχή. Οι διοικητικές μέριμνες της αυτοκρατορίας δεν εμπόδιζαν την νηπτική εργασία του. Όταν κατά τις συνεδριάσεις του υπουργικού Συμβουλίου συνελαμβάνετο αφηρημένος, ο ίδιος ο αυτοκράτορας έλεγε: «Ο Κωνσταντίνος έχει δικές του έγνοιες, ο μακάριος, και εκείνες δεν τον αφήνουν να προσέχει στα λόγια μας. Ο νους του είναι προσηλωμένος στα αληθινά και ουράνια και για τούτο λησμονεί τα επίγεια, επειδή όλη η προσευχή του είναι στην προσευχή στον Θεό».



5. ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΑΠΟΚΤΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΝΗΨΕΩΣ

5.1. ΝΗΨΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Όπως είπαμε και προηγουμένως η νήψις και η προσευχή μαζί συνιστούν το έργο της Ιεράς Ησυχίας, η οποία κατά το Μ. Βασίλειο είναι «αρχή καθάρσεως της ψυχής» (Επιστολή 2). Δεν μπορεί να νοηθεί νήψις χωρίς την προσευχή και το αντίθετο. Δεν μπορούμε να πορευθούμε σε πόλεμο απρόσεκτα (χωρίς νήψι) και άοπλοι (χωρίς προσευχή). Επειδή στον πόλεμο κατά των αμαρτωλών λογισμών μας έχουμε αντιμέτωπο τον διάβολο, τον κόσμο και τον εμπαθή εαυτό μας, επιβάλλεται η συμπόρευση της προσευχής με την νήψι. Αυτό παραγγέλλει και ο Απ. Παύλος όταν λέγει: «ενδύσασθε την πανοπλίαν του θεού προς το δύνασθε υμάς αντιστήναι προς τας μεθοδίας του διαβόλου… δια τούτο αναλάβατε την πανοπλίαν του Θεού, ίνα δυνηθήτε αντιστήναι εν τη ημέρα τη πονηρά… δια πάσης προσευχής και δεήσεως» (Εφ. ς', 11-18).

Σ’ αυτόν τον πόλεμο, όσο δυνατοί και αν είμαστε, δεν μπορούμε να νικήσουμε μόνοι μας. Δεν είναι δυνατόν να αντισταθούμε (νήψις) χωρίς την επίκληση του Θείου Ονόματος. Η μονολόγιστος ευχή μαζί με την νήψι ας είναι τα ακαταμάχητα όπλα μας κατά του αιωνίου εχθρού. Αυτό είναι το καταστάλαγμα της πνευματικής πείρας. Όπως και ο μακαριστός Γέροντας Μάξιμος ο Ιβηρίτης προέτρεπε τους πιστούς, που ήθελαν να τον συμβουλευθούν: «χρειάζεται προσοχή και προσευχή».


Η νήψις βοηθά πολύ, ώστε η προσευχή μας να γίνεται με σωστό τρόπο. Χωρίς νήψι η προσευχή μπορεί να εκπέσει σε φαντασιοκοπία, ονειροπόληση ή ρεμβασμό. Ή ενδεχομένως σε μία νοησιαρχική – διανοητική προσευχή, κατά την οποία η προσοχή μας συγκεντρώνεται στον εγκέφαλο πλάθοντας θεωρίες και φιλοσοφίες.



5.2. ΝΗΨΙΣ ΚΑΙ ΗΣΥΧΙΑ

Στο έργο της νήψεως βοηθούμεθα πολύ από την ησυχία (ησυχία εδώ εννοούμε την απουσία θορύβων). Οι θόρυβοι φέρνουν διάσπαση της προσοχής. Εμείς οι αρχάριοι είναι πολύ δύσκολο να ζούμε την πνευματική ζωή ευρισκόμενοι σε περιβάλλον με θορύβους. Άλλωστε και οι άνθρωποι που δεν κάνουν πνευματική ζωή, όταν τους δοθεί η ευκαιρία, φεύγουν στο ύπαιθρο για να καθαρίσει λίγο το μυαλό τους.

Όμως η ησυχία χωρίς νήψι προκαλεί πλήξη. Ησυχία με νήψι και προσευχή είναι η τελειότερη οδός, που μας ενώνει με τον Θεό. Πολύ θα μας ωφελήσει αν κάθε ημέρα, έστω και για λίγο στην αρχή, ησυχάζουμε στο δωμάτιό μας και εκεί μόνοι μόνω τω Θεώ προσφέρουμε την λογική μας λατρεία, προσέχοντας τους λογισμούς και ζητώντας με προσευχή το έλεος του Θεού. Με τον τρόπο αυτό σύντομα θα αποκτήσουμε την καλή συνήθεια της νηπτικής εργασίας και θα διαπιστώσουμε ότι «ο Θεός ου μακράν αφ’ ημών». Μπορεί να είμεθα στο κέντρο της Αθήνας και να έχουμε την αίσθηση ότι ευρισκόμεθα στην βαθύτερη έρημο του Αγίου Όρους.

Ο π. Πορφύριος, ο οποίος λειτουργούσε σε παρεκκλήσιο κοντά στην Ομόνοια, αισθανόταν ότι ευρίσκετο στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους. Η ησυχία και η νήψις φέρουν την νέκρωση του κόσμου, που είναι όχι μόνο να απομακρυνθεί κανείς σωματικά από την εμπαθή σχέση προς τα πράγματα του κόσμου, αλλά και να μην επιθυμήσει κάποιο από τα «αγαθά» του.

Επίσης, όταν ησυχάζουμε, επειδή εύκολα συγκεντρώνουμε τον νου μας, μπορούμε να ερευνήσουμε καλλίτερα και τα βαθύτερα της καρδίας μας. Με τον τρόπο αυτό ανακαλύπτουμε ατοπήματά μας, τα οποία σε περιβάλλον θορύβων δεν συλλαμβάνονται από τις κεραίες της συνειδήσεώς μας. Έτσι, ησυχία και νήψις προάγουν το έργο της μετάνοιάς μας και δεν αφήνουν να έχουμε ανεξόφλητες επιταγές την ημέρα της κρίσεως.


5.3. ΝΗΨΙΣ ΚΑΙ ΚΟΠΟΣ

Εάν «τα αγαθά κόποις κτώνται», πόσο μάλλον οι δωρεές του Θεού, που είναι αιώνιες και άφθαρτες. Για να αποκτήσουμε την νήψι απαιτείται υπομονή και κόπος, όπως λέγει και το Πατερικό απόφθεγμα: «δος αίμα και λάβε Πνεύμα», διότι «είναι εκ φύσεως αδύνατον, ένα πράγμα ασώματο, (όπως π.χ. ο νους) να περιορίζεται εντός του σώματος. Όλα όμως είναι δυνατά σε εκείνον που απέκτησε μέσα του τον Θεό» (Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, Λόγος ΚΣΤ’ Περί διακρίσεως, 52). Πράγματι ο νους μας πολύ εύκολα διαχέεται προς τα έξω. Πρέπει να έχουμε πάντα την προσοχή να τον επαναφέρουμε γρήγορα, γιατί, αν χρονίσει προς τα έξω, δύσκολα τον μαζεύουμε. Η συνεχής αυτή εναλλαγή κουράζει. Πολλές φορές φέρνει και απογοήτευση. Ας κάνουμε όμως υπομονή μέχρι να γευτούμε τις πρώτες δωρεές του Θεού, για να γλυναθεί ο νους μας από αυτές. Ας γνωρίζουμε ότι ο κόπος μας αμείβεται με καθαρότητα λογισμών, φωτεινό πρόσωπο, γνώση Θεού, εμπειρία Θείου Φωτός (Θέωσις).

