Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2019

Μυστήριο μεγάλο η ψυχή του κάθε ανθρώπου. Μόνο ο θεός ξέρει πραγματικά από τι υλικό είναι φτιαγμένη!!


Μυστήριο μεγάλο η ψυχή του κάθε ανθρώπου

Στα χρόνια τα παλιά, στα δύσκολα τα μέρη ετούτα και άγονα, υπήρχε ένας ληστής. Τον φώναζαν Δράκο. Πολλές οι ιστορίες που έχουν ειπωθεί για αυτόν στα τόσα χρόνια. Λέγανε ήταν τρομερός στην όψη ,με μαύρα μακριά μαλλιά και γένια και με μια δυνατή φωνή που έσκιαζε και σκύλο.


Χρόνια ολάκερα αυτός και οι άντρες του ήταν ο φόβος και ο τρόμος στην περιοχή μας. Πράγμα παράξενο όμως , το έχουν και το λένε ακόμα, δεν έβλαψε ποτέ φτωχό κι ανήμπορο. Τους πλούσιους ταλαιπωρούσε μόνο.

Είχαν να λένε όσοι τον ήξεραν, ότι η καρδιά του είχε δυο όψεις. Εκεί που ήτανε θεριό ανήμερο και σκόρπαγε φόβο και τρόμο σε όποιον βρισκότανε εμπρός του ,εκεί στα ξαφνικά μπορούσε να κλάψει στην θέα ενός παγιδευμένου και ανήμπορου ζώου που είχε πιαστεί σε κάποια παγίδα και έσκιζε τις σάρκες του στην προσπάθεια του να ελευθερωθεί. Δεν του άρεσε να βλέπει πονεμένες ψυχές .Δεν το μπορούσε.

Μυστήριο μεγάλο η ψυχή του κάθε ανθρώπου. Μόνο ο θεός ξέρει πραγματικά από τι υλικό είναι φτιαγμένη!!

Κάποια μέρα λοιπόν, όπως μας λέει η ιστορία μας , ο Δράκος με τα παλικάρια του μπήκαν κρυφά στο σπίτι του Μαμαλη του Μεγάλου Τσιφλικά και άρπαξαν από το σεντούκι του χρυσά και χρήματα. Όλοι ήταν στα χωράφια και κανείς δεν κατάλαβε τίποτα. Ποιος να περίμενε εξάλλου μέρα μεσημέρι ότι θα πάθαιναν τέτοιο κακό. Φεύγοντας όμως τους κατάλαβαν τα σκυλιά και άρχισαν να φωνάζουν, τα σκυλιά τα άκουσαν κάτι υπηρέτριες και σε λίγο ένα ολόκληρο απόσπασμα από τους ανθρώπους του Μαμαλη ξεχύθηκε στο κατόπι τους. Βέβαια ο Δράκος με τα παλικάρια του είχαν το προβάδισμα και θα γλίτωναν σίγουρα αν…..

Καθώς τρέχανε με τα άλογα είδαν στο αλώνι του Μαμαλη λίγο παρακάτω μια γριούλα κουλουριασμένη και μερικά παιδιά του χωριού να την κοροϊδεύουν και να της πετούν πέτρες.

Τραβάτε εσείς. Λέει στους άντρες του. Και έρχομαι και εγώ σε λίγο.

Τι κάνεις καπετάνιε; Τρελάθηκες; Αποκρίνονται αυτοί. Έλα να φύγουμε γρήγορα. Θα σε πιάσουνε.

Τραβάτε ορέ ,σας είπα. Έρχομαι.

Φύγανε κι αυτοί. Άλλο που δεν θέλανε, τόσοι που τους κυνηγούσαν και ο Δράκος έτρεξε αμέσως στο αλώνι και στην γριούλα.

Τι κάνετε εδώ ρε χαϊβάνι ; Τι σας έκανε ρε μούλικα η γιαγιά και την χτυπάτε ;

Κατουρήθηκαν από το φόβο τους τα παιδιά και λάκισαν κατά το χωριό φωνάζοντας.

Ο Δράκος. Ο Δράκος.

Αυτός δεν έδωσε σημασία. Κατέβηκε από το άλογο και έπιασε αμέσως την γριούλα να την συνεφέρει. Της σκούπιζε το πρόσωπο από τα αίματα και της χάιδευε τα μαλλιά με αγάπη και πόνο. Σχορατα γιαγιακα. Σχορατα. Δεν φταίνε αυτά. Οι πατεράδες τους τα έκαναν έτσι.. Μικρά είναι. Σχορατα.

Γύρισε η γριούλα και τον κοίταξε στα μάτια. Να ‘χεις την ευχή μου παιδί μου.

Να’ χεις την ευχή μου. Την κοίταξε κι αυτός στα μάτια και η ψυχή του σπαρτάρισε με μιας. Χάθηκε μέσα στα μάτια της.

Όλη η αγάπη και ο πόνος του κόσμου ήτανε μέσα σε αυτά τα δυο μάτια που κοίταγε μπροστά του. Και έμεινε εκεί σαν χαμένος κρατώντας την γριούλα να την κοιτά στα μάτια …..ενώ από τα δικά του μάτια άρχισαν να κυλούν ποτάμια τα δάκρυα.

Ο Δράκος!! ο φόβος και ο τρόμος του τόπου όλου, έκλαιγε σαν μωρό παιδί. Ούτε ο ίδιος δεν μπορούσε να καταλάβει τι του είχε συμβεί. Έκλαιγε και έκλαιγε και έκλαιγε.

Έτσι τον βρήκαν οι άνθρωποι του Μαμαλη. Να κρατά την γριούλα αγκαλιά και να κλαίει.

