Τετάρτη 10 Απριλίου 2013

Κόντογλου Φώτης (1896-1965)

Του Ι. Μ. ΧΑΤΖΗΦΩΤΗ
Αν σήμερα έχουμε πλήρη συνείδηση του ποια είναι η ελληνορθόδοξη παράδοση του λαού μας, αυτό οφείλεται σε μια δράκα πνευματικών ανθρώπων και καλλιτεχνών ανάμεσα στους οποίους ο Μικρασιάτης (από το Αϊβαλί -Αρχαίες Κυδωνιές) αγιογράφος, ζωγράφος, πεζογράφος και μαχητής της Ορθοδοξίας Φώτης Κόντογλου (1896-1965) κατέχει ηγετική θέση. Οσο περνάει ο καιρός, γίνεται ευρύτερα αντιληπτό το μέγεθος της προσφοράς, αλλά και η πολυμέρεια του Κόντογλου. Βλέπουμε λ.χ. ότι δεν ήταν μόνο ένας λαμπρός αγιογράφος, που επανασυγκόλλησε την εκκλησιαστική ζωγραφική παράδοση, αλλά και ένας από τους πατέρες της νεοελληνικής ζωγραφικής, με προσωπικό έργο σημαντικό και μαθητές έναν Τσαρούχη, έναν Εγγονόπουλο κ.ά. Διαπιστώνουμε ότι δεν ήταν απλά ένας συγγραφέας κουρσάρικων περιπετειών, που αφοσιώθηκε στη θρησκειολογία, όπως τον κατηγόρησαν μερικοί, αλλά ένας δυναμικός πεζογράφος με βαθύτατη ελληνική συνείδηση. Ανθρωπος αγνός ανεπιτήδευτος, με την ταπεινοσύνη που χαρίζει το γνήσιο ορθόδοξο βίωμα, έκρυβε μέσα του τέτοια καλοσύνη, που μόνο θαυμασμό είναι δυνατό να προκαλεί. Κουβαλώντας τις ρίζες της γνήσιας μεταβυζαντινής παράδοσης του Μικρασιάτη Ελληνισμού, με τους αγώνες μιας ολόκληρης ζωής, ο Κόντογλου μας έφερε με το χρωστήρα και το λόγο κοντά στις ρίζες αυτές, μας βοήθησε να ξαναβρούμε τον εαυτό μας, αποκατέστησε τη συνέχεια στην εκκλησιαστική μας Τέχνη αποδιώχνοντας κάθε δυτική και αναγεννησιακή μίμηση, έδωσε στην πεζογραφία μας τα φτερά που της έλειπαν για πτήσεις σ' ένα υψηλό ρωμαλέο επίπεδο δημιουργίας μακριά από τις ψευτομιμήσεις των ξένων προτύπων και μας άνοιξε τα μάτια στους κινδύνους του άκριτου οικουμενισμού. Οι σημερινές εξελίξεις στην Ανατολική Ευρώπη ήρθαν δυστυχώς να τον επιβεβαιώσουν πλήρως και σε αυτό. Ο Κόντογλου είδε το φως το 1896 (υπάρχουν αμφιβολίες για την ακριβή χρονολογία, αναφέρονται επίσης το 1895 και το 1897), στις 8 Νοεμβρίου. Γονιοί του ήταν ο Νικόλαος Αποστολέλλης και η Δέσπω Κόντογλου, από την οποία πήρε και το επώνυμο του. Αυτό οφείλεται στο ότι τον πατέρα τον έχασε πολύ νωρίς και την ευθύνη της οικογένειας του ανέλαβε ο αδελφός της μητέρας του αρχιμανδρίτης Στέφανος Κόντογλου, «ηγούμενος της παρά τας Κυδωνιάς Ιεράς Μονής της Αγίας Παρασκευής». Οπως σημειώνει ο ίδιος ο Κόντογλου «την Αγία Παρασκευή τη λέγανε μοναστήρι μα στ' αληθινά, ήτανε ένα υποστατικό που το όριζε ο ηγούμενος. Δεν είχε μήτε καλόγερους, μήτε τα άλλα που έχουν τα μοναστήρια. Ο γούμενος και το σόγι του ορίζανε τα γύρω βουνά, τους ελαιώνες, τα χωράφια, τα περιβόλια, τους βοσκότοπους, τις αλυκές, τη θάλασσα, τα ζωντανά που βοσκούσανε στους μεράδες. Γούμενος χειροτονιότανε ένας από την οικογένεια, ο πιο γραμματισμένος κι ο πιο τιμημένος, κι αυτό γινότανε πάππων-προπάππων». «Τα «μικρά του χρόνια -σημειώνει αλλού- τα έζησε σ' ένα νησάκι που ήτανε κτήμα της οικογένειας του κ' έτσι δέθηκε στενά με τη φύση, ιδίως με τη θάλασσα.
Η Μεταμόρφωση του Σωτήρος, του Φ. Κόντογλου. Συλλογή Ε. Μπαστιά.
Προσωπογραφία της Μαρίας Κόντογλου, από τον Φ. Κόντογλου. Συλλογή Δ. Κοντογλου-Μαρτίνου.
Γι' αυτό ήθελε να γίνει πλοίαρχος». Κι αλλού: «Μοιρολογώ την κουρσεμένη πατρίδα μου, τ' Αϊβαλί της Μικράς Ασίας και μαζί τη ζεστή φωλιά μου, το υποστατικό που ζούσα αποτραβηγμένος». Νησί δηλ. αποκαλεί ο Κόντογλου τη χερσόνησο, όπου βρισκόταν η Αγία Παρασκευή: «Το βασίλειο μου δεν ήτανε νησί. Ητανε ένα μεγάλο χερσόνησο, που κολλούσε στη μεγάλη στεριά μ' έναν στενόν λαιμό από άμμο». Ο Φώτης Κόντογλου είχε τρία μεγαλύτερα αδέλφια: τον Γιάννη, τον Αντώνη και την Αναστασία (Τασίτσα). Τα μαθητικά του χρόνια τα πέρασε στην πατρίδα του τ' Αϊβαλί. Εκεί έβγαλε το σχολαρχείο και από το 1908 ως το 1912 φοίτησε στο Γυμνάσιο. Μαζί με τους συμμαθητές του, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Αϊβαλιώτη κεραμίτσα Π. Βαλσαμάκη, έβγαλε το πολυγραφημένο περιοδικό «Μέλισσα», που στόλιζαν δικά του σχέδια. Ανάμεσα τους ήταν και ο συγγραφέας Στρατής Δούκας που έχει γράψει: «Κείνη την εποχή, συχνά με πήγαινε σε διάφορες εκκλησίες, για να μου δείξει μερικές καλές εικόνες και αγιογραφίες που ξεχώριζαν». Το Αϊβαλί ήταν θαλασσινή πολιτεία κι έτσι ο Κόντογλου πέρασε τα μαθητικά του χρόνια ανάμεσα σε ναυτικούς, καράβια, ξωκλήσια και μια πανέμορφη φύση. «Δεν ξέρω -γράφει κάπου- αν γεννήθηκε στη στεριά ή μέσα στο νερό. Θαρρείς πως δεν έχω βγει από την κοιλιά της μάνας μου, αλλά από τη θάλασσα». Κι αλλού: «Σαν ήμουν μικρός βρισκότανε ακόμα πολλά καράβια. Εφταξα σκαριά, που σήμερα λείψανε ολότελα και που τα βλέπουμε πια μονάχα ζωγραφισμένα». Αν και πήγε για δυο χρόνια στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, ο Κόντογλου ανήκε στην κατηγορία των μεγάλων καλλιτεχνών, που δεν έχουν ανάγκη από ακαδημαϊκές σπουδές, για να καλλιεργήσουν το ταλέντο τους. Αλλωστε, τη βυζαντινή Τέχνη σε ποια σχολή να τη διδαχτεί; Το γεγονός, εξάλλου, ότι τον έγραψαν αμέσως στο τρίτο έτος λέγει πολλά. Τη σχολή διήθυνε ο Ιακωβίδης. Δίδασκαν τότε σ' αυτήν ο Βικάτος, ο Γερανιώτης, ο Καλούδης και ο Ροϊλός. Τα χρόνια της Αθήνας ήταν δύσκολα. Το 1913-1914 έμενε μαζί με τον Δούκα και μετά για ένα διάστημα στην Κολοκυνθού, μαζί με τον Παπαλουκά. Οικονομικές δυσχέρειες τον ανάγκασαν να δουλέψει «ρετουσέρ» σε φωτογραφείο. Η περιέργεια που πάντοτε τον διέκρινε, η αγάπη στα ταξίδια, οι καλλιτεχνικές του ανησυχίες τον έφεραν το 1915 στην Ευρώπη: «Ταξίδεψα -μας πληροφορεί ο ίδιος- σε κάμποσα μέρη και έζησα στη Γαλλία έξι χρόνια και λιγότερο σε άλλα μέρη». Αυτά ήταν το Περιγκέ, η Λιμόζ, το Παρίσι, το Βέλγιο, η Ισπανία κ.λπ. Ζούσε, όπως γράφει «ζωγραφίζοντας κάπου-κάπου, γράφοντας λίγα πράγματα και ονειροπολώντας περισσότερο». Το ψωμί του το έβγαζε δουλεύοντας αρχικά ως τορναδόρος, μετά ως ανθρακωρύχος. Το Παρίσι, που το θεωρούσε ακόμη τότε «ποιητικό, αξιαγάπητο», είχε επίδραση την εποχή αυτή πάνω του. Δεν έχει παρά να ρίξει κανείς μια ματιά στο σχέδιο από την εικονογράφιση της «Πείνας» του Κνουτ Χάμσουν, που βραβεύτηκε από το παρισινό περιοδικό «Illystration», με το οποίο συνεργαζόταν. Την ίδια τεχνοτροπία ακολουθεί και στα αθηναϊκά του των χρόνων 1923-1924 (Βέλμος, Φιλήντας, Δασκαλάκης κ.λπ.). Εχει μάλιστα δημοσιευτεί μια φωτογραφία του Κόντογλου το 1919 μαζί με μια καλλιτεχνική συντροφιά στο παρισινό «ατελιέ» του Παπαλουκά, όπου φοράει «παπιγιόν»! Οπωσδήποτε ο «αγνός Ανατολίτης» είχε υποστεί τα χρόνια αυτά μια επιφανειακή παραμόρφωση. Ο ίδιος θα γράψει στην ωριμότητα του: «Πηγαίνετε, ψευτοέλληνες, να φωτιστείτε απ' το ηλιοβασίλεμα. Να δείτε πώς βγαίνει ο ήλιος απ' τη Δύση. Εσείς που ντρέπεστε να σας λένε Ανατολίτες». Τι μεσολάβησε όμως και άλλαξε τόσο ο καλλιτέχνης. Ο Νίκος Ζίας προσδιορίζει δύο πολύ σοβαρούς παράγοντες, τη Μικρασιατική Καταστροφή και το ταξίδι του στο Αγίον Ορος. Το 1919 ο Κόντογλου επιστρέφει στο Αϊβαλί και περιμένει εκεί ως το τραγικό Εικοσιδύο. Συμμετέχει στη σύσταση του πνευματικού σωματείου «Νέοι Ανθρωποι», διδάσκει γαλλικά και Ιστορία Τέχνης στο ελληνικό Σχολείο Θηλέων. Το 1920 είδε το φως από το τυπογραφείο του «Κυδωνιακού Αστέρα» η πρώτη έκδοση του έργου του «Πέδρο Καζάς», που φέρεται τυπωμένο στο Παρίσι. Το 1921 ο Κόντογλου ντύθηκε στρατιώτης και γνώρισε την εμπειρία της Μικρασιατικής εκστρατείας. Εχει δημοσιευτεί φωτογραφία του με στρατιωτικά μαζί με την αδελφή του, Τασίτσα, το 1921 στο Αϊβαλί. Η Μικρασιατική Καταστροφή τον πλήγωσε βαθύτατα. Εβλεπε από τη Λέσβο, όπου είχε καταφύγει μαζί με την οικογένεια του πρόσφυγας τη γενέτειρα του και δάκρυζε. Από τη Λέσβο ήρθε στην Αθήνα, όπου ο πνευματικός και καλλιτεχνικός κόσμος του επιφύλαξε θερμή υποδοχή. Το 1922 κυκλοφόρησε ο «Πέδρος Καζάς» στην Αθήνα σε δεύτερη έκδοση και έγινε ευμενέστατα δεκτή. Τότε γνωρίστηκε με το ζεύγος Καζαντζάκη, την Ελλη Αλεξίου και τον άνδρα της Βάσο Δασκαλάκη, τον Μάρκο Αυγέρη και άλλους πνευματικούς ανθρώπους και καλλιτέχνες. Στην αρχή έκανε εικονογραφήσεις για τον εκδοτικό οίκο Ελευθερουδάκη. Συνεργάστηκε επίσης με τον Γανιάρη, που του εξέδωσε και δικά του έργα. Είχε τότε και μία αρραβωνιαστικά που τη λέγανε Σεμέλη Στρογγυλή. Δεν τα πήγανε όμως καλά μαζί, γιατί ήταν αντίθετοι χαρακτήρες και σύντομα χώρισαν. Εμενε τότε ο Κόντογλου με την Ελλη Αλεξίου στο σπίτι της οδού Δεινοκράτους 2. Το 1922 είναι πράγματι σταθμός στη ζωή του Κόντογλου, γιατί τότε ανεβαίνει στο Αγιον Ορος, που επιδρά έντονα στη συγγραφική και καλλιτεχνική του πορεία. Φτάνει εκεί, «σπρωγμένος από φυσική αγάπη προς την άγρια φύση και τις περίεργες περιπέτειες», όπως όμως έχει ομολογήσει, ουσιαστικά «ξαναγεννήθηκε». Το 1923 ξαναπηγαίνει κι επισκέπτεται πολλά μοναστήρια.