Αλήθεια, θέλουμε να ανεβούμε στον ουρανό, να τύχουμε της μακαριότητος, της κοινωνίας με τους Αγγέλους και του Αγίους, να ενωθούμε με τον Θεό, να κληρονομήσουμε την βασιλεία Του, την αθάνατο Ζωή, και δειλιάζουμε επειδή απαιτείται κόπος, άσκηση ή και στέρηση κάποιων επίγειων «αγαθών»; Πόσες φορές για την απόκτηση κοσμικών πραγμάτων δεν θέτουμε σε κίνδυνο την ζωή μας; Πως, ενώ δεν δειλιάζουμε για μάταιους κόπους, στενοχωρούμεθα όταν κοπιάσουμε λίγο για τα ουράνια;

Ο Γ. Παΐσιος, ο οποίος είδε την Αγία μεγαλομάρτυρα Ευφημία, περιγράφει ως εξής τον πόθο της για πολύ περισσότερα μαρτύρια χάριν του Χριστού:

«Μετά μου διηγήθηκε την ζωή της. Ήξερα ότι υπάρχει μια αγία Ευφημία, αλλά τον βίο της δεν τον ήξερα. Όταν μου διηγείτο τα μαρτύριά της, όχι απλώς τα άκουγα, αλλά σαν να τα έβλεπα, τα ζούσα. Έφριξα! Πα, πα, πα!

-Πώς άντεξες τέτοια μαρτύρια, ρώτησα.

-Αν ήξερα τι δόξα ‘εχουν οι Άγιοι, θα έκανα ότι μπορούσα να περάσω μεγαλύτερα μαρτύρια». (Ιερομ. Ισαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου)

Ας είναι προς παρηγορίαν μας ο αγιοστάλακτος λόγος της Αγίας.

Ακόμη ας γνωρίζουμε ότι η υπομονή και η επιμονή στον αγώνα για την σταθεροποίηση της αρετής της νήψεως φέρνει την καλή συνήθεια (έξις), η οποία με την πολυκαιρία γίνεται Δευτέρα φύσις και μας καθιστά δυσκίνητους προς το κακό.


5.4. ΝΗΨΙΣ ΚΑΙ ΜΕΡΙΜΝΕΣ

Είναι αλήθεια ότι νήψις και βιοτικές μέριμνες δεν συνυπάρχουν εύκολα.


Ίσως να ρωτήσετε: Είμεθα στον κόσμο και έχουμε ανάγκες, υποχρεώσεις και μέριμνες. Πως θα κρατάμε την νήψι;

Πράγματι υπάρχουν ανάγκες, υποχρεώσεις και μέριμνες. Κανείς δεν αμφιβάλλει γι αυτό. Όμως ας αναρωτηθούμε και πόσες από αυτές είναι περιττές. Άρα λοιπόν, ποιο είναι το μέτρο; Ο Απ. Παύλος μας το υποδεικνύει: «Ουδέν γαρ εισηνέγκαμεν εις τον κόσμον, δήλον ότι ουδέ εξενεγκείν τι δυνάμεθα· έχοντες δέ διατροφάς και σκεπάσματα, τούτοις αρκεσθησόμεθα» (Α΄ Τιμ. ς' 6-7). Δηλαδή, να αρκούμεθα στα αναγκαία. Μια ιεράρχηση των φροντίδων μας είναι αναγκαία, αλλά έτσι όπως θέλει ο Χριστός. Και τι θέλει ο Χριστός: «Ζητείτε δέ πρώτον τήν Βασιλείαν τού Θεού καί τήν δικαιοσύνην Αυτού, καί ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν» (Ματθ. ς' 33). Ας θυμηθούμε τις μωρές παρθένες, οι οποίες, επειδή είχαν αδιαφορία και δεν είχαν εγρήγορση, κατεκρίθησαν. Γι αυτό ο Κύριος είπε: «Γρηγορείτε».

Ακόμη, χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Μάρθας και Μαρίας. Τι επαίνεσε ο Χριστός την μέριμνα της Μάρθας ή την αγαθή μερίδα της Μαρίας; Ας κλείσουμε το θέμα για τις μέριμνες σε σχέση με την νήψι με τους καταλυτικούς λόγους του Κυρίου μας: «Προσέχετε δέ εαυτοίς μήποτε βαρυνθώσιν υμών αι καρδίαι εν κραιπάλη καί μέθη καί μερίμναις βιωτικαίς, καί αιφνίδιος εφ’ υμάς επιστή η ημέρα εκείνη, ως παγίς γάρ επελεύσεται επί πάντας τούς καθημένους επί πρόσωπον πάσης τής γής. αγρυπνείται ούν εν παντί καιρώ δεόμενοι, ίνα καταξιωθήτε εκφυγείν πάντα τα μέλλοντα γίνεσθαι, και σταθήναι έμπροσθεν του Υιού του ανθρώπου» (Λουκ. κά 34-36).

Εδώ πρέπει να προσέξουμε κάτι πολύ σημαντικό. Ορισμένοι από εμάς συμβαίνει να έχουμε φροντίδες αναγκαίες, που δεν μας αφήνουν χρόνο και κουράγιο για νηπτική εργασία. Ας μην απογοητευόμεθα. Και όταν ακόμη «πνιγόμαστε» μέσα σε τέτοιες αναγκαίες φροντίδες, που από θυσιαστική αγάπη έχουμε αναλάβει, ο Χριστός δεν μας στερεί την Χάρι Του. Συχνά κάποιες ευλαβείς ψυχές διερωτώνται τι θα απογίνουν, αφού δεν μπορούν να κάνουν στοιχειωδώς την προσευχή τους. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι, όταν από αγάπη στον Χριστό θυσιαζόμαστε για τον συνάθρωπό μας (τα παιδιά μας, τους ασθενείς μας), τότε μέσα στην εντολή της αγάπης, όπως λέγουν οι Άγιοι Πατέρες ευρίσκεται ο Ίδιος ο Χριστός. Σε όλες τις εντολές Του ευρίσκεται ο Χριστός. Τηρώντας κάθε εντολή, κερδίζουμε τον Χριστό, ενούμεθα με τον Χριστό, απολαμβάνουμε την Χάρι του Θεού, θεούμεθα.


5.5. ΝΗΨΙΣ ΚΑΙ ΜΝΗΜΗ ΘΑΝΑΤΟΥ

Ο θάνατος είναι το μόνο σίγουρο και βέβαιο γεγονός της ζωής μας. Εάν δειλιάζουμε μπροστά του, είναι φυσικό. Εάν τρέμουμε, σημαίνει ότι έχουμε αμαρτίες που μας βαραίνουν. Οι κακοί λογισμοί, όταν τους εγκολποθούμε, προκαλούν τον αργό θάνατο της ψυχής. Ο αγωνιστής της Βασιλείας των Ουρανών θέλει να έχει ζωή μέσα του και γνωρίζει ότι, για να φυλαχθεί από τα θανατηφόρα πάθη και κυρίως την υπερηφάνεια, πρέπει να κατεβάζει τον νου του στον Άδη (άκρον άωτον της νήψεως). Εκεί κλαίει, μετανοεί, ελπίζει ότι θα τον ανυψώσει ο Θεός. Η βιωματική μνήμη του θανάτου μαζί με την νήψι μας ελευθερώνουν από τα σκληρά 16

πάθη, όπως της υπερηφάνειας, γιατί τίποτα δεν μπορεί να αντισταθεί στην φωτιά της μνήμης της κολάσεως, όπου όλες οι αμαρτίες λειώνουν και καθαρίζεται η ψυχή. Μετά από αυτό το λουτρό μας ανεβάζει ο Θεός καθαρούς μέχρι και του τρίτου ουρανού.