Εκείνη την εποχή το δίκιο δινότανε γρήγορα. Και μάλιστα για τον Δράκο ένας λόγος παραπάνω. Πολύ γρήγορα. Σκοινί, θηλιά, κάποιο δέντρο και πάει ο Δράκος.

Το τελευταίο πράγμα που θυμότανε ,ήταν η γριούλα που τον κοίταγε από κάποια απόσταση. Το τελευταίο πράγμα που θυμότανε ήταν τα μάτια της. Και με έναν αναστεναγμό έκλεισε τα δικά του… καθώς τεντώθηκε το σκοινί.

Και μετά………τα ξανάνοιξε!!

Μα…. Που βρισκότανε; Δεν ήταν κρεμασμένος σε ένα δέντρο. Ήτανε σε έναν μεγάλο κατάλευκο διάδρομο και δεξιά αριστερά τα ομορφότερα λουλούδια και δέντρα που είχε δει ποτέ του. Δεν πόναγε καθόλου και αισθανότανε πάρα πολύ ελαφρύς. Σαν πούπουλο. Τι είναι όλα αυτά; Σκέφτηκε. Τι συμβαίνει;

Και….ποιοι είναι αυτοί που έρχονται προς τα μένα; Μια γυναικεία φιγούρα πλημμυρισμένη στο φως πλησίαζε μπροστά απ’ όλους και πίσω της, δεξιά της και αριστερά της ,χιλιάδες πανέμορφοι άγγελοι να πετούν και να την συνοδεύουν ψέλνοντας. Η γυναίκα τον πλησίασε γρήγορα και του άπλωσε το χέρι χαμογελώντας. Έλα,!!!!!! του είπε.

Καλώς ήρθες στο σπίτι του παιδιού μου. Στο σπίτι σου!!

Παναγιά μου!!!!!!! Του βγήκε η φωνή από μέσα του. Και γονάτισε εμπρός της σκύβοντας το κεφάλι.

Αν μπορούσε να κλάψει εκεί που βρισκότανε σίγουρα θα ξέσπαγε σε κλάματα.

Μα εκεί δεν κλαίνε!!!!!!

Αυτή τον ακούμπησε απαλά .Έλα, του είπε πάλι.

Μα Παναγιά μου, εγώ; Τι θέλω εγώ ανάμεσα σας; Εγώ είμαι κακούργος, είμαι ληστής, έχω βλάψει κόσμο. Εμένα πρέπει να με τιμωρήσετε, όχι να με καλοδεχτείτε.

Του είπε τότε η Παναγιά.

Ξεχνάς ότι ο πρώτος που μπήκε στο Βασίλειο του γιου μου ήταν ληστής; Αυτό το Βασίλειο φτιάχτηκε παιδί μου για τους ληστές, τους κλέφτες και όλους τους παράνομους και αμαρτωλούς… που μετανοούνε .

Μα εγώ δεν πρόλαβα να μετανιώσω. Είπε πάλι ο Δράκος πάντα με σκυμμένο το κεφάλι.

Σταμάτησες να βοηθήσεις την ανήμπορη γερόντισσα ,ενώ μπορούσες να φύγεις και να σωθείς. Αυτό ήταν το εισιτήριο σου για το Βασίλειο του παιδιού μου.

Της καθάρισες το πρόσωπο και καθάρισες τις αμαρτίες σου.

Και τα δάκρυα που έριξες κρατώντας στην αγκαλιά σου την γριούλα ήταν η μετάνοια σου. Με όλα αυτά καθάρισες την ψυχή σου. Έλα παιδί μου. Με τιμές και δόξα πολύ, θα μπεις στον Παράδεισο!!!

Σήκωσε το κεφάλι ο Δράκος για πρώτη φορά να αντικρίσει την Παναγιά και… είδε τα μάτια της γριούλας από το αλώνι να του χαμογελούν. Τα μάτια της Παναγιάς!!!

Κι ενώ οι Άγγελοι τον σήκωναν ψηλά ψέλνοντας ύμνους με μαγευτικές μελωδίες και ουράνια ακούσματα , ξεκινώντας όλοι μαζί προς την τεράστια φωτεινή πύλη που φαινότανε στο τέλος του διαδρόμου, ο Δράκος κοιτώντας πάντα την Παναγιά στα μάτια, ήταν η μόνη ψυχή που πέρασε ποτέ στον παράδεισο κλαίγοντας. Από χαρά και ευτυχία. Η πιο αγνή ψυχή.!!!

Λένε ακόμα ιστορίες για τον Δράκο στην γη… μα και στον παράδεισο που θα ζει αιώνια.



Πηγή: askitikon.eu

π. Λίβυος: Μονάχα όταν κοιτάμε τον θάνατο διψάμε την ζωή


π. Λίβυος: Μονάχα όταν κοιτάμε τον θάνατο διψάμε την ζωή

Όσο βλέπω τον θάνατο να θερίζει ανθρώπους, τόσο περισσότερο πεισμώνω και διψάω να ζήσω.


Ο Χριστός ποτέ δεν καταδίκασε την ζωή και τις χαρές της, αλλά τον κόσμο της αμαρτίας, την παραμορφωτική ματιά που καταστρέφει και εγκλωβίζει την ομορφιά της δημιουργίας.

Δεν είναι κακά τα πράγματα και τα νοήματα τους, αλλά ο τρόπος που τα πλησιάζουμε και τα διαχειριζόμαστε ή μάλλον τα χρησιμοποιούμε.

Η ζωή αυτή δεν ακυρώνεται χάριν κάποιας άλλης αλλά γίνεται η συνέχεια της. Ανοίγει μια πόρτα από το τώρα στο μετά, μια γέφυρα διαβαίνουμε στην απέναντι όχθη. Μονάχα όταν κοιτάμε τον θάνατο διψάμε την ζωή, μονάχα όταν είμαστε στο Σταυρό λαχταράμε την ανάσταση.