Ο Αγιος Δημήτριος του Φ. Κόντογλου. Συλλογή Α. Μωραΐτη.
Η κοιλάς του Κλαυθμώνος ή Πρόσφυγες, του Φ. Κόντογλου. Συλλογή Δ. Κόντογλου- Μαρτίνου.

Πιο πολύ τον τραβάνε οι παραθαλάσσιες σκήτες, όπου συναντά συμπατριώτες του από το Αϊβαλί μοναχούς ψαράδες. Εκανε τότε ωραία σχέδια και έγραψε θαυμάσιες περιγραφές του Αθω, όπως η παρακάτω: «Τ' Αγιον Ορος είναι ένας ανεχτίμητος θησαυρός, ένα πράμα μοναδικό μέσα στον κόσμο. Ο,τι και να πω ποτέ δεν θα μπορέσω να παραστήσω το τι αισθήματα καταλαβαίνω γι' αυτό το παράξενο βουνό, το Γερο-Αθωνα, που ξεπετιέται ολόισια μέσα από τη θάλασσα και φτάνει στα σύννεφα. Το ζώνει πέλαγο άγριο και τρικυμισμένο, μα απάνου στο Ορος το κάθε τι είναι ήμερο και αγιασμένο. Τα δάση του μοσκοβολάνε σαν εκκλησιά από τις μυρσίνες, από τις δάφνες κι από κάθε λογής μυρωδάτο λουλούδι. Μέσα στα βαθιά φαράγγια, που δεν τα φτάνει ο ήλιος, ακούς να βουίζουνε νερά παγωμένα, δίχως να τα βλέπεις, γιατί είναι κρυμμένα μέσα στα πυκνά δέντρα και στις μπερδεμένες περικοκλάδες. Εκεί μέσα βασιλεύει μυστήριο, που δεν το ταράζει κανένας. Την αυγή σε ξυπνάνε τ' αηδόνια, πλήθος γλυκιές φωνές, που λες πως δεν βρίσκεσαι πια απάνω στη γη, μόνο στον Παράδεισο». Φυσικά ο Κόντογλου ενθουσιάστηκε και μελέτησε την Τέχνη του Ορους και όπως εκτιμάται επηρεάστηκε από την «κρητική σχολή» στο αγιογραφικό του έργο και από τη «μακεδόνικη» στο κοσμικό, που είναι πιο ελεύθερο. Και δεν κράτησε τις γνώσεις μόνο για τον εαυτό του, τις μετέδωσε στους μαθητές του και πάσχισε να τις διαδώσει όπου μπορούσε, με αποτέλεσμα σήμερα οι αναγεννησιακές κακοτεχνίες να μην μπαίνουν πια σε κανέναν ορθόδοξο ναό. Το 1925 κυκλοφόρησε το λογοτεχνικό περιοδικό «Φιλική Εταιρεία» που έβγαλε συνολικά έξι τεύχη. Ενα χρόνο πριν, έχει εγκατασταθεί σε ένα προσφυγικό σπίτι επί της οδού Λαμψάκου 27 και Ταρσού στη Νέα Ιωνία. Το 1926 μεταφέρεται στην οδό Αγίας Λαύρας 27 στην περιοχή Κυπριάδου. Το 1928 πηγαίνει στην οδό Προμηθέως 20 στην Κολιάτσου. Το 1929 στην οδό Ιωάννου Δροσοπούλου 26 και το 1931 αποκτάει ιδιόκτητο σπίτι στην οδό Βιζυηνού 16 στα Ανω Πατήσια. Από το 1925 είναι νυμφευμένος με τη συμπατριώτισσα του Μαρία Χατζηκαμπούρη. Ο γάμος του έγινε από τον παπα-Ιωάννη Σακκά στις 27 Φεβρουαρίου 1925, όπως προκύπτει από το «Πρωτόκολλον Συνοικεσίων Προσφυγικού Συνοικισμού Νέας Ιωνίας Αθηνών 1924-1929», που βρίσκεται στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών και στο οποίο έχει καταχωριστεί υπ' αριθμ. 89. Κουμπάρος του ήταν ο Βασίλης Δασκαλάκης. Το 1927 γεννήθηκε η κόρη του Δέσποινα, το μοναδικό παιδί του. Την περίοδο αυτή συνεργαζόταν με το περιοδικό «Ελληνικά Γράμματα», που εξέδωσε από το 1927 ως το 1931 στην Αθήνα ο Κωστής Μπαστιάς, με τον οποίο συνδέθηκε με στενή φιλία. Μεταξύ 1925 και 1935 έκανε πέντε εκθέσεις στην Αθήνα και πήρε μέρος σε εκθέσεις στο Λονδίνο, το Παρίσι, τη Στοκχόλμη, τις Βρυξέλλες, την Αλεξάνδρεια, τη Νέα Υόρκη και την Αργεντινή. Ο ίδιος έχει σημειωμένο: «Εκτός από αγιογραφίες έχει ζωγραφίσει και θέματα κοσμικής ζωγραφικής, αλλά πάντοτε στο ύφος της βυζαντινής παράδοσης, όπως είναι οι τοιχογραφίες του Δημαρχείου Αθηνών, λουτρά με κεραμικά κ.ά.». Κι αλλού: «Πλήρης τοιχογράφησις αιθούσης του Δημαρχείου Αθηνών με παραστάσεις εκ της μυθολογίας και της ελληνικής Ιστορίας από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι τις Επαναστάσεως του 1821, καθώς και τέσσερις συνθέσεις εις ετέρας δύο αίθουσας. Εικονογράφησις βιβλίων, λογοτεχνικών και θρησκευτικών (σχέδια, λιθογραφίαι, ξυλογραφίαι, χαλκογραφίαι), σχεδιάσματα λαογραφικής ύλης (παλαιών οικιών, επίπλων, υφασμάτων, εργαλείων, πλοίων, φρουρίων κ.λπ.)». Το 1926, όπως έχει παρατηρήσει η Αγάπη Καρακατσάνη, ο Κόντογλου αποδεσμεύεται από κάθε «ακαδημαϊκή» επίδραση. «Τότε άρχισε να δοκιμάζει και έναν άλλο τρόπο έκφρασης, ολότερα διαφορετικό, εμπνευσμένο από τη βυζαντινή και τη λαϊκή ζωγραφική». Μετά τον πόλεμο, τα κοσμικά έργα λιγοστεύουν, ο καλλιτέχνης αφιερώνεται στην αγιογραφία, όπως και το γράψιμο του στρέφεται σε θέματα καθαρά ορθόδοξα. Στα κοσμικά έργα του Κόντογλου περιλαμβάνονται τοπία από την Ελλάδα, αλλά και φανταστικά, πορτρέτα, πίνακες ναυτικών, Μικρασιατών, γυναικών «φαγιούμ» κ.λπ. Διεξοδικά ασχολείται με το κοσμικό έργο του Κόντογλου ο Νίκος Ζίας στη διδακτορική διατριβή του «Η κοσμική ζωγραφική του Φώτη Κόντογλου» (Αθήνα 1985). Ο Κόντογλου εργάστηκε ως συντηρητής το 1931 στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας, όπου μαζί με το μαθητή του Γιάννη Τσαρούχη έκαναν την ψευδορθομαρμάρωση της «κρήνης» σε φρέσκο. Το 1933 δίνει μαθήματα ζωγραφικής και Ιστορίας της Τέχνης στο Κολλέγιο Αθηνών. Το 1935 εργάστηκε στο Μουσείο Κερκύρας και το 1937 στο Κοπτικό Μουσείο Καΐρου ως συντηρητής υπό τη διεύθυνση του Μπούντρος Γκάλι πασά. Μεταξύ 1936 και 1938 εργάστηκε κατά διαστήματα στο Μυστρά. Ο Καζαντζάκης τον συνάντησε στην Περίβλεπτο και περιγράφει πώς τον βρήκε να καθαρίζει με ένα δυο βοηθούς τις τοιχογραφίες. Εργάστηκε ακόμη στο Αφεντικό, τους Αγίους Θεοδώρους και την Αγία Σοφία (την αναστηλωτική φροντίδα είχε ο Αναστάσιος Ορλάνδος).