Κλασσικό παράδειγμα τέτοιου γενναίου αθλητού είναι ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης. Γνωρίζουμε από τον βίο του μεγάλου αυτού εργάτου της νηπτικής ζωής και νοεράς προσευχής, ότι ο Κύριος του εφανερώθη για να τον βοηθήσει να απελευθερωθεί από τους λογισμούς της υπερηφάνειας και του είπε: «Κράττει τον νου σου εις τον Άδην και μη απελπίζου», το οποίο ετήρησε με ανδρείο αγώνα.

Οι αρετές της νήψεως και της μνήμης θανάτου γεννούν η μία την άλλη.


5.6. ΝΗΨΙΣ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΖΗΛΟΣ

Ο αγαθός ζήλος είναι ένας ασίγαστος πόθος, ο οποίος φλέγει την ψυχή και την κάνει να ορμά προς το ποθούμενο, αψηφώντας τους κινδύνους και νικώντας την χαύνωση, όταν η ψυχή διακατέχεται από θλίψεις και πειρασμούς. Ο ζήλος παρομοιάζεται με τον σκύλο, ο οποίος, όταν από μακριά αντιληφθεί κάτι ξένο, αμέσως φωνάζει και με τον τρόπο αυτό ειδοποιεί το αφεντικό του (το νου) να προσέχει. Ο ζήλος είναι φύλακας του νόμου του Θεού.


Η νήψις, η οποία είναι μία εντατική επιτήρηση του νου στους λογισμούς, πολύ βοηθείται από τον πνευματικό ζήλο, διότι εύκολα ανιχνεύει και αποδιώχνει του εμπαθείς λογισμούς. Ακόμη η νήψις με την βοήθεια του ζήλου αντιστέκεται στους τρεις ύπουλους γίγαντες εχθρούς, τους οποίους έχει ο διάβολος ως έσχατα όπλα κατά του ανθρώπου, δηλαδή την λήθη, την άγνοια και την ακηδία.


ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η πεμπτουσία της πνευματικής ζωής είναι η νήψις και η προσευχή. Ζούμε σε μια εποχή, της οποίας το χαρακτηριστικό γνώρισμα είναι η πνευματική οκνηρία, η οποία μας οδηγεί στο πνευματικό κενό. Ο άνθρωπος με τις πολλές δραστηριότητές του προσπαθεί να καλύψει αυτό το κενό επενδύοντας σε, ότι του προσφέρει η καταναλωτική κοινωνία. Προσπαθεί να ικανοποιηθεί με, ότι νεώτερο παράγει αυτή και αγωνίζεται με όλες τις δυνάμεις του να το αποκτήσει. Αλλά στο τέλος πάντοτε εισπράττει την απογοήτευση. Ουσιαστικά ζει το δράμα του Σίσυφου.

Εμείς όμως εξαγοραστήκαμε από την κατάρα της αμαρτίας και του θανάτου με το Πανάγιο και πολυτιμότατο Αίμα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού. Αυτός μας αγάπησε με μια άπειρη αγάπη. Πράγματι, «μείζονα ταύτης της αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θή υπέρ τών φίλων αυτού» (Ιω. ιε΄ 13). Τι ζητεί από εμάς ο Χριστός; Να ανταποκριθούμε στην αγάπη Του τηρώντας τις εντολές Του. «Εάν αγαπάτε με, τάς εντολάς τάς εμάς τηρήσατε» (Ιω. ιδ’ 15) και «Αι εντολαί αυτού βαρείαι ούκ εισίν» (Α’ Ιω ε’ 4).

Με όπλο την προς τον Θεό και τον πλησίον ένθεη αγάπη μας, ας ξεκινήσουμε τον ταπεινό αγώνα της νήψεως. Και, όταν ο λογισμός μας φεύγει από τον Χριστό, δείγμα της ατελούς αγάπης μας προς Αυτόν, ας τον επαναφέρουμε γρήγορα στην πηγή της Αθανάτου Ζωής. Γιατί ο Θεός είναι καθαρός και πανάγιος και, μόνον όταν καθαρίσουμε δια της νήψεως και της προσευχής τον νου και την καρδία μας, τότε «Οψόμεθα Αυτόν καθώς εστίν». Ας μη μας γελά ο κόσμος με αυτά που μας προσφέρει, γιατί έχουμε εμπειρία ότι δεν αξίζουν.


Σεβασμιότατε,

Ευχηθείτε να οδεύσουμε και εμείς την οδό της Θεώσεως, πρεσβείαις της Κυρίας Θεοτόκου, του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, ού την μνήμην επιτελούμεν, και πάντων των Αγίων, για να καταπαύσωμε και εμείς στην ανέσπερο Βασιλεία της Αγίας Τριάδος.


Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

Απίστευτη χαρά η προσευχή

Τί να κάνουμε, όταν ο νους μας τρέχει εδώ κι εκεί και δεν μπορούμε να τον συμμαζέψουμε στην προσευχή;