Γι’ αυτό και όταν συναντιόμαστε με τον θάνατο δεν χρειάζεται να κρυβόμαστε αλλά να θυμόμαστε. Να θυμόμαστε όλα εκείνα που προσπαθεί να μας κλέψει, και πιστέψτε με δεν είναι τα λεφτά και η καριέρα μας.

Αλλά πολύ απλά και συνηθισμένα πράγματα. Τόσο συνηθισμένα που μονάχα όταν τα χάσουμε τα εκτιμούμε. Όπως ο έρωτας, το φιλί, η αγκαλιά, ο φίλος, ο περίπατος, το βουνό, η θάλασσα, το φαγητό, ο ύπνος, το διάβασμα, το γέλιο, μια ταινία που θα δούμε, ένα βιβλίο που θα διαβάσουμε, μια προσευχή που θα ψελλίσουμε, μια Λειτουργία που θα ζήσουμε. Μήπως τελικά όλα αυτά είναι συνηθισμένα γιατί ακριβώς είναι πολύτιμα;

π. Λίβυος

Παππού, βοήθησέ με, ο πειρασμός δεν με αφήνει ήσυχο


Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησόν με, να λες στην μάχη

– Παππού, βοήθησέ με.
– Τι έχεις, παιδί μου; μωρέ πολύ τρομαγμένος φαίνεσαι.
– Ε, να Γέροντα. ο πειρασμός δεν με αφήνει ήσυχο. Και στον ύπνο, αλλά και φανερά ξύπνιο με πολεμά. Στον ύπνο φωνές, απειλές. Στην αγρυπνία το ίδιο. Μόλις αρχίσω τον κανόνα μου χτυπά την πόρτα, ακούω άγριες φωνές, απειλές. Από τον φόβο μου τρέμω σαν ψάρι. Πού να πάω να γλυτώσω


– Μωρέ, εσύ μεγάλος αγωνιστής είσαι. Σε κατάλαβε ο σατανάς και γελά μαζί σου. Όταν λέμε «Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», ο πειρασμός κατακαίεται, μόνο που ακούει το όνομα του Χριστού. Πάση θυσία μηχανεύεται να μας καταφέρει να σιωπήσουμε.

Βάζει μέριμνες, ιδέες, περισπασμούς, και ό,τι άλλο φανταστείς. Μόνον ευχή να μη λέμε. Εσένα σε βρήκε δειλό. Σου λέει. ή σταματάς την ευχήν ή μπαίνω να σε σκοτώσω. Εσύ… το΄ χαψες. Βρε μην τον φοβάσαι. είναι ψεύτης.

Ούτε τρίχα δεν θα μας πειράζει αν δεν έχει την άδειαν από πάνω. Ο Θεός τον αφήνει για να σε γυμνάσει. Εμάς με τον Γέροντα (τον συνασκητή του Ιωσήφ τον Ησυχαστή και Σπηλαιώτη) μας έκαμε άλλα γυμνάσια ανώτερα.

Μέχρι και ξύλο φάγαμε απ΄ αυτόν τον καταραμένον. Όμως, εμείς δεν είμασταν δειλοί όπως εσύ. Όταν ερχόταν ο πειρασμός, εμείς ελέγαμε την ευχή με όλην μας την ψυχή. Εδίναμεν όλον τον εαυτόν μας στον Θεόν.

Η ευχή έτρεχε γρήγορα αλλά και καθαρά. Ο νους μας κολλούσε στο νόημα της ευχής. Κολλούσαμε στην προσευχή, στον Χριστό μας. Ερχόταν μέσα μας γαλήνη, χαρά, δάκρυα. Και τότε… ο πειρασμός άφαντος. Του λέγαμε και ευχαριστώ.

ΠΗΓΗ : ΙΩΣΗΦ Μ.Δ., Ο ΓΕΡΩΝ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΣΠΗΛΑΙΩΤΗΣ (1886 – 1983), ΣΥΝΑΣΚΗΤΗΣ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΩΣΗΦ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΟΥ, 2008, σ. 104 κ.ε

Αν και πηγαίνωμε στην εκκλησία, έχομε ένα κενό στην πίστι μας, δεν πιστεύομαι ουσιαστικά στον Θεό. Πού νομίζεται ότι οφείλετε αυτό;


Αν και πηγαίνωμε στην εκκλησία, έχομε ένα κενό στην πίστι μας, δεν πιστεύομαι ουσιαστικά στον Θεό. Πού νομίζεται ότι οφείλετε αυτό;

Θυμάστε εκείνο το περιστατικό, που ένας πατέρας πήγε το άρρωστο παιδί του στον Κύριο και Τον παρακάλεσε να τον βοηθήση.


Και είπε ο Κύριος: “Εάν πιστεύεις, πάντα δυνατά τω πιστεύοντι”.

Και αυτός ο άνθρωπος, ο βασανισμένος, ήταν ειλικρινής και είπε: “Πιστεύω, Κύριε, βοήθει μου τη απιστία” (Μαρκ. θ΄, 24).

Πιστεύω και ταυτόχρονα είμαι άπιστος βοήθησέ με να πιστέψω. Νομίζω ότι, αυτό που έχει σημασία είναι να είμαστε, σαν τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό, ειλικρινείς και να μην παριστάνομε το κάτι παραπάνω από ό,τι είμαστε. Καλλίτερα, λέει κάποιος, είναι μια πραγματική κόλαση από ένα φανταστικό παράδεισο”. Κ αν τυχόν εμένα μου λέτε καλά λόγια και δεν βλέπω εγώ την κακομοιριά μου, αλλά πιστέψω αυτά που λέτε, κι αρχίζω να κυκλοφορώ, σαν να είμαι αυτά που νομίζουν οι άλλοι, τότε κάτι δεν πάει καλά.