Ο Μακεδονομάχος , του Φ. Κόντογλου, 1926. Συλλογή Στ. Κωνσταντινίδη.
Η πόρτα του Παλαμιδιού, του Φ. κόντογλου. Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών.
Το 1932 με τη συνεργασία των μαθητών του Γιάννη Τσαρούχη και Νίκου Εγγονόπουλου ζωγράφισε τους τοίχους του σπιτιού του επί της οδού Βιζυηνού 16. Θέματα των τοιχογραφιών: μυθικά, ιστορικά, εξωτικά, μεγάλοι βυζαντινοί ζωγράφοι, αρχαίοι Ελληνες, καπεταναίοι, ερημίτες κ.λπ. Στην περίοδο της Κατοχής, ο Κόντογλου αναγκάστηκε να πουλήσει το σπίτι του κι οι νέοι ιδιοκτήτες, σύμφωνα με τον Γ. Μαστορόπουλο, έβαψαν τους τοίχους με λαδομπογιές! Τελικά από τον βανδαλισμό αυτό γλίτωσαν λίγα κομμάτια, που έχουν αποτοιχιστεί και συντηρηθεί. Το σπίτι ξαναγύρισε στην κυριότητα του Κόντογλου το 1952. Πριν από την Κατοχή, ο Κόντογλου είχε ιστορήσει το ναΰδριο της οικογένειας Ζαΐμη στο Ρίο Πατρών και το ναΰδριο Πεσματζόγλου στην Κηφισιά. Προπολεμικά, επίσης, είχε φιλοτεχνήσει έναν αριθμό εικόνων που βρίσκονται στο ναό της Κοίμησης στο Μοναστηράκι, στο ναό του Ερυθρού Σταυρού και στο Βυζαντινό Μουσείο. Με τη συνεργασία της Αγγελικής Χατζημιχάλη φιλοτέχνησε ένα λεύκωμα βυζαντινών σχεδίων, που εξέδωσε το 1936 η Εταιρεία Βυζαντινών Σπουδών. Το 1939 άρχισε την ιστόρηση της Ζωοδόχου Πηγής Παιανίας με βοηθό του τον Γ. Γλιάτα: Ακολούθησαν οι τοιχογραφήσεις, των εξής ναών: Καπνικαρέα (1942-1959), Αγ. Γεώργιος Ν. Ιωνίας (1947), Αγ. Ανδρέας Κ. Πατησίων (1950), παρεκκλήσιο Αγ. Γεωργίου στον Αγ. Κωνσταντίνο Ομονοίας (1950-1952), Αγ. Βαρβάρα Αιγάλεω (1950), Αγ. Αρτέμιος Γούβας (1952), Ευαγγελισμός Ρόδου (1952), Αγ. Γεώργιος Στεμνίτσας (1954), Αγ. Γεώργιος Ν. Ηρακλείου (1954), Αγ. Χαράλαμπος Πολυγώνου (1954-1958), Αγ. Γεώργιος Κυψέλης (1954-1961), Καθολικό Μονής Πεντέλης (1955), Αγ. Βαρβάρα Καλλιθέας (1955), Αγ. Νικόλαος Κ. Πατησίων (1957-1960), παρεκκλήσιο Πατέρα στο Ψυχικό (1958-1959), Αγ. Στέφανος στη Σαφράμπολη (1958), ναΰδριο Καμπάνη στο Πικέρμι (1960), ναΰδριο Γουλανδρή στην Εκάλη (1960-1961) και παρεκκλήσιο Πολυκλινικής Αθηνών (1965). Την αναγραφή τους οφείλουμε στον Γ. Μαστορόπουλο, που τη δημοσίευσε στη «μνήμη Κόντογλου» των Εκδόσεων «Αστέρος» (1975). Σύνολα εικόνων φορητών του Κόντογλου ή με συνεργασία μαθητών του, σύμφωνα με την αναγραφή του Μαστορόπουλου, υπάρχουν σε ναούς σε Ξυλόκαστρο, Ανδρο, Κερατσίνι, Περισσό, Κύμη, Κρέσταινα Ολυμπίας, Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών, Τεγέα, Χαλκίδα, Λέσβο, Χίο, Τσάρλεστον, Γιοχάνεσμπουργκ, Λονδίνο και ιδιωτικές συλλογές. Οι σημαντικότεροι μαθητές του Κόντογλου, εκτός από όσους μνημονεύσαμε ήδη (Τσαρούχη, Εγγονόπουλο, Γλιάτα), υπήρξαν ο Κ. Γεωργακόπουλος, ο Π. Βαμπούλης, ο Ράλλης Κοψίδης, ο Π. Οδάμπασης, ο Κύπριος Γ. Γεωργίου, ο Δημήτριος Σεντουκάς ή Δούκας, ο Ι. Τερζής, ο Στ. Παπανικολάου, ο Ν. Ιωάννου, ο Γ. Δασκαλάκος, ο Γ. Χοχλιδάκης, ο Ι. Παπαδέλης κ.ά. Το 1952-1953 είχε μαζί με τον Β. Μουστάκη την επιστασία του περιοδικού ορθοδόξου πνευματικότητας «Κιβωτός» (εκδ. «Αστήρ»). Πλουσιότατο υπήρξε και το συγγραφικό έργο του Φώτη Κόντογλου, που άρχισε το 1962 να συγκεντρώνεται σε τόμους με το γενικό τίτλο «Εργα» στη σειρά των Εκδόσεων «Αστήρ», με επιμέλεια Ι.Τ. Παμπούκη (ως τον Ε' τόμο. Τον Στ' επιμελήθηκε ο Βασ. Μουστάκης και τον Ζ' ο Π.Φ. Χριστόπουλος. Εκδόθηκαν κατά σειρά: «Το Αιβαλί η πατρίδα μου», «Αδάμαστες ψυχές», «Η Πονεμένη Ρωμιοσύνη», «Γιαβάς ο θαλασσινός κι άλλες ιστορίες», «Πέδρος Καζάς», «Βασάντα και άλλες ιστορίες», «Μυστικά Ανθη», «Φημισμένοι άνδρες και λησμονημένοι». Αλλα έργα του Φώτη Κόντογλου είναι: «Τάξείδια σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και της Ανατολής» (1928), «Ο Αστρολάβος» (με ζωγραφιές του ίδιου και του μαθητή του Γιάννη Τσαρούχη, 1934), «Ο Μυστικός κήπος» (1944) και «Πηγή Ζωής, ήγουν λόγοι των θεοφόρων Πατέρων εξηγημένοι» (1951), «Λεωνίδα Ουσπένσκη: Η εικόνα» (μετάφραση, 1952), «Το κατά Ματθαίον Αγιον Ευαγγέλιον εξηγούμενον το κατά δύναμιν δια του απλούστερους» (1952), «Βίβλος καλούμενη Εκφρασις, ήγουν ιστόρησις της παντίμου Ορθοδόξου Αγιογραφίας, της και λειτουργικής καλούμενης» (δύο τόμοι, 1960), σε ένα τόμο ο «Βίος και πολιτεία του Βλασίου Πασκάλ του διά Χριστόν σαλού», που πρωτοβγήκε το 1947 μαζί με την «Πηγή Ζωής» (1976), «Σημείον Μέγα, ήγουν τα Θαύματα της Θερμής» (1962) κ.ά. Μετά το θάνατο του, εκτός από πλήθος επανεκδόσεων, εκδόθηκαν κυρίως από άρθρα του στην εφημερίδα «Ελευθερία»: «Θάλασσες, καΐκια και καραβοκύρηδες» (1978, επιμέλεια Ι.Μ. Χατζηφώτη). «Ευλογημένο Καταφύγιο» (1985, επιμέλεια Π.Β. Πάσχου), «Γίγαντες ταπεινοί» (1991, επιμέλεια Κ. Κυριακίδη) και το ανέκδοτο βιβλίο του «Ο Καστρολόγος» (1987, επιμέλεια Ι.Μ. Χατζηφώτη). Η Ακαδημία Αθηνών του απένειμε το 1965 το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών. Γενικά για τον συγγραφέα βλ. Ι.Μ. Χατζηφώτη: Φώτιος Κόντογλου, 1978-9. Κάτοχος ενός χυμώδους γλωσσικού οργάνου κι ενός απαράμιλλου ύφους, ο πεζογράφος Κόντογλου είτε αναφέρεται στη βυζαντινή και μεταβυζαντινή Ρωμιοσύνη, τους πόνους και τους καημούς της, είτε σε επώνυμες και ανώνυμες μορφές της, αυτοκράτορες, στρατηγούς, καπεταναίους, αρματολούς και κλέφτες, λήσταρχους και πειρατές, αγίους και απλούς παπάδες, κερδίζει τον αναγνώστη του με τη\ ενάργεια του λόγου του καλλιεργώντας έντεχνα την εθνική αυτογνωσία και το ορθόδοξο φρόνημα. Εξαίρετος θαλασσογράφος, ξεχωρίζει για τηλ πρωτοτυπία και τη βαθιά ανθρωπιά, που διαποτίζει τους ήρωες και τις σελίδες του. Ακαταπόνητος, εργατικότατος, φίλος των απλών ανθρώπων αφιέρωσε μια ζωή στην υπηρεσία τοι Γένους του. Πέθανε στις 13 Ιούλιοι 1965, μετά από αυτοκινητιστικό δυστύχημα το Σεπτέμβιο του 1963.

Σχέδιο του Φ. Κόντογλου για μωσαϊκή διακόσμηση του εσωτερικού του λουτρού του Τ. Πίσσα και Ε. Παπαηλιού (μακέτα). Συλλογή Ε. Βοΐλα-Λάσκαρη.
Δημοσιεύτηκε από τον χρήστη

Τρίτη 2 Απριλίου 2013

ΑΠΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΥΠΑΡΞΙΑΚΗ ΕΡΗΜΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ «ἔρρει τά καλά, γυμνά τά κακά…»

ΑΠΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΥΠΑΡΞΙΑΚΗ ΕΡΗΜΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ
«ἔρρει τά καλά, γυμνά τά κακά…»

(Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος)


ὑπό π. Νικηφόρου Νάσσου.




Δέν εἶναι ὁλίγα καί ἀμελητέα τά προβλήματα τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου καί μάλιστα τοῦ «θέλοντος εὐσεβῶς ζεῖν». Ἀκοῦμε ἀπό παντοῦ μηνύματα ἀπαισιοδοξίας, «ὅλα μαῦρα, ὅλα χάλια, δέν ἔμεινε τίποτε ὄρθιο» κλπ, ὅπως λέγεται ἀπό πολλούς. Δεν ἔχουν ἄδικο ὅσοι περιγράφουν με τα μελανότερα χρώματα αὐτές τίς τραγικές καταστάσεις, ὅσοι διαζωγραφίζουν αὐτή τή φοβερή κρίση πού διέρχεται ὁ τόπος μας και δεν ἐννοοῦμε μόνο τήν οἰκονομική κρίση (γιά τήν ὁποῖα δέν θά μιλήσουμε ἐδῶ), ἀλλά γιά τήν πνευματική, ἀφοῦ ἔνεκα αὐτῆς ἔρχονται οἱ ἄλλες κρίσεις… Δέν εἶναι, λοιπόν, ἐκτός πραγματικότητος οἱ ἐπισημαίνοντες τό «κατάντημα» καί τό ἀδιέξοδο στό ὁποῖο ἔχει περιέλθει αὐτός ὁ ἔνδοξος τόπος, ὁ χώρος τῶν μεγάλων κατακτήσεων σέ ὅλα τά ἐπίπεδα, ἡ κοίτη τῶν μεγάλων ἰδανικῶν καί ἀξιῶν…Τά γεγονότα καί τά πράγματα εἶναι ὄντως ἀπογοητευτικά και κατ᾿ ἄνθρωπον σφόδρα μελαγχολικά… ἘΡΗΜΙΑ ΠΑΝΤΟΥ ! ΦΥΡΜΟΣ ΚΑΙ ΣΥΓΧΙΣΙΣ, ΧΑΟΣ ΚΑΙ ΣΚΟΤΟΣ ΨΗΛΑΦΗΤΟΝ!