Όταν είμαστε μόνοι στο σπίτι, μπορούμε ν’ αναβάλουμε την έναρξη της προσευχής ή, 
αν έχουμε ήδη αρχίσει, να τη διακόψουμε για λίγο.
Αν και ύστερα απ’ αυτό το μικρό διάλειμμα ο νους μας δεν συνεργάζεται με την προαίρεση μας, τότε δεν έχουμε παρά να του επιβάλουμε με τη βία, θέλει δεν θέλει, να συγκεντρωθεί στην προσευχή, σ’ όποιο βαθμό βέβαια είναι δυνατόν. Μέσα στην εκκλησία, πάλι, μερικές φορές δεν ακούμε ή δεν καταλαβαίνουμε όσα ψάλλονται, διαβάζονται ή εκφωνούνται. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, σταθείτε νοερά ενώπιον του Κυρίου και αφοσιωθείτε στην ευχή του Ιησού.
Πρέπει να ξέρετε, πάντως, ότι στο ναό, κατά την τέλεση οποιασδήποτε ακολουθίας, και κατεξοχήν της θείας Λειτουργίας, κάθε λατρευτική πράξη, κάθε κίνηση έχει τη σημασία της. Όποιος, λοιπόν, γνωρίζει και κατανοεί τη σημασία κάθε πτυχής της τελετουργίας, συμμετέχει με επίγνωση στη σύναξη των πιστών και τρέφει την ψυχή του με το ουράνιο μάννα, που προσφέρεται άφθονα στα πνευματικά συμπόσια της εκκλησιαστικής λατρείας.
Η νύχτα, ιδιαίτερα οι μεταμεσονύκτιες ώρες, είναι το πιό κατάλληλο χρονικό διάστημα για προσευχή.
Πόσες μετάνοιες να κάνει κανείς, λέγοντας την ευχή;
Όσες θέλει, μικρές ή μεγάλες, ανάλογα με τη σωματική δύναμη και την ψυχική διάθεση του. Καλό είναι, πάντως, να καθορίσει έναν ελάχιστο αριθμό μετανοιών για κάθε μέρα και να τις εκτελεί με αυστηρή συνέπεια.
Το Ευαγγέλιο δεν είναι ανάγκη να το διαβάζετε όρθιος. Καθιστός το κατανοείτε καλύτερα, γιατί δεν κουράζεστε, κι έτσι η προσοχή σας συγκεντρώνεται στο ιερό κείμενο, χωρίς να μειώνεται η ευλαβική σας διάθεση. Όσο για τους Ψαλμούς, διαβάζετε όσους μπορείτε και επιθυμείτε. Έναν, δύο, τρεις ή περισσότερους…
Μπορείτε να κοινωνάτε συχνά, φτάνει να είστε κάθε φορά σωστά προετοιμασμένος.
Τί σημαίνει να έχουμε καθαρή συνείδηση ως προς τα υλικά πράγματα και αντικείμενα; Σημαίνει να μην κάνουμε κακή χρήση των πραγμάτων, αλλά να τα χρησιμοποιούμε συνετά και να τα συντηρούμε με τη μεγαλύτερη δυνατή επιμέλεια.
Η αδιάλειπτη μνήμη του Θεού.
Θέλεις να μην ξεφεύγει ο νους σου την ώρα της προσευχής και της ακολουθίας; Αγωνίσου να θυμάσαι το Θεό κάθε στιγμή της ημέρας, είτε είσαι μόνος είτε μαζί με άλλους, στο σπίτι, στη δουλειά, στο δρόμο, παντού. Έτσι, και την ώρα της προσευχής ή της ακολουθίας στο ναό, ο νους σου θα είναι συγκεντρωμένος σ’ Εκείνον και ευλαβικά θα επικοινωνεί μαζί Του.
Πότε είναι ευάρεστη στο Θεό η προσευχή μας.
Θυμηθείτε ότι η προσευχή δεν είναι λόγια και μετάνοιες, αλλά προσήλωση του νου και της καρδιάς στο Θεό. Είναι δυνατό να διαβάσετε όλες τις τακτές ακολουθίες της ημέρας και να εκτελέσετε όλες τις καθορισμένες μετάνοιες, αλλά η επαφή σας με το Θεό να είναι είτε εντελώς ανύπαρκτη είτε ασήμαντη, με το νου σκορπισμένο και την καρδιά κρύα. Έτσι κάνετε τον κανόνα σας, όχι όμως προσευχή. Μια τέτοια «προσευχή» είναι εφάμαρτη. Ο Κύριος να μας φυλάξει!
Με φόβο και τρόμο πρέπει να επιτελούμε τα έργα του Θεού -αυτό να το θυμάστε πάντα. Με κάθε τρόπο και μ’ όλη σας τη δύναμη προσπαθήστε να έχετε το νου σας στα λόγια της προσευχής ή, όπως λέει ο όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, να κλείνετε το νου σας μέσα στα λόγια της προσευχής. Τη στιγμή που αρχίζετε να προσεύχεστε, πρέπει όλη σας η προσοχή να είναι συγκεντρωμένη στο Θεό και να μην απομακρύνεται απ’ Αυτόν…
Τότε μόνο να θεωρήσετε ότι προσευχηθήκατε καλά, όταν, τελειώνοντας, η ψυχή σας δονείται από συντριβή και αυτομεμψία. Στη διάρκεια της ημέρας προσπαθήστε, με την αδιάλειπτη προσευχή, να βρίσκεστε νοερά ενώπιον του Κυρίου κάθε στιγμή, όπως βρίσκονται οι άγγελοι. Εκείνοι Του προσφέρουν την ακατάπαυστη δοξολογία. Εμείς ας Του προσφέρουμε τη μετάνοιά μας.
Πότε εισακούεται από το Θεό η προσευχή μας.
Να πώς πρέπει να ζητάς κάτι από το Θεό: «Κύριε, Εσύ βλέπεις ότι χρειάζομαι το τάδε πράγμα ή ότι υποφέρω από τη δείνα συμφορά. Βοήθησε με, όπως ξέρεις και όπως θέλεις! Γενηθήτω το θέλημά Σου…».
Μ’ αυτή την εσωτερική τοποθέτηση, να προσεύχεσαι πολύ. Όχι μια φορά, έστω και παρατεταμένα, ούτε για μια μέρα μόνο, αλλά για εβδομάδες, μήνες, χρόνια… Όλο να ικετεύεις, όλο να κραυγάζεις: «Κύριε, βοήθησε με! Κύριε, λύτρωσε με! ‘Ωστόσο, ας μη γίνει ό,τι θέλω εγώ, μα ό,τι θέλεις Εσύ». Αυτό ακριβώς έλεγε και ο Χριστός στη Γεθσημανή, όταν προσευχόταν στον Πατέρα Του. Και η χήρα της ευαγγελικής παραβολής βρήκε τελικά το δίκιο της από τον άδικο εκείνο δικαστή, μόνο και μόνο επειδή δεν κουράστηκε να τον παρακαλάει για πολύν καιρό. Κάποιος σοφός είπε το λόγο τούτο: «Πρέπει να γίνεις φορτικός στο Θεό και στους άγιους Του!».
Η δύναμη της προσευχής.
Η δύναμη της προσευχής βρίσκεται όχι στον εξωτερικό τύπο της, αλλά στο περιεχόμενο, στο πνεύμα της.
Προσπαθείτε να βιώσετε την προσευχή. Αυτό ακριβώς είναι που χρειάζεται. Κάποιος από τους πατέρες λέει, πως, όταν προσευχόμαστε, πρέπει να αισθανόμαστε όπως οι υπόδικοι μπροστά στο δικαστή.
Ρώτησε κάποιος έναν ασκητή: «Πώς να στέκομαι στην προσευχή;» Κι εκείνος αποκρίθηκε: «Να στέκεσαι σαν σε κριτήριο, με το βλέμμα σου προσηλωμένο στα χείλη του Κυρίου, που την επόμενη κιόλας στιγμή -έτσι να πιστεύεις- θα προφέρουν την τελευταία απόφαση για σένα: «Έλα κοντά μου!’ ή ‘Φύγε μακριά μου’. Και να κραυγάζεις: ‘Κύριε, ελέησον!».
Νομίζω, ακόμα, πως η ευχή του Ιησού είναι η καλύτερη και δυνατότερη προσευχή για κάθε περίσταση, μόνο που πρέπει να τη λέμε όχι μηχανικά, δίχως συναίσθηση, αλλά με συμμετοχή του νου και της καρδιάς.


πηγή: Αγ। Θεοφάνους του Εγκλείστου, «Ο δρόμος της ζωής»-επιλογές-, Ι.Μ.Παρακλήτου

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2015

O Θεoς φροντιζει για μας


ΑΚΟΥΣΑΤΕ, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο εὐαγγέλιο. Τί εἶνε τὸ Εὐαγγέλιο; Εἶνε ἕνα βιβλίο· εἶνε τὸ ὡραιότερο βιβλίο ποὺ ὑπάρχει στὸν κόσμο.
Ἐὰν ὅλοι μας, μικροὶ καὶ μεγά­λοι, ἄντρες καὶ γυναῖκες, ἐγγράμματοι καὶ ἀ­γράμματοι, ἐπιστήμονες καὶ ἐργάτες, ὅλοι ἐν γένει, ἐφαρμόζαμε ὅσα λέει τὸ Εὐαγγέλιο, αὐτὴ ἡ γῆ θὰ ἦταν παράδεισος· ἐνῷ τώρα, ποὺ παραβαίνουμε ὅλοι τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυ­ρίου, ἡ γῆ, ὁ πλανήτης αὐτός, κινδυνεύει νὰ γίνῃ κόλασις.