Εάν τυχόν νοιώθω μια πίστη, θα πρέπει να πω: “Δόξα τω Θεώ, νοιώθω μιαν ανάπαυση”. Εάν τυχόν νοιώθω μιαν αμφιβολία. Θα πρέπει να εξομολογηθώ τον λογισμό μου. Κι έτσι κενούμενος, αδειάζοντας κανείς και όντας τίμιος με τον εαυτό του, προχωρεί στην αλήθεια και βρίσκει τη μία πίστη, η οποία δεν είναι δοξασία, αλλ’ είναι φανέρωση της δυνάμεως, της αγάπης του Θεού, η οποία σώζει τον άνθρωπο∙ και τον ελάχιστο άνθρωπο, τον καθένα, τον κάνει Θεό, κατά χάρη∙ και ταυτόχρονα είναι αυτή η πίστη και η αγάπη, η οποία δυνάμει σώζει την οικουμένη.

Σας λέω: Να σέβεστε τον εαυτό σας, να είστε ειλικρινείς με τον εαυτό σας και να “επισκέπτεσθε” τον εαυτό σας, όπως λέει ο άγιος Συμεών. Και να εξασφαλίσετε μια ήσυχη ώρα και μια ήσυχη γωνιά, που θα είναι μόνο για τον εαυτό σας. Και μάθετε να λέτε το “Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλό: Εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού, ο Θεός, ο δυνατός∙ εγώ είμαι ο αδύναμος, ο αμαρτωλός. Σε γνωρίζω και δεν Σε γνωρίζω. Ξέρω ότι είμαι αδύναμος, ξέρω ότι Εσύ με αγαπάς και ζητώ το έλεός Σου”.

Εάν τυχόν αυτό γίνει, τότε θα βρούμε σιγά – σιγά τον εαυτό μας, και δεν θα είμαστε εκτός εαυτού, δεν θα ζούμε έξω από τον εαυτό μας. Εάν τυχόν δεν επισκεπτόμαστε τον εαυτό μας, εάν δεν έχομε μια ήσυχη ώρα και μια ήσυχη γωνιά, τότε θα είμαστε συνέχεια ζαλισμένοι και συνέχεια μαριονέτες, που μας κινούν άλλες δυνάμεις: είτε η τηλεόραση, είτε οι εφημερίδες, είτε τα μαθήματα, είτε η επιπολαιότης, είτε τα πάθη τα δικά μας … Ενώ το βαθύτερο είναι μας, αυτό το οποίο φέρει τη χάρη του αγίου Κοσμά του Αιτωλού, θέλει να πει:

“Κοίταξε, δεν είμαι τίποτε, αλλά ταυτόχρονα έχω μια δύναμη, που δεν φοβάται ούτε το χάρο”.
Για να γίνει αυτό το πράγμα, θα πρέπει κανείς να βρει τον εαυτό του. Και θα βρει κανείς τον εαυτό του, αν μπορεί να είναι ειλικρινής, κατ’ αρχήν, με τον εαυτό του. Και τότε θα νοιώσει ότι είναι, σαν άνθρωπος, ένα μπόλι ελάχιστο, το οποίο μπολιάζεται στην καλλιέλαιο. Μπολιάζεται σ’ ένα δένδρο βαθύρριζο, και νοιώθει ότι το μπόλι αυτό έπιασε. Μεγαλώνουν τα κλαδιά, ανθίζει το μπόλι και βγάζει καρπούς. Κι αυτό το ελάχιστο μπόλι έχει δικές το ρίζες, τις ρίζες τις βαθύτατες του αιωνόβιου δένδρου. Τότε κανείς νοιώθει ότι, αυτά που ζει μέσα του, ή αυτά που λέει, δεν είναι κάτι που τα διάβασε και κρατάει ένα χαρτί και τα λέει, αλλ’ είναι κάτι που βγαίνει από μέσα του. Και τι βγαίνει από μέσα του; Βγαίνει, μια στιγμή, ένα “Δόξα τω Θεώ”.

Κι αυτός ο άνθρωπος, που μέσα του έχει “μορφωθεί” ο Χριστός, αυτός ο άνθρωπος έχει μία υγεία πνευματική, έχει μία ηρεμία και μία ελευθερία, και νοιώθει ότι δεν έχει κανένα παράπονο για τίποτε και για κανένας άνθρωπο. Γιατί αν τυχόν εμείς παραπονιόμαστε και μουρμουρίζουμε και δυσανασχετούμε, σημαίνει όχι ότι μας φταίνε οι άλλοι, αλλ’ ότι εμείς δεν έχομε την υγεία την μεγάλη, το δυνατό σώμα για να χωνέψει τη κάθε τροφή, εμείς δεν έχομε ελάχιστη από τη χάρη και το δυναμισμό του αγίου Κοσμά του Αιτωλού.

Ένας άνθρωπος μορφωμένος εν Χριστώ, ένας άνθρωπος μικρός εν Χριστώ, δηλαδή μεγάλος, είναι ήσυχος, ήρεμος, δεν απειλεί κανέναν. Αλλ’ όλα το κάνουν καλό και λέει μόνο: “Δόξα σοι, ο Θεός”. Κι όσο περνούν τα χρόνια δεν χάνει δύναμη, αλλ’ αυξάνεται η δύναμή του. Και όταν γεράσει, τότε νοιώθει ότι τα γεράματα είναι συμπεπυκνωμένη νεότης. Και όταν πεθάνει, νοιώθει ότι δια του θανάτου μπαίνει σε μια πλήμυρα ζωής, την οποία δεν μπορούσε ν` αντέξει όσο ήταν ζωντανός.