Ἔρχεται στό νοῦ μας μία ἐπιστολή πόνου καί ἁγωνίας ἑνός μεγάλου Πατρός καί Διδασκάλου τῆς Ἐκκλησίας μας τοῦ ἀετοῦ τῆς Θεολογίας ὅπως ἀποκαλεῖται, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ. Τοῦ ἔγραψε κάποιος φίλος του, ὁ ρήτορας Εὐδόξιος, ὁ ὁποῖος τόν ἐρώτησε γιά τήν ὑγεία του καί γενικά γιά τήν κατάσταση τῶν ἐκκλησιαστικῶν καί τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων. Ἡ ἀπάντηση τοῦ ἁγίου, ἐκ πρώτης ὄψεως…μελαγχολική, ἀλλά στήν πραγματικότητα λίαν παρηγορητική, ἀποκαλυπτική περί τῆς τότε ἐποχῆς ἀλλά καί σίγουρα ἐπίκαιρη καί διαχρονική! Μέ τή χαρακτηριστική ποιητικότητα τῶν κειμένων του, ὁ φωστήρ τῆς Ναζιανζοῦ, καταπλήσσει και διδάσκει, παρηγορεῖ και ἐμπνέει. Ἀετός τοῦ πνεύματος και τῆς Θεολογίας ὁ Γρηγόριος, ὑμνητικός ἐρωδιός τῆς ἐσταυρωμένης Ἀγάπης, ὑψιπετής και οὐρανόφρων, ἀλλά καί «χαμηλός» ὅταν χρειάζεται, ἀνθρώπινος, προσγειωμένος στήν πραγματικότητα, ἄμεσος, συμπονετικός, προσιτός.

Ἀρχίζει μέ τή διεκτραγώδηση τῶν προσωπικῶν του παθημάτων, τήν ἔλλειψη τῶν γονέων, οἱ ὁποίοι στηρίζουν τόν κάθε ἄνθρωπο (κατά κανόνα βέβαια), τήν ἔλλειψη τοῦ σαρκικοῦ ἀλλά καί τοῦ πνευματικοῦ του ἀδελφοῦ (Μ. Βασιλείου), τά προβλήματα τοῦ γήρατος καί τῆς ὑγείας, τίς περιπλοκές καί «ἐπιθέσεις» τῶν διαφόρων θεμάτων, τίς μέριμνες καί φροντίδες πού ἔχει κάθε προΐστάμενος καί δή μάλιστα πνευματικός πατέρας, ποιμένας λογικῶν προβάτων, καθοδηγός ἀθανάτων ψυχῶν:

«Ἐρωτᾷς πῶς τά ἡμέτερα. Καί λίαν πικρῶς». Ρωτᾶς, λέγει, πῶς πᾶνε τά δικά μου; Πολύ ἄσχημα! Νά, λοιπόν, πού καί οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας ἦταν ρεαλιστές και ὄχι ἀπόκοσμοι καί μονοφυσιτικοί, ὅπως κακῶς πολλοί τούς χαρακτηρίζουν! Καί συνεχίζει ὁ ἱερός Πατήρ: «Βασίλειον οὐκ ἔχω, Καισάριον οὐκ ἔχω, τον πνευματικόν ἀδελφόν καί τόν σωματικόν.Ὁ πατήρ μου και ἡ μήτηρμου ἐγκατέλιπόν με, μετά τοῦ Δαβίδ φθέγγομαι.Τα τοῦ σώματος πονηρῶς ἔχει (τό σῶμα μου εἶναι σέ κακή κατάσταση), το γῆρας ὑπέρ κεφαλῆς, φροντίδων ἐπιπλοκαί, πραγμάτων ἐπιδρομαί»… (Βλ. Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου συγγράμματα, ἐκδ. ΕΠΕ, 7, σ. 152).

Μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ, ὁ Γρηγόριος περιγράφει τά δικά του τήν προσωπική του κατάσταση. Στη συνέχεια ὅμως, θα διαζωγραφίσει γλαφυρότατα καί μέ παροιμιώδη τρόπο καί λογοτεχνική δεινότητα τήν ἐπικρατοῦσα ἐκκλησιαστική ἀλλά καί κοινωνική κατάσταση τῆς ἐποχῆς του, ἀφοῦ ὁμολογεῖ για την ἀπιστία τῶν φίλων δηλ. την ἔλλειψη τῆς πραγματικῆς φιλίας (καί…ὁμιλοῦμε για τον πέμπτο αἰῶνα!), γιά τήν ἔλλειψη τῶν καλῶν ἀπό τον κόσμο, γιά τήν ἀπροκάλυπτη ἐμφάνιση τῆς κακίας, δηλαδή τῆς ἁμαρτίας, τῆς ἀποστασίας, τῆς ποικίλης διαφθορᾶς.

Ἀκόμη, ὁ ποιητικός και ρητορικός Γρηγόριος, μᾶς ὁμιλεῖ για το ταξίδι μας μέσα στη νύχτα, ὁπου δεν ὑπάρχει πουθενά φάρος, δεν ὑπάρχει φῶς… Και καταλήγει στήν ὡραιότατη ἐπιστολή πόνου, λέγοντας τή φράση «Χριστός καθεύδει», ὁ Χριστός «κοιμᾶται», «ἡσυχάζει», κατά κάποιο τρόπο (ἀνθρωποπαθῶς θά λέγαμε) ἀδρανεῖ…: «Τά τῶν φίλων ἄπιστα, τά τῆς Ἐκκλησίας ἀποίμαντα.Ἔρρει τά καλά, γυμνά τά κακά,ὁ πλοῦς ἐν νυκτί, πυρσός οὐδαμοῦ, Χριστός καθεύδει»…(ὅπου π.)

Μήπως καί στήν ἐποχή μας δέν πραγματοποιοῦνται τά ἀνωτέρω; Ὑπάρχει ἀληθινή, γνήσια καί πραγματική φιλία κατά Θεόν στούς περισσοτέρους ἀνθρώπους στήν ἰδιοτελῆ καί χρησιμοθηρική κοινωνία μας; Μέ τόν φανό τοῦ Διογένους πρέπει νά ψάξει κανείς γιά νά συναντήσει πιστό φίλο, τέτοιον πού τόν περιγράφει πάλι ὁ ἅγιος Γρηγόριος λέγοντας ὅτι «φίλου πιστοῦ οὐκ ἔστιν ἀντάλλαγμα, φίλος πιστός σκέπη κραταιά και ὡχυρωμένον βασίλειον, φίλος πιστός θησαυρός ἔμψυχος, φίλος πιστός κῆπος κεκλεισμένος και πηγή ἐσφραγισμένη, κατά καιρόν ἀνοιγόμενά τε και μεταλαμβανόμενα…Φίλος πιστός λιμήν ἀναψύξεως»….

Μήπως συναντοῦμε συχνά στις ἡμέρες μας ποιμένες ἀνυστάκτους, Πατέρες στοργικούς ὅπως τους περιγράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, οἱ ὁποῖοι ἀναγεννοῦν τα πνευματικά τους τέκνα «ἐν Χριστῷ καί διά τοῦ Εὐαγγελίου», ταγούς ἐκκλησιαστικούς μέ ἀσκητικό ἦθος καί θυσιαστική διάθεση γιά τό ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ, προσφερομένους εἰς ἀνιδιοτελῆ διακονία τῶν ἀθανάτων ψυχῶν, χάριν τῶν ὁποίων «Χριστός ἀπέθανεν»;

Πολλά περί τοῦ ἀντιθέτου σήμερα μαρτυροῦνται…Ὀλίγα, δυστυχῶς, τά φαεινά ὑποδείγματα. Στίς περισσότερες τῶν περιπτώσεων ἐπαληθεύεται ὁ Θεολόγος Γρηγόριος, γράφοντας ὅτι «τά τῆς Ἐκκλησίας ἀποίμαντα»…



Στις πονηρές ἡμέρες μας, ἐπίσης, «ἔρρει τα καλά, γυμνά τα κακά». Ἐξέλιπεν ἡ ἀληθής ἀγάπη πού ἀποτελεῖ το κατ᾿ ἐξοχήν γνώρισμα τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἀνιδιοτέλεια, ἡ θυσία καί ἡ φιλανθρωπία προς τους πάσχοντες ἀδελφούς, ὁ σεβασμός τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, ἡ κατάφαση τῆς ἐτερότητος, ἡ ἔνδειξη ὑπομονῆς στά σφάλματα τῶν ἄλλων, ἀνοχῆς καί καρτερικότητος, ἡ ταπεινοφροσύνη καί ἡ ἐγκράτεια, ἡ ἀγωνιστικότητα καί ἡ σταυρική ζωή, ἡ ὀλιγαρκής χρήση τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν.

Ἀκόμη, ἐξέλιπε ὁ (ὑγιῆς) φόβος τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν σημερινό ἄνθρωπο, ἡ εὐλάβεια καί ὁ ἁγῶνας γιά τήν κατάκτηση τῶν ἀρετῶν μέσα στα πλαίσια τῆς Ἐκκλησίας, ἐξέλιπε ἡ συμμετοχή στά ἱερά Μυστήρια, ἡ ὁποία συνδιαζομένη μέ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καθιστοῦν τον ἄνθρωπο δεκτικόν τῆς Χάριτος και ζωντανό μέλος τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ.



Ἀποδίωξε ὁ σημερινός ἄνθρωπος τόν Θεάνθρωπο, «ἀπόστα ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὀδούς σου εἰδέναι οὐ βούλομαι»…(Ἰώβ, κα΄14). Δηλαδή φῦγε ἀπό κοντά μου Χριστέ, δέν ἐπιθυμῶ νά σέ γνωρίζω, δέν θέλω νά ξέρω τίς ἐντολές σου, μοῦ εἶσαι ἐμπόδιο στά σχέδιά μου, στίς ἐπιδιώξεις καί τίς ἐνέργειές μου… Καί ἑπομένως, ὅταν ἀποδιώξουμε ἀπό τη ζωή μας τοόν Θεάνθρωπο Χριστό, τή πηγή κάθε καλοῦ και ἀγαθοῦ, ἔρχεται ὁ ἀντίδικος διάβολος καί ἐμφανίζονται ὅλα τά κακά, ἀφοῦ κατά τή γνωστή ρῆση, «χωρίς Χριστό, ὅλα ἐπιτρέπονται»…

Καί σήμερα, ὄντως «γυμνά τα κακά», ἀπροκάλυπτη ἡ κακία, ἀναίσχυντη καί πολυποίκιλη ἡ ἀποστασία… Βεβαίως, οἱ Ἅγιοι Πατέρες και ἱεροί συγραφεῖς, μᾶς τονίζουν ὅτι τό κακό δέν ἔχει δική του ὑπόσταση, ἀλλά ἀποτελεῖ ἔλλειψη τοῦ ἀγαθοῦ, ὅπως καί τό σκοτάδι ἐμφανίζεται ὡς ἔλλειψη τοῦ φωτός! Ἡ ἁμαρτία καί τό κακό εἶναι νοσηρές καταστάσεις τῆς φύσεως καί τῆς βουλήσεως. Γι᾿ αὐτό καί ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου για την ὁποῖα τόσος λόγος γίνεται στά ἱερά κείμενα, Βιβλικά, Πατερικά, ὑμνολογικά, εἶναι ἡ θεραπεία ἀπό τη νόσο τῆς ἁμαρτίας, ἡ ἀνάπλαση τοῦ «Θείου καλλιτεχνήματος», τοῦ ἀνθρώπου, ἐν Χριστῷ. Τό κακό, λοιπόν, δέν ἔχει ἀρχέγονες ρίζες, ἀλλά ἀποτελεῖ μόνο παρασιτική διάβρωση, δέν ἔχει ὅπως εἴπαμε, ὑπόσταση, ἀλλά «κλέβει» τήν ὑπόσταση τοῦ ἀγαθοῦ. Ἐλλείψει ἑπομένως τῶν καλῶν (τῶν ἀρετῶν), ἐμφανίζονται «γυμνά τά κακά».