* * *


Τί λέει τὸ εὐαγγέλιο σήμερα; Διηγεῖται ἕνα ἀπὸ τὰ θαύματα, τὰ μεγάλα καὶ ἀναρίθμητα θαύματα, ποὺ ἔ­κανε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο αὐτόν. Μετρᾷς τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ; μετρᾷς τὰ φύλλα τῶν δέντρων; μετρᾷς τὶς στα­γόνες τῶν ὠκεανῶν; Ἄλλο τόσο μπορεῖς νὰ μετρήσῃς τὰ θαύματα, ποὺ ἔκανε, κάνει καὶ θὰ κάνῃ μέχρι συν­τελείας τῶν αἰώνων ὁ Κύ­ριος ἡμῶν ᾿Ιησοῦς Χριστός.
Ποιό τὸ θαῦμα; Ὅταν κάποτε ὁ Χριστός μας κουράστηκε ―διότι ἦ­ταν καὶ τέλειος ἄν­θρωπος καὶ ἔφερε ὅλα τὰ γνωρίσματα τῆς ἀν­­­θρω­πίνης φύσεως πλὴν τῆς ἁμαρτίας―, αἰ­σθάνθηκε τὴν ἀνάγκη ἀναπαύσεως. Βγῆκε λοι­πὸν στὴν ἔρημο γιὰ ν᾿ ἀναπαυθῇ λίγο ἀπὸ τοὺς κό­πους καὶ τοὺς μόχθους τῆς ἐπιγείου ζωῆς. Αὐτὸ τὸ πληροφορήθηκε ὁ κόσμος, ὁ ὁποῖος τὸν ζητοῦσε. Καί, παρὰ τὴν ἀπόστασι, βά­δισαν χιλιόμετρα καὶ πῆγαν νὰ τὸν βροῦν. Τὸν βρῆκαν πράγματι. Καὶ ὁ Χριστός, ὅταν τοὺς εἶδε ἐκεῖ στὴν ἔρημο, τοὺς σπλαχνίστη­κε καὶ θεράπευσε ὅλους τοὺς ἀρρώστους ποὺ τοῦ εἶχαν φέρει.
Καὶ μετά; Ἄρχισε νὰ τοὺς δι­δάσκῃ. Ἦ­ταν τόσο γλυκειὰ ἡ διδασκα­λία του, ὥστε οἱ ὧ­ρες περνοῦσαν κι αὐτοὶ δὲν χόρταιναν νὰ ἀ­κοῦ­νε. Ἔγινε μεσημέρι, πέρασε τὸ μεσημέ­ρι, κόν­­­τευε νὰ βασιλέψῃ ὁ ἥλιος, κ’ ἐκεῖνοι ἄ­κουγαν τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ. Οἱ μαθηταὶ πλησίασαν τὸν Κύριο καὶ τοῦ εἶπαν· Ὁ τόπος εἶνε ἔρημος καὶ ἡ ὥρα πέρασε κιόλας· ἀπόλυσε τὸν κόσμο, νὰ πᾶνε νὰ ψωνίσουν κάτι γιὰ φαγητό. Ὁ Χριστὸς ὅμως φρόντισε καὶ ἐξ­ασφάλισε ὁ ἴδιος φαγητὸ γιὰ ὅλους αὐ­τούς. Τί ἔκανε; Πῆ­ρε στὰ ἅγια χέρια του πέντε ψωμιὰ καὶ δυὸ ψά­ρια, ποὺ βρέθηκαν ἐκεῖ, προσευχήθηκε, τὰ εὐλόγησε, καὶ μετὰ τὰ ἔδωσε στοὺς μαθητάς, καὶ οἱ μαθηταὶ στὸν κόσμο. Καὶ ἔφαγαν καὶ χόρτασαν, κατὰ θαυμαστὸ τρό­πο, ὅλοι αὐτοί, πέντε χιλιάδες ἄντρες – ἐ­κτὸς ἀπὸ τὶς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά, ποὺ κατ’ ἀναλογία θὰ ἦταν διπλάσιες καὶ τριπλάσιες. Μιὰ ὁλόκληρη πό­λις ἐτράφη μὲ τὰ πέντε ψωμιὰ καὶ τὰ δύο ψά­ρια!
Ἔτσι ἔδειξε τὴν ἀγάπη του ὁ Χριστός.