Γέροντας Βασίλειος, Προηγούμενος Ιβηρίτης

Οι προφητείες που άκουσε η μακάρια Σταρίτσα Λιούμπουσκα από τον Άγιο Σεραφείμ της Βίριτσα



Άγιος Σεραφείμ της Βίριτσα: Θα έλθει καιρός - Προφητεία

Το όνομα Λιούμπουσκα (Αγαπούλα) προέρχεται από τη λέξη Λιουμπόβ που σημαίνει αγάπη.


Το χειμώνα του 1986, επισκεφθήκαμε για πρώτη φορά τη μακάρια Λιούμπουσκα. Σ’ αυτή μας έστειλε ο γέροντας Ν. από τη Λαύρα της Αγίας Τριάδος και του οσίου Σεργίου.

Έμενε στη Βίριτσα, κοντά στην Αγία Πετρούπολη, όπου κάποτε ζούσε ο γνωστός, μεγάλος γέροντας Σεραφείμ της Βίριτσα, που προσφάτως ανακηρύχθηκε άγιος της Εκκλησίας μας.

Αυτή η θαυμάσια σαλή εν Χριστώ-Αγαθούλα με συγκλόνισε με την ασύλληπτα απλή, μακάρια όψη της και ιδιαιτέρως με τις ακατανόητες, πολύπλοκες πράξεις της, με τις οποίες κάτι προσπαθούσε να δείξει στην ικετευτική δέηση της προς το Θεό.

Σταρίτσα Λιούμπουσκα † 11/09/1997: «Η υπομονή των θλίψεων είναι η υψηλότερη αρετή της εποχής μας»

Είχε κάποιο απερίγραπτο με λόγια μυστικό. Βλέποντας εμάς στην αυλή της εκκλησίας είπε:

-Να, οι παππούληδες έρχονται. Όταν της είπαμε ότι μας έστειλε ο πατέρας Ν., για να μάθουμε τη Θέληση του Θεού και το τί πρέπει κάνουμε, αφού δύο φορές μας είχαν «κόψει» από τη χειροτονία, αίφνης απήντησε:

– Πηγαίνετε στο μητροπολίτη Αλέξιο στο Λένιγκραντ (Αγία Πετρούπολη).

Τα λόγια της μας εξέπληξαν και τη ρωτήσαμε.

– Τι θα του πούμε;

– Θα πείτε ότι σας έστειλε η Λιούμπουσκα.

Σύμφωνα με τη μακάρια, πήγαμε στο μοναστήρι του αγίου Αλεξάνδρου Νιέφσκι. Στην Ακαδημία ρωτήσαμε με ποιο τρόπο θα μπορούσαμε να συναντήσουμε το Μητροπολίτη Αλέξιο. Μας απήντησαν ότι ο μητροπολίτης Αλέξιος βρισκόταν στην Ισπανία και θα επέστρεφε έπειτα από μία εβδομάδα. Δεν μπορούσαμε, για τόσο μεγάλο διάστημα, να παραμείνουμε στο Λένινγκραντ. Έπρεπε να επιστρέψουμε στη Μόσχα. Πρέπει να πούμε ότι, όσο περιμέναμε τη μακάρια μέχρι την αρχή της λειτουργίας, συναντηθήκαμε με μία ηλικιωμένη ενορίτισσα, η οποία μας μίλησε για τη Λιούμπουσκα και για τις συναντήσεις της με το γέροντα Σεραφείμ της Βίριτσας.

– Αυτός ήταν ένας μεγάλος δούλος του Θεού, προορατικός, έτσι άρχισε την διήγηση της. Απευθύνθηκα σ’ αυτόν με την παράκληση να με βοηθήσει με το γιο μου, τον οποίο κατήγγειλαν, για κατάχρηση περιουσίας, και ήθελαν να φυλακίσουν. Ο πατήρ Σεραφείμ μου είπε αμέσως: «Να μην στεναχωριέσαι. Δυστυχώς θα τον φυλακίσουν.

Όμως μετά από ένα χρόνο ο υιός σου θα βγει από τη φυλακή, θα τακτοποιηθεί και όλα θα είναι εντάξει». Έλεγε και άλλα θαυμαστά πράγματα. Προέβλεψε ότι πριν από τα έσχατα (το τέλος του Κόσμου) οι Δημοκρατίες της Σοβιετικής Ένωσης θα αποκόπτονταν απ’ τη Ρωσία. Η Ρωσία θα γινόταν πιο μικρή, όπως ήταν στα χρόνια του βασιλέως Ιβάν του Τρομερού. Προείδε επίσης ότι θα γίνονταν μεγάλες μετακινήσεις λαών, πολλά έθνη θα συγκεντρώνονταν στη δική τους γη και θα υπήρχε πολλή δυστυχία και φτώχεια. Μιλούσε για τους κάλπικους κυβερνήτες και την τρομερή διαφθορά που θα βασίλευε παντού στην αμαρτωλή Γη μας. Κάποια απ’ αυτά έχουν ήδη γίνει.

Η συνομιλία αυτή έγινε στα τέλη της δεκαετίας του ’40, λίγο πριν το θάνατο του πατέρα Σεραφείμ. Εγώ αυτά τα λόγια τα άκουσα έπειτα από σαράντα και πλέον έτη.