Πέραν αὐτοῦ, ἀφοῦ ὁ Χριστός εἶναι Φῶς, «τό φῶς το ἀληθινόν τό φωτίζον πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τόν κόσμον», ὅποιος Τόν ἀπορρίπτει ἀπό τη ζωή του, πορεύεται στο σκοτάδι και δεν βρίσκει φανό! «Ὁ πλοῦς ἐν νυκτί, πυρσός οὐδαμοῦ». Ὅταν ἀρνούμαστε την οἰακοστροφία καί πηδαλιουχία τοῦ πλοίου τῆς ζωῆς μας ἀπό τόν Κύριο, τόν μόνο κυβερνήτη τοῦ σύμπαντος, ὁ Ὁποῖος καί μόνον Αὐτός μπορεῖ νά μᾶς ὀδηγήσει στόν εὔδιο τῆς σωτηρίας λιμένα, τότε, σκότος βαθύ καί ψηλαφητό θά ἀπλωθεῖ καί μάταια θά ζητοῦμε «ἐν τῇ νυκτί φῶς»… Εὐκταῖον νά μήν παραδοθεῖ στό ἔρεβος καί στή μαύρη νύκτα τῶν παθῶν ἡ κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ πλασθεῖσα ψυχή…

Στήν ἀκροτελεύτεια φράση τῆς «πονεμένης» ἐπιστολῆς του ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος θά σημειώσει ὅτι «Χριστός καθεύδει», ὁ Χριστός κοιμᾶται, ἡσυχάζει, θέλοντας προφανῶς να ὑπογραμμίσει τήν ἀνοχή τοῦ Κυρίου γιά ὅσα συμβαίνουν στον κόσμο, πρᾶγμα πού ἐπισημαίνεται καί τό συναντοῦμε καί σέ ἄλλα κείμενα, Βιβλικά και Πατερικά, κατά τρόπο ἀνθρωπομορφικό καί παιδαγωγικό. (Ψαλμ.44,23: «Ἐξεγέρθητι, ἵνα τί ὑπνοῖς Κύριε; Ἀνάστηθι!)…

Πολλοί λέγουν και σήμερα, ὅπως το ἀκοῦμε ὅτι «κάτι κακό θα συμβεῖ, κάποια ὀργή θα ξεσπάσει, ἡ ἀποστασία ἔχει κορυφωθεῖ και ἡ ἀνοχή τοῦ Θεοῦ ἐξαντλεῖται, πόλεμος, καταστροφή, ἤ κάτι ἄλλο φοβερό και συγκλονιστικό θά λάβει χώρα στόν κόσμο» κλπ.… Δέν ὑπάρχουν ὅμως κακά, ὅπως τά ἐννοοῦμε ἐμεῖς, ἀλλά ὑπάρχουν παιδευτικές παραχωρήσεις τοῦ…ἐξεγειρομένου «ἐξ ὕπνου» Κυρίου καί Θεοῦ! Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἐν προκειμένῳ, θα μᾶς πεῖ ὅτι οἱ συμφορές και οἱ θλίψεις, εἶναι κάτι το κακό, ἀλλά, ἄν μετανοήσουμε, μποροῦν νά ἀποβούν ωφέλιμα στην πνμευματική μας πορεία: «Αὗται δέ τῷ μέν δοκεῖν κακαί εἰσι ἀλγειναί τυγχάνουσαι, τῇ ἀληθείᾳ ἀγαθαί∙ ἐπιστροφῆς γάρ καί σωτηρίας γίνονται τοῖς συνιοῦσι πρόξενοι∙ ταύτας διά Θεοῦ γίνεσθαι φησιν ἡ Γραφή». (βλ. Ἔκδοσις ἀκριβής…MPG. 94, 1193). Ἄλλωστε, καί κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, «οὐδέν κακόν, ἁμαρτία μόνον»…

Τά παραχωρούμενα ἀπό τόν Θεό δεινά εἶναι τά «φάρμακα», διά τῶν ὁποίων θεραπεύεται ἡ μεγάλη νόσος ἡ ἁμαρτία, κατά τίς ἑρμηνεῖες τῶν Πατέρων μας. Τά ἐπιτρέπει ὁ Κύριος, παρόλο πού ἐμεῖς, ἁμετανόητοι ὄντες, λέγουμε πολλές φορές ὅτι «δέν θά ἀφήσει ὁ Θεός» κλπ. Ὅμως ὁ Θεός, ὅπως τό βλέπουμε στήν παγκόσμια Ἱστορία, ἐπέτρεψε πολλά δεινά! Ὁ Θεός εἶναι μέν μακρόθυμος, πολυέλεος καί πέλαγος ἀγάπης καί φιλευσπλαχνίας, ἀλλά εἶναι καί δικαιοκρίτης καί αὐτό δέν θά πρέπει νά τό ἀγνοοῦμε οἱ πιστοί! Τιμωρεῖ δέ, ἀπό ἀγάπη, ὅσο καί ἄν αὐτό μπορεῖ νά ἀκούγεται λογικά ὡς ἀντιφατικό, ἀφοῦ ἐμεῖς πεπερασμένοι ὄντες, δεν μποροῦμε νά ἑννοήσουμε τό πῶς συνυφαίνεται (ὑπέρλογα) ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μέ τή Θεία δικαιοσύνη Του! Ἡ λογική τοῦ Θεοῦ εἶναι ὑπέρ τόν ἀνθρώπινο λόγο, παράδοξη, ἀνεξιχνίαστη καί μυστηριώδης ἔναντι τοῦ Ὀρθολογισμοῦ. Ἔτσι λ.χ., διαβάζοντας τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη, βλέπουμε ἄπειρες τιμωρίες ἀσεβῶν κλπ. μέ τήν προοπτική πάντα τῆς ἐσχατολογικῆς αἰωνίου Κολάσεως τῶν ἀμετανοήτων ἁμαρτωλών.

Παράλληλα, ὁ Κύριος ἐνεργεῖ παιδαγωγικά εἴτε σέ ἐπίπεδο προσωπικό, εἴτε ἐθνικό. Ἔτσι, ἐπέτρεψε τήν ἅλωση τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων, ἐπέτρεψε τήν Μικρασιατική καταστροφή μέ τόν τόσο ξεριζωμό κλπ. ἐπέτρεψε πολέμους, μάστιγες, σεισμούς, λοιμούς και λιμούς και ἄλλα πολλά. Γιατί καί σήμερα νά ἀποκλείεται ἡ Θεία παρέμβαση μέ τήν τόση ἀποστασία; Σύμφωνα μέ τή διδασκαλία τῶν Προφητῶν ἀλλά καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, ἄν μετανοήσουμε καί ἐπιστρέψουμε ὡς ἄνθρωποι στόν Ζώντα ἀληθινό Θεόν, τότε ἡ βουλή αὐτοῦ τοῦ προσωπικοῦ μας Θεοῦ θά ἀλλάξει! Τα δάκρυά μας θά κάμψουν τήν δικαία Του ὁργή (ὅπως λέμε ἀνθρωπομορφικά), δηλαδή τήν ἐκδήλωση τῶν παιδαγωγικῶν ἤ ἀπογνωστικῶν (κατά τόν ἅγιο Ἱ. τόν Δαμασκηνό) παραχωρήσεων Του… Θά ἀλλάξουν τά πάντα, μέ τή δική μας ὁλόθερμη μετάνοια καί ἐπανάκαμψη στόν Θεό, ἀφοῦ ὁ Θεός ὡς αὐτάγαθος «καί πηγή ἀγαθότητος» δέν θέλει τόν θάνατο τοῦ ἁμαρτωλού «ἕως τοῦ ἐπιστρέψαι καί ζῆν αὐτόν».

Διά πρεσβειῶν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐλπίζουμε καί προσευχόμαστε, ὁ ἐν Τριάδι Πανάγαθος Θεός νά μᾶς χαρίσει το μέγα ἔλεός Του, νά μᾶς ἐνισχύει στήν πίστη μας, νά μᾶς δωρίσει πνεῦμα σωφροσύνης, μετανοίας και ταπεινοφροσύνης, καί, ἐν τέλει, νά μᾶς διασώσει ἀπό ὅλα τά δεινά, πού βίαια καί ἄτεγκτα σήμερα μᾶς περιστοιχίζουν καί ἐπαπειλοῦν.

ΠΕΡΙ ΜΟΝΑΞΙΑΣ


Μέσα στα σχέδια του Θεού δεν είναι η μοναξιά...




ούτε η ζωή χωρίς φίλους...



Ελάτε μαζί μας στον κόσμο του ΜΑΖΙ ΧΕΡΙ-ΧΕΡΙ για να βαδίσουμε μαζί, να χαρούμε μαζί και να αντιμετωπίσουμε μαζί όλα τα δύσκολα. Με έναν άλλο τρόπο σκέψης, σε μια άλλη διάσταση για να ζήσουμε το θαύμα.


Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2013

Ο ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ

 
Στην ερημιά των πόλεων και της ψυχικής απόστασης που ζούμε σήμερα μεταξύ μας,
ο Μέγας Αντώνιος, ο σπουδαίος ασκητής της ερήμου,
έχει πολλά να μας προσφέρει αν του το ζητήσουμε:
 
Παρηγοριά, δύναμη, αγάπη, κατανόηση, στήριξη, θάρρος, αισιοδοξία, έμπνευση.
Μπορεί να μας ανορθώση, να μας ξαναστηρίξει στα πόδια μας
για να συνεχίσουμε να προχωράμε μπροστά.
 
Πώς μπορεί να μας κάνει να βγούμε από την αποτυχία και την απογοήτευση και να τα καταφέρουμε;
Αυτό μόνο ο Μεγάλος Θεός το ξέρει και εκείνοι που τον αγάπησαν.
 
Ας τους αφήσουμε να μας βοηθήσουν.
 
Γιατί η ερημιά της ερήμου δεν είναι χειρότερη από την ερημιά της ψυχής.