* * *


Αὐτὴ τὴν ἀγάπη ὁ Κύριος τὴ δείχνει μέχρι σήμερα. Ἀλλὰ ἐμεῖς δυστυχῶς δὲν ἔχουμε μάτια νὰ τὴ δοῦμε καὶ αὐτιὰ ν᾿ ἀ­κούσουμε τὰ θεϊκά του λόγια. Ὁ Χριστὸς μᾶς ἀγαπᾷ καὶ φρον­τίζει γιὰ μᾶς. Ὁ Χριστὸς ἔ­χει ὅ­λο τὸ ἐν­δι­αφέρον του στραμμένο στὸν ἄν­θρω­πο, ποὺ εἶ­νε τὸ ἀριστούρ­γη­μα τῆς θεί­ας δημιουργίας. Μυριάδες εἶνε τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς, ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος εἶνε τὸ ἄριστο δημιούργημα.
Τοῦ ἔδωσε – καὶ τί δὲν τοῦ ἔ­δωσε! μάτια, γιὰ νὰ βλέπῃ· αὐτιά, γιὰ ν᾿ ἀ­κούῃ· γλῶσσα, γιὰ νὰ μιλάῃ· χέρια, γιὰ νὰ ἐρ­γάζεται· πόδια, γιὰ νὰ τρέχῃ· μυαλὸ γιὰ νὰ σκέ­πτεται, νὰ συλλογίζεται καὶ νὰ κρίνῃ· τὸν προίκισε μὲ κάθε χάρισμα. Καὶ ἐπειδὴ προνοεῖ γιὰ τὶς ἀνάγκες του, τοῦ ἔδωσε ἀκόμα ὅ­λα τ᾿ ἀγαθὰ τῆς γῆς· τοῦ ἔδωσε νερὸ καθαρὸ καὶ κρυστάλλινο, νὰ πίνῃ καὶ νὰ καθαρίζεται· τοῦ ἔδωσε ἀέρα, ν᾿ ἀναπνέῃ· τοῦ ἔδωσε ἀκό­μη φῶς δωρεάν· ὁ ἥλιος εἶνε μιὰ μεγάλη Δ.Ε.Η.. Χθὲς ἦρθε στὴ μητρόπολι μιὰ φτωχιὰ γυναίκα καὶ ἔκλαιγε. —Γιατί κλαῖς; τὴ ρωτάω. —Μοῦ κόψανε τὸ ῥεῦ­μα, λέει· ἡ Δ.Ε.Η. μοῦ ᾿κοψε τὸ φῶς, κ’ εἶμαι στὸ σκοτάδι… Ἀλλὰ ὁ ἥλιος φωτίζει ὅλους. Ὁ Θεὸς «τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους» (Ματθ. 5,45). Ἑκατομμύρια – δισεκατομμύρια κιλοβὰτ παράγει ὁ ἥλιος καὶ τὰ παρέχει δωρεάν! Δωρεὰν ὁ ἥλιος, δωρεὰν ὁ ἀέρας, δωρεὰν τὸ νερό, ὅλα δωρεάν. Ὁ Θεὸς δὲ μᾶς ἔῤῥριξε πάνω σ᾿ ἕνα γυμνὸ πλανήτη, ὅπως εἶνε ἡ  σελήνη. Αὐτοὶ ποὺ πῆγαν στὸ φεγγάρι δὲ βρῆκαν ἐκεῖ οὔτε νερό, οὔτε ἀέρα, οὔτε δέντρα, οὔτε ζῷα. Ἔρημο, παν­τέ­ρη­μο τὸ τοπίο, ξεραΰλα παν­τοῦ. Κι ὁ ἀστροναύτης ποὺ ἐπῆγε ἐκεῖ εἶπε· —Θεέ μου, πότε νὰ κατεβῶ στὴ γῆ, ν᾿ ἀνοίξω τὴν κάνουλα τοῦ σπιτιοῦ μου, νὰ πιῶ νερὸ νὰ δροσιστῶ!…
Ὅλα μᾶς τὰ ᾿δωσε ὁ Θεός. Δυστυχῶς ὅ­μως ὁ ἄνθρωπος εἶνε ἀχάριστος. Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια οἱ ἄνθρωποι εἶχαν αἴσθημα εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν Θεό. Δὲν κάθονταν στὸ τραπέζι νὰ φᾶνε, ἐὰν δὲν ἔκαναν τὴν προσ­ευχή τους· καὶ δὲ σηκώνονταν ἀπὸ τὸ τρα­πέζι, ἐὰν δὲν δόξαζαν καὶ δὲν εὐχαριστοῦσαν τὸ Θεό. Εἶχαν πάντα στὰ χείλη τὸ εὐχαριστῶ. Τώρα; Τώρα κλάψτε, κλάψτε… Πῶς μᾶς ἀνέ­χεται ὁ Θεός! πῶς δὲν πέφτουν πάνω μας τὰ ἄστρα, πῶς τὰ ποτάμια δὲν πλημμυρίζουν νὰ φτάσουν μέχρι πάνω στὶς κορυφὲς τῶν ὀρέ­ων, πῶς ἡ γῆ δὲν σείεται ἐκ θεμελίων, πῶς δὲν ἀνοίγει χάσματα νὰ μᾶς καταπιῇ!… Δόξα τῇ μακροθυμίᾳ σου, Κύριε. Μεγάλη ἀχαριστία! Τὴ μπου­κιὰ ἔχουμε στὸ στόμα, καὶ τὸ Χριστὸ βλαστημᾶμε. Ἀγνωμοσύνη. Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια οἱ εὐσεβεῖς ἄνθρωποι προτοῦ νὰ πιοῦν ἕνα ποτήρι νερὸ ἔκαναν τὸ σταυρό τους, εὐχαριστοῦσαν τὸ Θεό· ἢ πήγαιναν στὴν πηγὴ νὰ πιοῦν νερό, καὶ προτοῦ νὰ πιοῦν τὸ σταύρωναν. Ποιός τὸ κάνει σήμερα; Δὲν ἐκτιμοῦμε τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ. Πρέπει νὰ τὰ στερηθοῦμε γιὰ νὰ τὰ ἐκτιμήσουμε.
Λέει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ποὺ περι­ώδευσε ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον τὴν πατρίδα μας, ὅτι θὰ ἔρθουν χρόνια φοβερά, χρόνια κα­τηραμένα, καὶ θὰ μᾶς βροῦν μεγάλες τιμωρίες γιὰ τὰ φοβερὰ ἐγκλήματά μας. Πολλὰ πράγματα θὰ γίνουν στὸν κόσμο. Μεταξὺ τῶν ἄλλων θὰ στερέψουν οἱ πηγές. Ἕνα ποτήρι νερὸ θά ᾿χῃ μιὰ λίρα! τὸ εἶπε ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός. Καὶ ἔρχεται ἡ ὥρα αὐτή· στερεύουν τὰ ποτάμια. Τὰ στέρεψε ὁ Θεὸς γιὰ τὴν ἀχαριστία τῶν ἀνθρώπων. Λέει ἐπίσης, ὅτι καὶ τὸ ἀλεύρι καὶ τὸ ψωμὶ θὰ λιγοστέψουν «Μιὰ φούχτα ἀλεύρι, μιὰ χούφτα χρυσάφι», εἶπε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς. Ἐκεῖ θὰ καταλήξουμε. Γιατί; Διότι φύγαμε ἀπὸ τὸ Θεό· φύγαμε ἀπὸ τὶς ἐντολές του, φύγαμε ἀπὸ τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ.
Δέκα χιλιάδες χωριὰ ἔχει ἡ πατρίδα μας. Δῶστε μου, ἀγαπητοί μου, δῶστε μου ἕνα χωριό, ποὺ ὅλοι οἱ κάτοικοι, γυναῖκες καὶ ἄν­τρες, νὰ ἐφαρμόζουν τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο· δῶ­σ­τε μου ἕνα χωριό, στὸ ὁποῖο νὰ μὴν ὑ­πάρχῃ ἔγκλημα καὶ ἀτιμία καὶ ἐκμετάλλευσις, καὶ τὸ χωριὸ αὐτὸ θὰ εἶνε παράδεισος, καὶ ἂς εἶνε φτωχό, καὶ ἂς μὴν ἔχῃ τηλεοράσεις, καὶ ἂς μὴν ἔχῃ ἄλλα μέσα ἐπικοινωνίας, ῥαδιόφωνα, τηλέφωνα καὶ ῥαδιοφωνικοὺς σταθμούς. Ὅ­ποιος εἶνε κοντὰ στὸ Χριστὸ εἶνε πλούσιος, καὶ ὅποιος εἶνε μακριὰ ἀπὸ τὸ Χριστὸ εἶνε φτωχὸς καὶ πάμπτωχος. Κοντὰ στὸ Χριστὸ παράδεισος εἶνε, μακριὰ ἀπ᾿ τὸ Χριστό κόλασις εἶνε.
Τὰ πιστεύετε αὐτά; Ἐὰν τὰ πιστεύετε, τότε θὰ εἶστε πρόθυμοι νὰ ἐκκλησιάζεσθε. Εἴδατε τί ἔκαναν οἱ ἄνθρωποι τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου; Βάδισαν χιλιόμετρα γιὰ νὰ πᾶνε νὰ βροῦν τὸ Χριστό. Ἀλλὰ ἐσεῖς δὲν χρειάζεται νὰ βαδίσετε χιλιόμετρα. Ὁ Χριστὸς εἶνε ἐδῶ, κοντά σας, ἀνάμεσα στὰ σπίτια σας. Ὁ ναὸς βρίσκεται δίπλα σας. Ἐδῶ τελεῖται τὸ μυστή­ριο τῶν μυστηρίων, ἡ θεία λειτουργία. Ἐδῶ βρίσκεται ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς καὶ μᾶς καλεῖ νὰ κοινωνήσουμε τῶν ἀχράντων μυστηρίων.

* * *


Ὦ Θεέ μου, δῶσε φωτισμὸ σὲ ὅλους μας. Σκέπασε τὴν πατρίδα μας τὴν Ἑλ­λάδα. Εἴμεθα ἐδῶ στὰ σύνορα· λίγα χιλιόμετρα μᾶς χωρίζουν ἀπὸ τὸ κράτος τῶν Σκοπί­ων. Τί θὰ μᾶς προστατεύσῃ καὶ θὰ μᾶς ἀσφαλίσῃ; Σὲ παρακαλοῦμε, ἀξίωσέ μας νὰ ἐκτελοῦμε ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ἄντρες καὶ γυναῖκες, διδά­σκαλοι καὶ μαθηταί, ἀξιωματικοὶ καὶ στρατι­ῶται, ὅλοι ἐν γένει, τὸ ἅγιο θέλημά σου. Δός μας μιὰ Ἑλλάδα, ποὺ ὅλος ὁ λαός της νὰ ἐ­φαρμόζῃ τὸ Εὐαγγέλιο· μιὰ Ἑλλάδα, στὴν ὁ­ποία νὰ μὴν ὑπάρχῃ διαζύγιο, νὰ μὴν ὑπάρ­χουν ἀντρόγυνα χωρισμένα· μιὰ Ἑλλάδα ποὺ τὰ παιδιὰ νὰ ἀκοῦνε τοὺς γονεῖς· μιὰ Ἑλλάδα ποὺ νὰ μὴν ὑπάρχῃ μοιχεία καὶ πορνεία· μιὰ Ἑλλάδα, ἡ ὁποία νὰ ἔχῃ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Καὶ τότε ἡ πατρίδα μας θὰ εἶνε μεγάλη καὶ ἰσχυρά, πρὸς δόξαν τοῦ Κυ­ρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ· ὅν, παῖδες Ἑλλή­νων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.


† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Στὸ τέλος τῆς ὁμιλίας ὁ π. Αὐγουστῖνος λέει λίγα λόγια γιὰ τὸν ἱερέα, τὸν π. Συμεών Πανόπουλο], ποὺ συμπληρώνει 25 χρόνια (1992-25=1967), καὶ εἶνε πολύτεκνος τοῦ χωριοῦ, καὶ τὸν τιμᾷ μὲ τὸ ὀφφίκιον τοῦ οἰκονόμου. Στὴ συνέχεια λέει τὰ ἑξῆς λόγια).