Πράγματι, όλα όσα θα συμβούν στο μέλλον στη χώρα μας, όλα τα γνωρίζει το Άγιο Πνεύμα και έτσι τα απεκάλυψε στον όσιο πατέρα Σεραφείμ πριν από πολλά χρόνια. Τα λόγια αυτά εντυπώθηκαν βαθιά στην ψυχή μου και πάντοτε θα τα θυμάμαι.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ ΣΤΟ ΦΩΣ. ΠΑΤΗΡ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΟΓΚΑΝ

Πηγή: apantaortodoxias.blogspot.gr

Αν πεθάνεις πριν πεθάνεις δεν θα πεθάνεις όταν πεθάνεις

Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου

«ν πεθάνεις πρίν πεθάνεις, δέν θά πεθάνεις ταν πεθάνεις» ἤ, μέ ἄλλα λόγια,
πῶς ἡ μελέτη τοῦ θανάτου, πού γιά μᾶς τούς Ἁγιορεῖτες μοναχούς, αἰώνες τώρα, εἶναι καθημερινή ὑπόθεση, φέρνει δίψα γιά οὐρανό καί ἀθανασία· γίνεται ἀφορμή γιά ἕνα ξέσπασμα ζωῆς, πού οἱ συντεταγμένες του βρίσκονται στήν αἰωνιότητα.
Γιατί, τί ἄλλο παρά φιλοσοφία περί τοῦ θανάτου εἶναι κατά βάθος ἡ ἀληθινή μοναχική ζωή; Φιλοσοφία γιά τά ἐντός καί τά ἐκτός τοῦ χρόνου τῆς ὕπαρξης· γιά ἀνέσπερους κόσμους ἐν τάφῳ…
Ἄς προσπαθήσουμε νά προσεγγίσουμε τό θέμα μας μέ συνοδοιπόρους τούς ἀσκητές Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀφορμή μας θά σταθεῖ ἕνα πράγμα, τό ὁποῖο ἐκ νεότητος μᾶς εἶχε συγκινήσει ἀλλά καί βοηθήσει στήν πορεία γιά τήν βίωση τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας.
Πρόκειται γιά μία ἐπιγραφή, πού τήν βλέπει κανείς ἀκόμη καί σήμερα, κάπου ἀνηρτημένη στό ἀρχονταρίκι μιᾶς ἁγιορείτικης μονῆς ἤ μιᾶς σκητιωτικῆς καλύβης, καί ἡ ὁποία  δημιουργεῖ προβληματισμούς, σκέψεις καί ὁπωσδήποτε… θέμα γιά συζήτηση τό βράδυ μεταξύ τῶν ἐφήμερων ἐνοίκων τοῦ ξενῶνα.
Τό σταυροαναστάσιμου χαρακτῆρα κείμενό της, πού ἐκ πρώτης ὄψεως θυμίζει λογοπαίγνιο, εἶναι τό ἑξῆς:
 «ν πεθάνεις πρίν πεθάνεις, δέν θά πεθάνεις ταν πεθάνεις».
 Καί βέβαια, ἔχοντας πάνω ἀπό τρεῖς δεκαετίες στή μοναχική ζωή, τώρα, μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ παραπάνω ἐπιγραφή θέλει περίπου νά πεῖ ὅτι: ὅταν πεθάνεις γιά τόν κόσμο καί γιά τά τοῦ κόσμου καί καταφέρεις νά νεκρώσεις τά πάθη σου, πρίν ἀκόμη ἔλθει ἡ ὥρα τοῦ βιολογικοῦ σου θανάτου, δέν θά πεθάνεις ὀντολογικά ὅταν ἔλθει αὐτή ἡ ὥρα, ἀλλά θά ζήσεις αἰώνια· μιά πού ἡ κάθαρση καί ἀπαλλαγή ἀπό τά ψυχοφθόρα πάθη εἶναι βασική προϋπόθεση γιά τή σωτηρία σου.
   Ἡ μελέτη τοῦ θανάτου εἶναι ἀπαραίτητη ἐργασία τοῦ μοναχοῦ πού θέλει νά νεκρωθεῖ γιά τόν κόσμο, καθώς αὐτή ὁδηγεῖ σέ θερμή καί πραγματική μετάνοια καί καθαρίζει τή ψυχή ἀπό τά πάθη.
 Ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης διηγεῖται στό περίφημο ἔργο του Κλμαξ γιά τόν σύγχρονό του μοναχό Ἡσύχιο ὅτι: «ζοῦσε ἀμελέστατα χωρίς τό παραμικρό ἐνδιαφέρον γιά τήν ψυχή του. Κάποτε λοιπόν συνέβη νά ἀσθενήσει πολύ βαριά καί νά φθάσει στό σημεῖο ὥστε ἐπί μία ὥρα ἀκριβῶς νά φαίνεται ὅτι πέθανε. Συνῆλθε ὅμως πάλι, ὁπότε μᾶς ἱκετεύει ὅλους νά φύγουμε ἀμέσως. Καί ἀφοῦ ἔκτισε τήν πόρτα τοῦ κελιοῦ του, ἔμεινε κλεισμένος μέσα δώδεκα χρόνια χωρίς νά μιλήσει καθόλου μέ κανέναν. Ὅλο αὐτό τό διάστημα δέν γευόταν τίποτ’ ἄλλο ἐκτός ἀπό ψωμί καί νερό. Καθόταν μόνον ἐκστατικός μπροστά σ’ ἐκεῖνα πού εἶδε στήν ἔκστασή του. Τόσο πολύ σκεπτικός, ὥστε ποτέ πλέον δέν ἄλλαξε ἡ ἔκφρασή του. Ἦταν πάντοτε σάν ἀφηρημένος, χύνοντας ἀθόρυβα καί συνεχῶς θερμά δάκρυα. Μόνο ὅταν πλησίασε ἡ ὥρα τοῦ θανάτου του, ἀποφράξαμε