Η ζωή του Μεγάλου Αντωνίου

Ο Μέγας Αντώνιος είναι Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας και ο πρώτος ασκητής του Χριστιανισμού, που θεμελίωσε τον υγιή μοναχισμό.
Έζησε στα χρόνια των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού μέχρι και την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου και των παιδιών του. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το έζησε ως ασκητής στην έρημο και πέθανε στις 17 Ιανουαρίου του 356, οπότε και εορτάζεται η μνήμη του από τις Λ...ουθηρανικές, τις Αγγλικανικές, τις Καθολικές και τις Ορθόδοξες εκκλησίες, όπου θεωρείται άγιος. Το βίο του έγραψε ο Μέγας Αθανάσιος, με τον οποίο γνωριζόταν προσωπικά.Ο Αντώνιος ο Μέγας γεννήθηκε γύρω στο 251 στην πόλη Κομά της Άνω Αιγύπτου, κοντά στη Μέμφιδα, από πλούσιους αλλά ευλαβείς γονείς. Από την παιδική του ηλικία τον διακατείχαν η αυτάρκεια και η ολιγάρκεια. Ορφάνεψε σε ηλικία περίπου 20 ετών και από τους δύο γονείς του και απέμεινε με την μικρότερη αδερφή του.Έμαθε μόνος τα γράμματα που θεωρούσε βασικά. Ήταν γνώστης της Αγίας Γραφής, που την είχε αποστηθίσει. Έξι μήνες μετά το θάνατο των γονιών του ο Αντώνιος άκουσε στην εκκλησία την Ευαγγελική περικοπή του πλουσίου νέου, στην οποία αναφέρεται ότι ο Χριστός είπε στον πλούσιο νέο : πώλησον τα υπάρχοντά σου και δος πτωχοίς. Συγκινημένος από την ευαγγελική περικοπή, διένειμε την περιουσία του στους φτωχούς. Επίσης, εμπιστεύτηκε την αδερφή του σ' ένα μοναστήρι.Ο ίδιος αποσύρθηκε στην έρημο όπου έζησε ασκητικά, τρώγοντας ελάχιστο ψωμί κάθε μέρα. Έπειτα από είκοσι ολόκληρα χρόνια σκληρής ασκήσεως πνευματικού αγώνα, ακατάπαυστης προσευχής και φοβερών πειρασμών, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά σε ανθρώπους. Η αποδοχή που είχε ήταν ευρύτατη και μάλιστα έρχονταν σε αυτόν για να τους θεραπεύσει ακόμα.Θεράπευε τους ασθενείς ου προστάζων, αλλά ευχόμενος και τον Χριστόν ονομάζων.
Αργότερα πήγε κοντά στα ερείπια ενός φρουρίου και κατοίκησε σε σπήλαιο χωρίς να τον βλέπει κανένας και χωρίς να δέχεται κανέναν παρά μόνο έναν γνωστό του, ο οποίος του έφερνε κάθε έξι μήνες ψωμί για ολόκληρο το εξάμηνο. Νυχθημερόν έκανε ασκητικούς αγώνες με τους οποίους νέκρωσε τα σκιρτήματα των παθών, έφτασε στο βαθμό της απάθειας, υπερβαίνοντας τα όρια της ανθρώπινης φύσης.Το 311, στους φοβερούς διωγμούς των χριστιανών που οργανώθηκαν την εποχή του Μαξιμιανού εγκατέλειψε το ερημητήριό του και έδωσε τη σκληρή μάχη του πιστού κατά της ειδωλολατρίας και της απάτης. Το ίδιο έγινε σαράντα χρόνια αργότερα όταν σε ηλικία εκατό χρονών κατήλθε για μια ακόμη φορά, στην Αλεξάνδρεια, για να καταπολεμήσει την αίρεση του Αρείου. Είχε αλληλογραφία με το Μεγάλο Κωνσταντίνο και τους γιους του οι οποίοι τον σέβονταν βαθύτατα και ζητούσαν τις συμβουλές του. Μαρτυρείται ότι, ενώ ο Άγιος βρισκόταν ακόμα στη ζωή, έβλεπε τις ψυχές των ανθρώπων που εξέρχονταν από το σώμα τους, καθώς και τους δαίμονες που τις οδηγούσαν.Το 311, στους φοβερούς διωγμούς των χριστιανών που οργανώθηκαν την εποχή του Μαξιμιανού εγκατέλειψε το ερημητήριό του και έδωσε τη σκληρή μάχη του πιστού κατά της ειδωλολατρίας και της απάτης. Το ίδιο έγινε σαράντα χρόνια αργότερα όταν σε ηλικία εκατό χρονών κατήλθε για μια ακόμη φορά, στην Αλεξάνδρεια, για να καταπολεμήσει την αίρεση του Αρείου. Είχε αλληλογραφία με το Μεγάλο Κωνσταντίνο και τους γιους του οι οποίοι τον σέβονταν βαθύτατα και ζητούσαν τις συμβουλές του. Μαρτυρείται ότι, ενώ ο Άγιος βρισκόταν ακόμα στη ζωή, έβλεπε τις ψυχές των ανθρώπων που εξέρχονταν από το σώμα τους, καθώς και τους δαίμονες που τις οδηγούσαν.Ο βίος του και η υποδειγματική συνέπειά του, αποτελούν αιώνια πηγή, απ' όπου μπορούν οι άνθρωποι κάθε εποχής να αντλήσουν ζωντανά διδάγματα. Η άσκηση και η απομόνωση, όπως την εννοεί ο Μέγας Αντώνιος δε σημαίνει τέλεια αδράνεια του σώματος αλλά ισόρροπη συνάντηση με την ψυχή. Η προσευχή και η νηστεία αποτελούν ένα μέρος από τη δραστηριότητα του μοναχού, βοηθητικά μέσα απαραίτητα για την ανθρώπινη τελείωση.Δίδασκε στους μαθητές του να μην θεωρούν τίποτε ανώτερο από την αγάπη του Χριστού και να μη νομίζουν ότι στερούνται κάτι αξιόλογο με την αποχή από τα κοσμικά αγαθά. Θύμιζε επίσης ότι η ανθρώπινη ζωή είναι εφήμερη, σε αντίθεση με το μέλλοντα αιώνα. Κατέληγε λέγοντας ότι δε θα πρέπει να κοπιάζουμε για την απόκτηση πρόσκαιρων αγαθών αλλά για την απόκτηση αιώνιων αγαθών, που είναι αρετές όπως η σωφροσύνη, η φρόνηση, η αγάπη και η σύνεση.

 
Απολυτίκιο

Ἦχος δ'
Τὸν ζηλωτὴν Ἠλίαν τοῖς τρόποις μιμούμενος, τῷ Βαπτιστῇ εὐθείαις ταῖς τρίβοις ἑπόμενος, Πάτερ Ἀντώνιε, τῆς ἐρήμου γέγονας οἰκιστής, καὶ τὴν οἰκουμένην ἐστήριξας εὐχαῖς σου· διὸ πρέσβευε Χριστῷ τῶ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
 

You may also like -

Κυριακή 17 Μαρτίου 2013

Είναι η αγάπη ουτοπία;

Είναι η αγάπη ουτοπία;

the proud manΤου Μόσχου Εμμανουήλ Λαγκουβάρδου
Είναι η αγάπη ουτοπία; Ποτέ δεν άκουσα κάποιον να μιλάει για την αγάπη των εχθρών. Φαίνεται ότι το μυαλό του συγχρόνου ανθρώπου δεν μπορεί να δεχθεί ότι είναι δυνατόν να αγαπάμε τους εχθρούς μας.

Προφανώς ο σύγχρονος άνθρωπος εννοεί την αγάπη ως συναίσθημα. Γιατί η χριστιανική αγάπη των εχθρών είναι σε όλο τον κόσμο η ζωντανή πραγματικότητα. Δεν θα μπορούσε κανείς να φανταστεί έναν κόσμο, στον οποίο κανείς δεν συγχωρεί, δεν κάνει υπομονή, δεν ελπίζει…

Θα βρεις ανθρώπους με το ίδιο μυαλό στην Αθήνα ή στο Τόκιο ή στη Νέα Υόρκη.
Το μοντέλο του μυαλού του δυτικού ανθρώπου επιβλήθηκε παντού. Δεν νιώθουν όμως παντού οι άνθρωποι το ίδιο. Στην Ιαπωνία π.χ. η οποία είναι η πιο εξαμερικανισμένη χώρα του κόσμου, οι Ιάπωνες παραμένουν πιστοί στις παραδόσεις.

Το μυαλό δεν δέχεται ότι είναι εφικτή η αγάπη των εχθρών επειδή αυτό που προέχει για το δυτικό μυαλό είναι η θέληση για δύναμη, που εμποδίζει την αγάπη. Η θέληση για δύναμη τρέφει την υπερηφάνεια. Δείτε τους δικτάτορες. Η θέληση για δύναμη τους κάνει υπερφίαλους! Τα πρόσωπά τους δείχνουν ότι έχει σαλέψει το μυαλό τους από την περηφάνεια.

Ο Νίτσε δεν μπορούσε να βρει μια δικαιολογία γιατί οι χριστιανοί αγαπούν τους εχθρούς τους. Υποστήριζε πως δεν τους αγαπούν πραγματικά, αλλά μοιάζουν με εκείνους που φιλούν το χέρι που δεν μπορούν να το δαγκώσουν. Ο Νίτσε ήταν ο θιασώτης της δύναμης του υπερανθρώπου. Η θεωρία του έγινε η κοσμοθεωρία του ναζισμού. Στο τέλος τρελάθηκε όπως και πολλοί που ακολούθησαν τις ιδέες του.

Δεν εξηγείται πως η αγάπη των εχθρών δίνει τόση δύναμη στον ταπεινό άνθρωπο. Οι άγιοι της Εκκλησίας είναι το παράδειγμα της χριστιανικής αγάπης. Ο Άγιος Χριστοφόρος προσευχήθηκε για τους στρατιώτες που τον κατεδίωκαν στην έρημο για να τον σκοτώσουν και τους έσωσε από τον βέβαιο θάνατο από τη δίψα. Τελικά οι διώκτες του έγιναν μαθητές του και βαφτίστηκαν χριστιανοί.

Ο Απόστολος Παύλος αναφέρεται στη δύναμη της πίστης και στα κατορθώματα των πιστών οι οποίοι με την πίστη ” κατηγωνίσαντο βασιλείας, ειργάσαντο δικαιοσύνην, επέτυχον επαγγελιών, έφραξαν στόματα λεόντων, έσβεσαν δύναμιν πυρός, έφυγαν στόματα μαχαίρας, ενεδυναμώθησαν από ασθενείας, εγενήθησαν ισχυροί εν πολέμω..”

Αυτός που αγαπάει τους εχθρούς του βλέπει τα λάθη των άλλων σαν δικά του λάθη. Στην αγάπη για τους εχθρούς ζητάμε συγνώμην από τον Θεό σαν να είναι τα αρνητικά συναισθήματα των άλλων δικά μας. Αυτό μας δίνει τη δύναμη να τα ελέγχουμε, αντί να ελεγχόμαστε από αυτά. Παράδειγμα όταν ακούμε κάποιον που βλαστημάει ζητάμε τη συγνώμη του Θεού, σαν να βλαστημήσαμε εμείς.

Ακόμα κι η επιστήμη κι η φιλοσοφία βεβαιώνουν ότι η αγάπη για τους εχθρούς είναι ζωντανή πραγματικότητα Με τον φιλοσοφικό όρο της “ενσυναίσθησης” αποδίδεται η ψυχική και πνευματική κατάσταση στην οποία γινόμαστε ένα με τους άλλους ανθρώπους ακόμα και με τους εχθρούς μας, δίχως να χάνουμε την αίσθηση του εαυτού μας.

Τα πάντα στέγομεν, γράφει ο Απόστολος Παύλος στην επιστολή του προς τους Ρωμαίους, , ίνα μη εγκοπήν τινα δώμεν τω Ευαγγελίω του Χριστού.” Δηλαδή ” τα πάντα, υπομένουμε για να μη δημιουργήσουμε κανένα εμπόδιο στη διάδοση του Ευαγγελίου.”

Η προσωπική πείρα μας διδάσκει πως αν δεν έχουμε αγάπη για τους άλλους, δεν έχουμε αγάπη ούτε για τον Ιησού. Αυτό που θα σας διακρίνει ότι είστε μαθητές μου, είπε ο Κϋριος, είναι το να έχετε αγάπη μεταξύ σας.