  • Ἀπὸ τὴ μητρόπολι φέραμε χάριν τῶν κατοίκων Εὐαγγέλια γιὰ ὅλους. Περὶ Εὐαγγελίου δὲν σᾶς ὡμίλησα πρίν; Τὸ εὐαγγέλιο εἶνε τὸ πᾶν. Ἐφαρμόσαμε τὸ Εὐαγγέλιο; ἡ Ἑλλὰς θὰ εἶνε μία εὐτυχεστάτη χώρα τοῦ κόσμου· δὲν ἐφαρμόσαμε τὸ Εὐαγγέλιο; «οὐαὶ ἡμῖν». Λοιπὸν τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ δὲν τὸ διαβάζουμε δυστυχῶς – στὰ παλιὰ τὰ χρόνια τὸ εὐαγγέλιο διαβάζανε οἱ Χριστιανοὶ πρωΐ – μεσημέρι – βράδυ. Λοιπὸν θὰ σᾶς δώσω 30 Εὐαγγέλια, καὶ ἂν χρειαστῇ περισσότερα. Θὰ μοιράσῃς σὲ κάθε οἰκογένεια· αὔριο θὰ σᾶς δώσω σὲ κάθε οἰκογένεια. Ἐπὶ τῇ ἐπισκέψει τοῦ ἐπισκόπου καὶ τῇ τιμῇ, τὴν ὁποῖα σοῦ κάναμε, θὰ μοιράσῃς στοὺς Χριστιανούς σου ὅλους, στὶς οἰκογένειες, ἀπὸ ἕνα Εὐαγγέλιο. Καὶ μόνον ἂν ὑπάρχουν ἄθεοι καὶ ἄπιστοι, σ᾿ αὐτοὺς δὲν θὰ δώσῃς Εὐαγγέλιο. Δὲν πιστεύω στὸ χωριό, στὸ μικρὸ ἐδῶ, τὸ ἡρωϊκὸ χωριό, νὰ ὑπάρχουν ἄπιστοι καὶ ἄθεοι. Ἐπίσης στὰ κορίτσια ἐδῶ, στὶς κατηχήτριες.
  • Ὅλοι μαζί, μιὰ ψυχή, ἕνας λαός, ἕνας λαός!… ἡνωμένος μέχρι τελευταίας ἀναπνοῆς, μέχρι θανάτου, ἐμεῖς ποὺ ὑπηρετήσαμε τὴν πατρίδα στὰς σκληρὰς ἡμέρας πολέμου, ἐμεῖς ποὺ περιωδεύσαμε τὰ μέρη αὐτὰ σὲ ἡμέρες ὀδυνῶν καὶ μεγάλων συμφορῶν, ἐμεῖς πιστεύουμε ἀκραδάντως, ὅτι ἐδῶ ἡ Μακεδονία μας, ἡ Μακεδονία μας θὰ παραμείνῃ ἑλληνική]· ἦτο, εἶνε καὶ θὰ μείνῃ πάντα ἑλληνική, πρὸς δόξαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναὸ του Ἁγίου Νικολάου Κρατεροῦ – Φλωρίνης 9-8-1992)

www.augoustinos-kantiotis.gr 
Πηγή εἰκόνας: Ἱ. Ἡσ. Ἀνάστασις Χριστοῦ-Ἐμμαούς, Ἅγ. Βασίλειος Λαγκαδᾶ.

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2015

Ένα θαύμα του Γέροντα Παϊσιου από τον τάφο του στην Σουρωτή - (Ανέκδοτη μαρτυρία).


Μαρτυρία Ευαγγέλου Κ. από τη Θεσσαλονίκη :
"Από τα δώδεκα μου χρόνια υπέφερα από δαιμόνιο.
Η ζωή μου είχε γίνει μαρτύριο.
Μετά τους εξορκισμούς που μου διαβάζανε αισθανόμουν σαν να με είχαν δείρει.
Το Α' Σάββατο των νηστειών, το έτος 1995, ο πνευματικός μου προγραμμάτισε
να κάνουμε αγρυπνία στην Σουρωτή.
Πριν ξεκινήσουμε, αισθάνθηκα άγριο πόλεμο. Σε όλη την αγρυπνία δεν αισθάνθηκα καθόλου νύστα. Ήμουν στο κέντρο της Εκκλησίας κάτω και γύρω-γύρω μοναχές. Τελείωσε η αγρυπνία και άρχισαν να διαβάζουν αγιασμό. Αγρίεψα πολύ. Με πήγαν να φιλήσω τα λείψανα του Αγίου Αρσενίου.

Ήταν η πρώτη φορά, το λέω και ανατριχιάζω, που αισθάνθηκα και σωματικά κάψιμο. Στο τέλος γύρισα και είπα "Παΐ., Παΐ.". Με ρώτησε η Ηγουμένη : "Παΐσιος;" και κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου. Τότε αγρίεψα πάρα πολύ, άρχισα να τσιρίζω, με πήγαν στον τάφο, και εκεί φώναξα τρεις φορές "Άγιος".
Ενώ ήθελα και προσπαθούσα να φύγω με πιάσανε και με το ζόρι με ξαπλώσανε στον τάφο του Γέροντα ανάσκελα. Είδα τότε το γέροντα να ανασηκώνεται από τη μέση και πάνω σαν να ξυπνά από ύπνο, όχι σαν νεκρός. Ήταν ακριβώς ο ίδιος με τα γένια και τα ράσα του. Ήταν θέμα δευτερολέπτου. Με ακούμπησε με το χέρι του στο μέτωπο και την ίδια στιγμή είδα να βγαίνει μαύρος καπνός από το στόμα μου. Ηρέμησα παντελώς, αλλά ο σωματικός πόνος δεν έφυγε αμέσως. Κοιμήθηκα και από τον πόνο ξυπνούσα λέγοντας "Πονάω πολύ".
Επί σαράντα μέρες όμως ένοιωθα μια τέτοια χαρά, που από την χαρά μου έκλαιγα. Ίσως να ήταν παράτολμο αυτό που είπα : "Θεέ μου, έστω και μια ολόκληρη ζωή να βασανίζομαι όπως πρώτα, φθάνει να αισθανθώ πάλι, έστω και για ένα λεπτό αυτή την χαρά".
Το κείμενο επιμελήθηκε ο συνεργάτης του agioritikovima.gr Κυριάκος Διαμαντόπουλος
Πηγή: anaplastiki.
http://www.agiasma.info/forum/viewtopic.php?f=14&t=1927
http://apantaortodoxias.blogspot.com/2011/07/blog-post_6953.html

ΤΟ ΚΑΛΑΘΙ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ Παΐσιος




Μια μέρα ο Γέροντας Παΐσιος ησύχαζε στο κελί των Αγίων Αρχαγγέλων, στη σκήτη των Ιβήρων.
Ήταν Αύγουστος μήνας και είχαν περάσει οι οχτώ πρώτες μέρες του.
Ό Γέροντας τηρούσε αυστηρή νηστεία. Δεν είχε φάει μέχρι τότε τίποτα και οι σωματικές του δυνάμεις είχαν ελαττωθεί. Ωστόσο, το φρόνημα του ήταν ακμαίο και ή προθυμία του να βοηθάει τους αδελφούς της σκήτης, ιδίως αυτούς, πού ήταν μεγάλης ηλικίας, παρέμενε αμείωτη.
Γύρω στις δέκα το πρωί, χτύπησε την πόρτα του ό γέρο — Μάξιμος, ένας σεβάσμιος μοναχός, πού είχε πάρει απόφαση να κατεβεί στο μοναστήρι, για να περάσει εκεί τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής του.

-Δι' ευχών των αγίων, Γέροντα, ακούστηκε ή ψιλή φωνή του γέρο-Μάξιμου.
-Αμήν. Έλα μέσα, ευλογημένε, του απάντησε ό Γέροντας με χαμόγελο και του άνοιξε την πόρτα.