τήν πόρτα καί εἰσήλθαμε μέσα. Καί ἀφοῦ πολύ τόν παρακαλέσαμε, τοῦτο μόνο μᾶς εἶπε: ‘’Συγχωρήστε με, ἀδελφοί. Αὐτός πού γνώρισε τί σημαίνει μνήμη θανάτου, δέν θά μπορέσει πλέον ποτέ νά ἁμαρτήσει’’. Κι ἐμεῖς θαυμάζαμε βλέποντας τόν ἄλλοτε ἀμελέστατο νά ἔχει μεταμορφωθεῖ τόσο ἀπότομα μέ τήν μακαριστή αὐτή ἀλλαγή καί μεταμόρφωση. Ἀφοῦ τόν θάψαμε μέ εὐλάβεια στό κοιμητήριο πού βρίσκεται κοντά στό κάστρο, ὕστερα ἀπό μερικές μέρες ἀναζητήσαμε τό ἅγιο λείψανο, ἀλλά  δέν τό βρήκαμε. Μέ τό θαυμαστό αὐτό σημεῖο ὁ Κύριος πληροφόρησε πόσο εὐάρεστα δέχθηκε τήν ἐπιμελημένη καί ἀξιέπαινη μετάνοιά του».
Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου ἀφ’ ἑνός συγκρατεῖ τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν τάση του γιά ἁμαρτία, ἀφ’ ἑτέρου τόν παρακινεῖ νά καλλιεργήσει τήν ἀρετή. Διδάσκει σχετικά ὁ ἀββᾶς Ἠσαΐας: «Τρία πράγματα ἀποκτᾶ μέ δυσκολία ὁ ἄνθρωπος καί εἶναι αὐτά πού συντηροῦν ὅλες τίς ἀρετές: Τό πένθος, τά δάκρυα γιά τίς ἁμαρτίες του καί ἡ ἐνθύμηση τοῦ θανάτου του. Διότι ὅποιος καθημερινά συλλογίζεται τόν θάνατο καί λέγει στόν ἑαυτό του ‘’Μόνο τή σημερινή ἡμέρα ἔχω νά ζήσω σ’ αὐτόν τόν κόσμο’’, αὐτός ποτέ δέν θά ἁμαρτήσει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ἐκεῖνος πού ἐλπίζει νά ζήσει πολλά χρόνια, θά ἐμπλακεῖ σέ πολλές ἁμαρτίες».
  Ὁ Μέγας Ἀντώνιος ἔλεγε στούς μαθητές του: «Γιά νά μήν πέφτουμε σέ ἀμέλεια γιά τή σωτηρία μας, καλό εἶναι νά συλλογιζόμαστε διαρκῶς τόν λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου ‘’καθ’ ἡμέραν ἀποθνήσκω’’»· νά ζοῦμε δηλαδή σάν νά πεθαίνουμε κάθε ἡμέρα». Καί ἐξηγεῖ ὁ ‘’καθηγητής τῆς ἐρήμου’’ συνεχίζοντας τό λόγο του: «Κάθε μέρα ὅταν ξυπνήσουμε νά σκεπτόμαστε ὅτι δέν θά βραδιάσουμε. Καί ὅταν πρόκειται νά κοιμηθοῦμε νά σκεπτόμαστε ὅτι δέν θά ξυπνήσουμε, ἀφοῦ ἡ διάρκεια τῆς ζωῆς μας εἶναι ἀπό τή φύση της ἄγνωστη. Ἄν ἔτσι σκεπτόμαστε, οὕτε θά ἁμαρτήσουμε, οὔτε θά ἐπιθυμήσουμε τίποτε, οὔτε θά ὀργιστοῦμε μέ κανέναν, οὔτε θά μαζέψουμε θησαυρούς στήν γῆ. Ἀντίθετα, περιμένοντας τόν θάνατο καθημερινά, θά ἐπιδιώξουμε τήν ἀκτημοσύνη καί θά συγχωροῦμε ὅλα σέ ὅλους».
Σύμφωνα μέ τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἡ μνήμη τοῦ θανάτου εἶναι ἕνα δῶρο τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο. Καθώς γράφει ὁ ὅσιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος «ἡ πρώτη ἔννοια τήν ὁποίαν τοποθετεῖ ἡ θεία φιλανθρωπία στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου καί ὁδηγεῖ τήν ψυχή στή ζωή εἶναι ἡ ἐνθύμηση τοῦ θανάτου. Στό λογισμό αὐτό ἀκολουθεῖ μέ φυσικό τρόπο ἡ καταφρόνηση τοῦ κόσμου καί ἀπό τό σημεῖο αὐτό ἀρχίζει στόν ἄνθρωπο κάθε ἀγαθή κίνηση πού τόν ὁδηγεῖ στή ζωή». Καί συνεχίζει ὁ ἀββᾶς Ἰσαάκ: «Τοῦτο τόν λογισμό πολύ τόν μισεῖ ὁ διάβολος καί γι’ αὐτό προσπαθεῖ μ’ ὅλες του τίς δυνάμεις νά τόν ἐκριζώσει ἀπό τόν ἄνθρωπο. Ἄν τοῦ ἦταν δυνατόν, θά ἔδινε στόν ἄνθρωπο ὅλα τά βασίλεια τοῦ κόσμου, μόνο καί μόνο γιά νά ἐξαφανίσει ἀπό τό νοῦ του, μέ τούς περισπασμούς, αὐτόν τό λογισμό. Κι αὐτό γιατί γνωρίζει ὁ δόλιος ὅτι, ἐάν ὁ λογισμός αὐτός παραμείνει στόν ἄνθρωπο, δέν στέκεται πιά ὁ νοῦς του σ’ αὐτόν τόν ψεύτικο κόσμο, οὔτε μποροῦν νά τόν πλησιάσουν οἱ δαιμονικές πανουργίες».
Εὔχεστε καί γιά τόν γράψαντα τά παραπάνω ἀδελφοί !
Από agioritikoslogos.blogspot.com