Εξαρτάται λοιπόν για ποιον ζει κανείς και για ποιον πεθαίνει. Το Ευαγγέλιο κι η προσωπική πείρα των πιστών λέει πως κανένας δε ζει για τον εαυτό του και κανένας δεν πεθαίνει για τον εαυτό του. Είτε ζούμε , είτε πεθαίνουμε ανήκουμε στον Κύριο.
 Πηγή:moschoblog.blogspot.gr

«Τις δικές μας αμαρτίες πρέπει να προσέχουμε και όχι του πλησίον μας » (Αγ. Λουκά, Αρχιεπ. Κριμαίας)

«Τις δικές μας αμαρτίες πρέπει να προσέχουμε και όχι του πλησίον μας » (Αγ. Λουκά, Αρχιεπ. Κριμαίας)

confes_cf84 Μεγάλη και φοβερή είναι αυτή η εντολή του Χριστού. Όλοι μας, αρχίζοντας από μένα, συνεχώς κρίνουμε και κατακρίνουμε ο ένας τον άλλον και γι’ αυτό θα δώσουμε λόγο στη Φοβερά Κρίση του Κυρίου και Θεού μας Ιησού Χριστού.
Θα μας κρίνει Αυτός διότι και εμείς κρίνουμε τους άλλους, ψάχνουμε να βρούμε στον πλησίον μας το παραμικρό σφάλμα ενώ τις δικές μας αμαρτίες δεν τις βλέπουμε και ούτε θέλουμε να τις σκεφτόμαστε.
Ο άγιος απόστολος Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή του λέει το εξής: «Διό αναπολόγητος ει, ω άνθρωπε πας ο κρίνων εν ω γαρ κρίνεις τον έτερον, σεαυτόν κατακρίνεις· τα γαρ αυτά πράσσεις ο κρίνων, οίδαμεν δε ότι το κρίμα του Θεού έστι κατά αλήθειαν επί τους τα τοιαύτα πράσσοντας. Λογίζη δε τούτο, ω άνθρωπε ο κρίνων τους τα τοιαύτα πράσσοντας και ποιών αυτά, ότι συ εκφεύξη το κρίμα του Θεού» (Ρωμ. 2, 1-3).
Μεγάλη αλήθεια βρίσκεται σ’ αυτά τα λόγια του αποστόλου Παύλου. Δεν προσέχουμε τα δικά μας ελαττώματα και τις αμαρτίες, ενώ στους άλλους βρίσκουμε πολλά σφάλματα.
Ψάχνουμε να τα βρούμε και όταν τα βρίσκουμε, πάμε και τα διαλαλούμε σε όλον τον κόσμο. Έγινε πλέον κακή συνήθεια, μόλις μαθαίνουμε κάτι για τον πλησίον μας, να πηγαίνουμε και να το διαλαλούμε παντού. Η γλώσσα μας καίει και σπεύδουμε να πούμε στους άλλους αυτό που είδαμε και ακούσαμε.
Ξεχνάμε ότι αν εμείς κρίνουμε τους άλλους θα μας κρίνει και εμάς ο Θεός. Ξεχνάμε ότι δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να κρίνουμε τον πλησίον διότι αυτό δεν είναι δική μας υπόθεση αλλά του Θεού, ο οποίος είναι Υπέρτατος Κριτής, ο οποίος μόνος γνωρίζει την καρδιά του ανθρώπου και μπορεί να αποδώσει δικαία κρίση. Εμείς όμως κατακρίνουμε τον πλησίον και πολλές φορές με πολύ βαριά λόγια.
Δεν σκεφτόμαστε ότι ο αδελφός μας μπορεί να μετανόησε ήδη και να του αφέθηκε η αμαρτία του, επειδή μετανόησε βαθιά.
«Ώστε μη προ καιρού τι κρίνετε, έως αν έλθη ο Κύριος, ος και φωτίσει τα κρυπτά του σκότους και φανερώσει τας βουλάς των καρδιών, και τότε ο έπαινος γενήσεται εκάστω από του Θεού» (Α’ Κορ. 4, 5). Εμείς, όμως, πάντοτε βιαζόμαστε να κρίνουμε τους άλλους και δεν περιμένουμε την κρίση του Χριστού. Είμαστε κριτές του πλησίον και όχι του εαυτού μας.
Ένας σοφός του Ισραήλ, ο υιός του Σειράχ είπε: «ακήκοας λόγον; συναποθανέτω σου θάρσει, ου μη σε ρήξει» (Σειρ. 19, 10). Πολύ σπουδαία είναι αυτά τα λόγια του. Εμείς ξεχνάμε ποτέ τα σφάλματα του αδελφού μας; Πεθαίνει μαζί μας ο κακός λόγος; Όχι, ποτέ. Εμείς τον διαδίδουμε και μ’ αυτόν τον τρόπο γινόμαστε σαν τις μύγες οι οποίες κυκλοφορούν παντού και παντού μεταδίδουν την μόλυνση. Πρέπει να είμαστε όχι σαν τις μύγες αλλά σαν τις μέλισσες οι οποίες πετάνε από το ένα λουλούδι στο άλλο μαζεύοντας το μέλι. Και εμείς πρέπει να μαζεύουμε το μέλι δίνοντας σημασία μόνο στο καλό που υπάρχει στον αδελφό μας.
Γι’ αυτούς που κακολογούν και κατακρίνουν τον αδελφό τους ο ψαλμωδός και προφήτης Δαβίδ είπε: «τάφος ανεωγμένος ο λάρυγξ αυτών» (Ψαλ. 5, 10). Ανοίξτε έναν τάφο και θα δείτε τι ακαθαρσίες υπάρχουν μέσα του και τι δυσοσμία. Η ίδια δυσοσμία, πνευματική δυσοσμία, βγαίνει από το στόμα μας όταν κατακρίνουμε τον πλησίον. Στον ίδιο ψαλμό που διαβάζεται στην πρώτη Ώρα ο προφήτης λέει: «απολείς πάντας τους λαλούντας το ψευδός» (Ψαλ. 5, 7). Εμείς όμως διώχνουμε αυτούς που κακολογούν μπροστά μας τον πλησίον; Όχι, δεν τους διώχνουμε αν και έπρεπε να το κάνουμε.
Αυτό που πρέπει εμείς να κάνουμε είναι να δαμάσουμε τη γλώσσα μας. Όλοι είμαστε ένοχοι ενώπιον του Θεού και όλοι έχουμε πολλές αμαρτίες. Τις δικές μας αμαρτίες πρέπει να προσέχουμε και όχι του πλησίον μας. Είπε ο ψαλμωδός: «ου δικαιωθήσεται ενώπιόν σου πας ζων» (Ψαλ. 142, 3). Κανείς δεν είναι δίκαιος ενώπιον του Θεού, όλοι είμαστε ένοχοι. Αυτοί που κατακρίνουν τους άλλους, πολλές φορές, γίνονται και συκοφάντες επειδή τους κατηγορούν για κάτι αβάσιμο.
Ο άγιος Ιωάννης ο Ελεήμονας, Πατριάρχης Αλεξανδρείας, για να διδάξει αυτούς, που τους άρεσε να κατακρίνουν τους άλλους, διηγήθηκε μια φορά την εξής ιστορία. Σε μία πολύ μεγάλη πόλη, στην Τύρο, ζούσε κάποτε ένας μοναχός, ζούσε εκεί και μία πόρνη ονόματι Πορφυρία. Μια μέρα όταν ο μοναχός αυτός περπατούσε στο δρόμο τον πλησίασε η Πορφυρία και του είπε: «πάτερ άγιε, σώσε με όπως και ο Χριστός έσωσε κάποτε μία πόρνη». Ο άγιος εκείνος μοναχός την πήρε από το χέρι και την πήγε έξω από την πόλη. Την οδήγησε σ’ ένα γυναικείο μοναστήρι για να καθαρθεί εκεί η ψυχή της με τα δάκρυα της μετανοίας. Στο δρόμο βρήκαν ένα μωρό που οι γονείς του το είχαν αφήσει και η Πορφυρία το πήρε για να το μεγαλώσει.
Όταν αυτό έγινε γνωστό μερικοί άνθρωποι που τους άρεσε πολύ να κατακρίνουν τον πλησίον τους άρχισαν να κακολογούν την Πορφυρία, λέγοντάς της: «Μπράβο, Πορφυρία, ωραίο παιδάκι κάνατε με τον μοναχό». Και τον μοναχό τον περιφρονούσαν και τον κακολογούσαν. Ο μοναχός όμως προσευχόταν αδιαλείπτως και για την Πορφυρία και για τον εαυτό του. Ήρθε η ώρα του να πάει σε άλλο κόσμο και όταν βρισκόταν στην επιθανάτια κλίνη παρακάλεσε να του φέρουν ένα θυμιατό με αναμμένα κάρβουνα. Πήρε τα κάρβουνα και τα έβαλε πάνω στο στήθος του. Η φωτιά δεν άγγιξε ούτε το σώμα του αλλά ούτε ακόμα και τα ρούχα. Τότε είπε ο μοναχός: «Να ξέρετε εσείς που κατακρίνατε την Πορφυρία και εμένα ότι είμαι αθώος.
Η σαρκική αμαρτία δεν με έχει αγγίξει όπως δεν με άγγιξε τώρα η φωτιά αυτή».
Δεν αρκεί αυτό το παράδειγμα σ’ εκείνους που τους αρέσει να κατακρίνουν τους άλλους. Δε σταματάνε τις κακολογίες τους. Αλλοίμονό τους, όπως κρίνουν αυτοί τον πλησίον τους έτσι θα κριθούν από τον Θεό. Ο δικός μας μεγάλος άγιος, ο άγιος Δημήτριος, μητροπολίτης Ροστόβ, λέει το εξής, όταν αναφέρεται στην κατάκριση: «Μη κοιτάς τις αμαρτίες των άλλων αλλά πρόσεχε τη δική σου κακία. Διότι δεν θα δώσεις λόγο για τους άλλους αλλά μόνο για τον εαυτό σου. Δεν υπάρχει ανάγκη να προσέχεις τους άλλους, πως ζει ο καθένας και ποιές αμαρτίες κάνει. Εσύ πρόσεχε τον εαυτό σου, Ευαρεστείς τον Θεό; Μοιάζει η ζωή σου με την ζωή των αγίων; Ακολουθείς και εσύ την οδό που ακολούθησαν αυτοί στη ζωή τους; Είναι ευχάριστο μπροστά στον Θεό το έργο σου; Ο άνθρωπος που κατακρίνει τους άλλους μοιάζει με έναν πονηρό καθρέφτη, ο οποίος ενώ αντανακλά τους άλλους, τον εαυτό του δεν τον βλέπει. Μοιάζει επίσης και με ένα ακάθαρτο λουτρό το οποίο τους άλλους τους πλένει ενώ το ίδιο μένει άπλυτο.
Το ίδιο και αυτός που κρίνει τους άλλους. Βλέπει τι τρώει, τι πίνει και ποιές αμαρτίες κάνει ο καθένας, τον εαυτό του όμως δεν τον βλέπει. Στον πλησίον του βλέπει ακόμα και την παραμικρή αμαρτία. Η δική του όμως η αμαρτία, όσο μεγάλη και να είναι, γι’ αυτόν είναι σαν να μην υπάρχει. Θέλει να μην ξέρει κανείς την αμαρτία του και να μην λέει τίποτα γι’ αυτή. Ενώ ο ίδιος τους άλλους τους συκοφαντεί, τους κρίνει και τους κατακρίνει». Δεν είναι δική μας η εικόνα που δίνει ο άγιος Δημήτριος; Ασφαλώς για μας μιλάει εδώ ο άγιος και ιδιαίτερα γι’ αυτούς που η κατάκριση και η συκοφαντία έγινε πλέον η ζωή τους και που βρίσκονται πολύ μακριά απ’ αυτό που λέει ο Ιησούς. Είναι οι άνθρωποι που θέλουν να βγάλουν το σκουπιδάκι από το μάτι του αδελφού τους ενώ οι ίδιοι έχουν στο δικό τους το μάτι ολόκληρο δοκάρι. Να μην τους μοιάζουμε. Να προσέχουμε τον εαυτό μας και να ζητάμε τη βοήθεια του Θεού σ’ αυτό τον δύσκολο αγώνα κατά του πάθους της κατακρίσεως. Να μην κρίνουμε για να μην κριθούμε και εμείς από τον Έναν Μοναδικό και Αιώνιο Κριτή, τον Κύριο μας Ιησού Χριστό, του οποίου η τιμή και το κράτος μετά του Ανάρχου Αυτού Πατρός και του Παναγίου και Ζωοποιού Πνεύματος. Αμήν.