Οι δύο μοναχοί έδωσαν τον εν Χριστώ ασπασμό και κάθισαν σ' ένα καναπέ. Ό γέρο-Μάξιμος ήταν πάνω από ογδόντα ετών, είχε δηλαδή τα διπλάσια χρόνια του π. Παϊσίου. Τελευταία αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα υγείας και στη σκήτη δεν μπορούσε να έχει κάποια ουσιαστική βοήθεια, μια κι έμενε μόνος στο κελί. Ό Γέροντας Παΐσιος του ετοίμασε τον καφέ και τον ρώτησε πότε θέλει να κατεβεί στο μοναστήρι. Εκείνος με λυπημένο ύφος τού είπε:
-Παΐσιε αδελφέ μου, σήμερα λέω να κατεβώ και γι' αυτό θέλω να με βοηθήσεις. Έχω μαζεμένα τα πράγματα σε δυο τσουβάλια και τρία χαρτοκιβώτια Μου έδωσε και ό παπα-Ιάκωβος το μουλάρι, για να τα φορτώσουμε.
—Να 'ναι ευλογημένο, γέρο-Μάξιμε. Το μεσημέρι θα κατέβουμε στο μοναστήρι.
-Ξέρεις, Παΐσιε, πονάει ή καρδιά μου, πού φεύγω απ' εδώ, άλλα δεν μπορώ να μείνω άλλο. Κι εσύ δεν μπορείς κάθε μέρα να έρχεσαι να με βοηθάς και να μου δίνεις ευλογία.
-Καλά, Γέροντα Όπως θέλεις, τον καθησύχασε ό π. Παΐσιος.

Κουβέντιασαν λίγη ώρα ακόμα και μετά σηκώθηκαν, για να πάνε να φορτώσουν τα πράγματα. Στο μονοπάτι πρώτος βάδιζε ό γέρο-Μάξιμος, πού παρ' όλα τα γεράματα του προσπαθούσε να έχει γοργό βήμα και ακολουθούσε ό Γέροντας. Σε δεκαπέντε λεπτά είχαν φτάσει. Ό Γέροντας άρχισε να φορτώνει στο μουλάρι όλο το νοικοκυριό του αδελφού, ρίχνοντας και μερικές ματιές στο πρόσωπο του. Όταν όλα ήταν έτοιμα ό γέρο-Μάξιμος ανέβηκε να προσκυνήσει για τελευταία φορά στο εκκλησάκι και γρήγορα κατέβηκε τα λίγα σκαλοπάτια έχοντας τα μάτια του γεμάτα δάκρυα.

Ό Γέροντας κρατούσε το καπίστρι του μουλαριού και προχωρούσε σιγά - σιγά για να προλαβαίνει και ο γέρο—Μάξιμος από πίσω. Στο δρόμο έλεγε την Παράκληση της Παναγίας ψιθυριστά. Μετά από μισή ώρα, έφτασαν στην Πορταΐτισσα. Ξεφόρτωσαν το μουλάρι και με τη βοήθεια των άλλων δυο μοναχών μετέφεραν τα πράγματα σ' ένα ευρύχωρο κελί, οπού θα έμενε ό γέρο-Μάξιμος. Το μοναστήρι ήταν ιδιόρρυθμο κι έπρεπε ο καθένας μοναχός να έχει τα αναγκαία πράγματα, για να ζήσει.
Χωρίς καθυστέρηση, ο Γέροντας άνοιξε τα τσουβάλια και τα κουτιά, τακτοποίησε τα πράγματα και προέτρεψε τον αδελφό να ξεκουραστεί. Εκείνος, συγκινημένος απ' την αγάπη του Γέροντα, είπε:

Σε ευχαριστώ Παΐσιε. Ο Θεός να σου ανταποδώσει όλα όσα προσέφερες και , τον αγκάλιασε με τα τρεμάμενα γεροντικά του χέρια.

Ή συγκίνηση του γέρο-Μάξιμου ήταν μεγάλη. Ό Γέροντας του έπιασε το χέρι με σεβασμό, του το φίλησε και τού υποσχέθηκε ότι θα περνάει να τον βλέπει. Ή αποστολή του Γέροντα είχε τελειώσει. Χαιρέτησε και δυο τρεις άλλους μοναχούς, πού πέρασαν από μπροστά του και πήγε προς την έξοδο. Τότε τον πλησίασαν δυο δόκιμοι μοναχοί, οί οποίοι τον παρακάλεσαν να τους πει λόγο αγαθό. 'Ο Γέροντας τους είπε ότι βιάζεται και δεν θα καθίσει. Τους έδωσε την ευχή του κι έφυγε. Καθώς γύριζε στη σκήτη, το ανηφορικό μονοπάτι τον κούραζε πολύ. Δεν περπατούσε, όπως άλλες φορές. Ή νηστεία τον είχε εξαντλήσει. Μετά από τριακόσια περίπου μέτρα, όταν πια ήταν μέσα στο δάσος, άρχισε να ζαλίζεται. Κάθισε στη ρίζα κάποιας καστανιάς κι έκανε τρεις φορές τον σταυρό του. Πολύ λίγο φως έβλεπε. Άλλο απ' τη ζαλάδα άλλο απ' τη σκιά των δέντρων, ό Γέροντας βρισκόταν στο ημίφως. Ψιθύριζε, όμως, την ευχή, ακολουθώντας τον αργό ρυθμό της αναπνοής του.

Μετά από λίγη ώρα, όταν κάπως συνήλθε, είδε μπροστά του έναν νεαρό, πού είχε λαμπρό πρόσωπο και φορούσε λευκά ρούχα Στο χέρι του κρατούσε ένα μικρό καλαθάκι, το οποίο ήταν περίτεχνα φτιαγμένο. Ο νεαρός πήγε πολύ κοντά του, του πρόσφερε το καλαθάκι και τον προέτρεψε να φάει απ' το περιεχόμενό του.

Ό Γέροντας άκουσε το νεαρό, τον ευχαρίστησε και άπλωσε το χέρι ίου στους καρπούς, πού είχε το καλαθάκι. Πήρε πέντε κεράσια και άρχισε να τα τρώει. Θέλησε να ευχαριστήσει και για δεύτερη φορά τον νεαρό, άλλα δεν τον έβλεπε. Άρχισε να παραξενεύεται για το τι είχε συμβεί. Ξανάκανε το σταυρό του, άπλωσε εκ νέου το χέρι του στο καλάθι και δοκίμασε ένα μήλο.
Αμέσως, όμως του ήρθε λογισμός: «Αύγουστος μήνας κι εγώ τρώω κεράσια και μήλα;». Κοίταξε όλους τους καρπούς του καλαθιού και διαπίστωσε ότι οι περισσότεροι δεν ήταν της εποχής. «Άγγελος Κυρίου ήταν», μονολόγησε ό Γέροντας.

Κάθισε λίγη ώρα ακόμα γιατί ήθελε να κατανοήσει την εμφάνιση του Αγγέλου και να ευχαριστήσει τον Κύριο. Έφαγε το μήλο και μετά κρατώντας το καλαθάκι, συνέχισε τον ανήφορο. Περπατούσε κάπως ξεκούραστα. Αργά το απόγευμα, έφτασε στο κελί του και πήγε κατ' ευθείαν στο εκκλησάκι. Σταυροκοπήθηκε και γονάτισε. Ήθελε να ευχαριστήσει τον Κύριο, αλλά και να του παραπονεθεί:

«Κύριε, σ' ευχαριστώ για τα φρούτα πού μου έστειλες με τον Άγγελό σου. Όμως, εγώ χάλασα τη νηστεία! Δεν μπόρεσα να νηστέψω μέχρι της Παναγίας. Συγχώρεσέ με!».

Μετά σηκώθηκε, μπήκε στο κελί του και ξάπλωσε στο ξύλινο κρεβάτι του, για να ξεκουραστεί.
Ο κάματος της νηστείας και της μέρας ήταν πολύ μεγάλος.

Πρεσβύτερος  Διονύσιος Τάτσης
Εφημερίδα Ορθόδοξος Τύπος.