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2019

π.Ανδρέας Κονάνος: Μάθε να κοιτάς το φως κι όχι το σκοτάδι, ν’ ανοίγεις τα χέρια σου στον Χριστό





Mας λέει ο Χριστός: «Ήρθα στη γη Εγώ, ο Θεός, για να σε μάθω, παιδί μου, να μην πηγαίνεις πάρα πολύ μακριά με το μυαλό σου. Γιατί θα αρρωστήσεις. Μη φορτώνεσαι πολλά. Ζήσε κάθε μέρα με απλότητα. Φάε το ψωμάκι σου σήμερα. Και πες “ευχαριστώ”.

Σήμερα δεν έχεις να φας; Εχεις. Τώρα που διαβάζεις δεν έχεις να φας; Εχεις. Γιατί, αν δεν είχες, δεν θα είχες το κουράγιο νηστικός να διαβάζεις. Εχεις να φας. Σε τρελαίνουν σκέψεις όμως για το μετά. “Αύριο δεν θα βρω δουλειά. Μου είπαν ότι θα μ’ απολύσουν. Με φοβίζει η κρίση…”» Και επιμένει ο Χριστός: «Κοίτα το σήμερα. Αύριο, φίλε μου, μπορεί να μας πάρει ο Κύριος και να ξεκουραστούμε, να πάμε στον Παράδεισο». (Μην ανησυχείς, δεν θα σε πάρει, αλλά το λέω επειδή σε πιάνει αυτός ο πανικός για το μετά. Είσαι σίγουρος γι’ αυτό το μετά;)
Ολα αυτά που έχεις στην καρδιά σου είναι λογισμοί. Αλλαξε τους λογισμούς σου κι όλα θα τα δεις αλλιώς. Ηρθε ο Κύριος στη γη για να σου δώσει φωτεινούς λογισμούς και να δεις όλα τα θέματά σου μέσα στο φως Του, ώστε να πάρεις ελπίδα, δύναμη και κουράγιο!
Γεννήθηκε ο Χριστός για να σε γαληνέψει. Μάθε να ανακοινώνεις και να λες αυτά που έχεις μέσα σου. Για να ηρεμείς. Να επικοινωνείς με έναν άνθρωπο που αγαπάς και να μοιράζεσαι τον πόνο σου. Μην τα κρατάς όλα αυτά μέσα σου. Διότι έτσι γίνονται δηλητήριο και στο τέλος αρρώστια. Γιατί και οι σωματικές αρρώστιες ξεκινούν από ψυχικές εντάσεις.
Κι ήρθε ο Χριστός στη γη γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο: να σου πάρει τον καρκίνο. Της ψυχής και του σώματος. Διότι, αν η ψυχή σου γαληνέψει, αν κοιμάσαι σαν τα παιδάκια, που δεν έχουν αγωνία για το αύριο, θα είναι και το σώμα σου γαλήνιο. Εχεις ακούσει ποτέ κάποιο παιδάκι να λέει με αγωνία: «Τι θα κάνω αύριο, για να δούμε;» Το παιδάκι ζει τη στιγμή! Το τώρα. Εσύ θα σκεφτείς, βέβαια, για το μέλλον των παιδιών σου. Θα σκεφτείς για τα χρήματα που έχεις στην τράπεζα και πρέπει να συγκεντρώσεις για το δάνειο, για το σπίτι, για τα έξοδα, για το αυτοκίνητο. Θα τα σκεφτείς όλα αυτά, αλλά όχι με τέτοιον τρόπο, που να σε διαλύσουν. Δεν πρέπει να διαλυθείς. Θα τα σκεφτείς για λίγο και μετά θα πεις: «Εχει ο Θεός. Σήμερα καλά δεν είμαστε; Καλά δεν πάει η ζωή; Καλά πάει». Καλά πάει!
Μάθε να λες ένα «ευχαριστώ». Μάθε να κοιτάς το φως κι όχι το σκοτάδι. Και ν’ ανοίγεις τα χέρια σου στον Χριστό, όπως έλεγε ο Άγιος Πορφύριος, «η λύση για το σκοτάδι της γης δεν είναι να σκαλίζουμε αυτό το σκοτάδι και ν’ ασχολούμαστε μαζί του. Άνοιξε την αγκαλιά σου στον Χριστό. Να η λύση».
Είναι δυνατό να υπάρχει ο Χριστός δίπλα σου, ο Κύριος, και να έχεις και απελπισία; Αν βάλεις τον Χριστό στη ζωή σου, θα σου φέρει την ελπίδα. Δες αλλιώς αυτό που σε πονά. Μπορείς να το δεις αλλιώς.
Εχεις πάθει… Ξέρεις τι έχεις πάθει; Εναν εθισμό. Μια συνήθεια στην απογοήτευση. Και τη ζητάς πλέον διαρκώς. Πόσες φορές το βλέπω αυτό όταν μιλάω με κάποιον και προσπαθώ να του δώσω ελπίδα, αλλά εκείνος αντιστέκεται στη χαρά. Και μ’ εσένα το ‘χω πάθει αυτό. Να προσπαθώ εγώ να μεταφέρω ένα κύμα ελπίδας στην ψυχή σου κι εσύ να μην το δέχεσαι. Κι ενώ μπορείς να χαρείς, με τον τρόπο σου λες: «Οχι, όχι, εγώ προτιμώ να βρω κάτι να απογοητευτώ, να σκεφτώ κάτι δυσάρεστο. Μου φαίνεται πιο συνηθισμένο και βολικό. Δεν γίνεται να πιστέψω ότι εγώ θα χαρώ! Δεν μπορώ να δεχτώ ότι όλα θα πάνε καλά στη ζωή μου. Πρέπει να βρω κάτι να στενοχωριέμαι». Κι ήρθε ο Χριστός και μας είπε να χαιρόμαστε.

Από το βιβλίο του π. Ανδρ. Κονάνου «Στο βάθος κήπος»