(Αγ. Λουκά, Αρχιεπ. Κριμαίας, «Λόγοι και ομιλίες», τ. Γ΄, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, σ. 140-145)

Σάββατο 16 Μαρτίου 2013

Ο Πατήρ Πορφύριος

Ο Πατήρ Πορφύριος

0 σχόλια

   


Λίγα βιογραφικά για το Γέροντα Πορφύριο

Ο αείμνηστος πατήρ Πορφύριος γεννήθηκε το 1906 στον Άγιο Ιωάννη Καρυστίας Ευβοίας και δώδεκα περίπου χρονών πήγε στο Άγιο Όρος, όπου ασκήτεψε γύρω στα επτά χρόνια. Τότε αρρώστησε βαρειά και οι γεροντάδες του τον στείλανε σε μοναστήρι στον κόσμο. Εκεί τον γνώρισε ο τότε Αρχιεπίσκοπος Σινά Πορφύριος ο Γ’, ο οποίος αφού διαπίστωσε την αρετή του και τα θεία χαρίσματα, που από τόσο νωρίς του είχε δώσει ο Θεός, τον χειροτόνησε ιερέα σε ηλικία είκοσι ετών.

Ως ιερέας ο πατήρ Πορφύριος έμεινε μέχρι το 1940 σε μοναστήρια της Ευβοίας. Το 1940 διορίστηκε εφημέριος στην εκκλησία του Αγίου Γερασίμου στην Πολυκλινική Αθηνών, δίπλα στην Ομόνοια(οδός Σωκράτους και Πειραιώς), όπου υπηρέτησε 33 χρόνια. Μετά τη συνταξιοδότηση του λειτουργούσε και εξομολογούσε στο αρχαίο ερημικό εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου Καλλισίων Πεντέλης μέχρι το 1978, οπότε έπαθε έμφραγμα. Αρκετούς μήνες μετά το έμφραγμα έμεινε σε φιλικά σπίτια στην Αθήνα και το 1979 εγκαταστάθηκε στο Μήλεσι, όπου έκτισε το μεγάλο μετόχι του Ησυχαστηρίου η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος. Προς τις αρχές του καλοκαιριού του 1991 έφυγε για
το Άγιο Όρος, όπου διατηρούσε κελλί από το 1984. Στις 2 Δεκεμβρίου εκοιμήθη εν Κυρίω στο κελλί του στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους, όπου και ετάφη την επομένη απλά και αθόρυβα, όπως επιθυμούσε.


Η εμβέλεια της προσευχής του Παππούλη

Είχα, παιδί μου , Ανάργυρε, μου είπε ο Παππούλης μια ημέρα, έναν πολύ καλό μου φίλο ιερομόναχο, ο οποίος έλαβε εντολή να πάει στην Αμερική να κηρύξει τον λόγο του Θεού. Στεναχωρηθήκαμε και οι δυο γι’ αυτόν τον χωρισμό. Όμως η αρχιεπισκοπή ήταν ανένδοτη. Έπρεπε να φύγει αμέσως. Έτσι και έγινε.

Την ημέρα που αποχαιρετιστήκαμε, δώσαμε υπόσχεση, ενώπιον του Θεού, ο ένας να προσεύχεται, για τον άλλον σε όλη μας την ζωή. Από την πρώτη κι’όλας βραδιά, εγώ άρχισα να προσεύχομαι για τον φίλο μου. Και εκείνος μου έγραφε ότι έκανε το ίδιο για μένα. Όμως, στα επόμενα γράμματα του, έκανε λόγο για τρομερές δονήσεις, που αισθανόταν κατά την ώρα του ύπνου. Νόμιζε πως ηλεκτρονικό ρεύμα, μεγάλης εντάσεως, διαπερνούσε το σώμα του από τα νύχια ως την κορυφή. Ήταν Δε τόσο μεγάλη η ένταση αυτή, ώστε δεν τον άφηνε να κοιμηθεί. Το φαινόμενο αυτό παρουσιάζετο κάθε βράδυ και ο ύπνος του είχε γίνει δύσκολος. Στην αρχή υπέθεσε, ότι οι ταραχές αυτές οφείλονταν στις κλιματολογικές διαφορές, που υφίστανται μεταξύ του κλίματος της χώρας μας και της Αμερικής. Αλλά, όταν είδε, ότι, προϊόντος του χρόνου, αντί να μειώνονται αύξαναν, άρχισε να ανησυχεί. Γι’ αυτό αναγκάστηκε να ενημερώσει τηλεφωνικώς τον Παππούλη και να ζητήσει την γνώμη του. Ο Παππούλης, όμως τον καθησύχασε αμέσως. Δεν είναι τίποτα του είπε. Απλώς ξέχασες την υπόσχεση που δώσαμε, όταν χωρίσαμε, ότι ο ένας θα προσεύχεται για τον άλλο. Τι ώρα αισθάνεσαι αυτά που μου λές; Τον ρώτησε. Και εκείνος του απάντησε.: Το βράδυ που κοιμάμαι την τάδε ώρα. Ε, εσείς αυτήν την ώρα που εσείς έχετε νύχτα εκεί, εμείς εδώ έχουμε πρωί και είναι η ώρα που εγώ προσεύχομαι για σένα. Ας είναι δοξασμένο το όνομα του Θεού, που κάνει την προσευχή μου να φθάνει μέχρις στην Αμερική! Κάνε και εσύ το ίδιο για μένα γιατί είμαι αμαρτωλός, του είπε και έκλεισαν το τηλέφωνο.

Εδώ πρέπει να πούμε, απαντώντας στους αναγνώστες που τυχόν διερωτηθούν γιατί είχε αυτό το ενοχλητικό για τον ιερομόναχο αποτέλεσμα η προσευχή του Παππούλη, ότι, όπως φαίνεται από τα ίδια τα λεγόμενα του Γέροντος, η ενόχληση, που αισθάνθηκε ο ιερομόναχος στην Αμερική οφειλόταν στο ότι είχε ξεχάσει να προσεύχεται την ώρα που είχαν συμφωνήσει. Προφανώς αυτό δεν θα συνέβαινε αν ο ιερομόναχος εκείνη την ώρα συμπροσευχόταν με τον Γέροντα. Πρέπει, όμως να προσθέσουμε και κάτι ακόμα πιο εντυπωσιακό που ακούσαμε και διασταυρώσαμε την αλήθεια του. Μια νύχτα ο ιερομόναχος αυτός αισθάνθηκε να κρυώνει και ξύπνησε και βρήκε την πόρτα του δωματίου του ανοιχτή. Παραξενεύτηκε γιατί ήταν βέβαιος ότι την είχε κλείσει, όπως συνήθιζε και, αφού την ξαναέκλεισε, ξανακοιμήθηκε. Όταν μετά από μερικές μέρες τηλεφωνήθηκε με τον παππούλη, ο παππούλης του είπε ότι πάει και τον βλέπει που κοιμάται και δεν προσεύχεται. Ο ιερομόναχος δυσπίστησε, σκεπτόμενος ότι ήταν αδύνατο να πηγαίνει ο παππούλης στην Αμερική να τον βλέπει και τότε ο παππούλης του είπε απλά: Ναι, ήρθα και σε είδα και σου άφησα και την πόρτα ανοικτή.(!) Ο ιερομόναχος βέβαια έμεινε εμβρόντητος, σαν να τον κτύπησε κεραυνός. Μέγας είσαι Κύριε και θαυμαστά τα έργα Σου! Ποιος μπορούσε πια να αμφισβητήσει τα λεγόμενα του παππούλη;

Σχετικά με την προσευχή του Παππούλη έχουμε ακούσει από πολλές ψυχές ότι αισθανόντουσαν την προσευχή του γι’ αυτές ως γαλήνη και παραμυθία, ως ανακούφιση και χαρά, ως ένα αίσθημα μακαριότητας και ειρήνης, κάτι που έδιωχνε κάθε στεναχώρια, κάθε άγχος, κάτι που δημιουργούσε αίσθημα ασφάλειας και σιγουριάς και διάθεσης προσευχής και δοξολογίας του Θεού. Μια μάλιστα κυρία (Χ.Χ.) που είχε πρόσφατα χηρέψει, διηγείται στο βιβλίο του Κλ. Ιωαννίδη «Ο ΓΕΡΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ, μαρτυρίες και εμπειρίες» που κυκλοφορεί σε πέμπτη έκδοση, ότι το απόγευμα της ίδιας μέρας, που ανακοίνωσε στο Γέροντα το θάνατο της συζύγου της, ενώ βρισκόταν στο σπίτι της ένιωσε ξαφνικά να φεύγει όλο το βάρος από την ψυχή της και ν’ αναβλύζει από μέσα της μια χαρά, τόσο που σταυροκοπήθηκε και είπε: «Θεέ μου είναι λογική αυτή η αντίδραση μου;» Συνεχίζει Δε ότι μετά έμαθε -και διασταύρωσε αυτήν την πληροφορία –ότι εκείνη ακριβώς την ώρα, που αισθανόταν έτσι, ο Γέρων Πορφύριος προσευχόταν γι’ αυτήν.

Μια άλλη κυρία διηγήθηκε σε αξιόπιστο πρόσωπο, από το οποίο εμείς το ακούσαμε, ότι, όταν παρακάλεσε το Γέροντα Πορφύριο να τη βοηθήσει για κάποιο πρόβλημα της, της υπέδειξε να κάνουν μαζί προσευχή στις 10 το βράδυ. Όταν Δε αυτή του είπε αυτήν την ώρα δεν μπορεί, γιατί η οικογένεια την απασχολεί, της πρότεινε να συμπροσεύχονται (αυτή βέβαια από το σπίτι της) στις 4 το πρωί. Κι όταν του είπε ότι αυτήν την ώρα δυσκολεύεται να ξυπνήσει και ότι δεν μπορεί να βάλει ξυπνητήρι, γιατί θα ενοχλήσει την οικογένεια, της είπε ότι θα πηγαίνει αυτός να την ξυπνάει. Πράγματι, λοιπόν, όπως είπε, κάθε πρωί στις 4 η ώρα αισθανόταν ένα ελαφρύ άγγιγμα ή σκούντημα στον ώμο και καταλάβαινε ότι ήταν η ειδοποίηση του Γέροντος. Ήταν μια ευχάριστη ειδοποίηση, χωρίς ταραχή η ενόχληση.

Ένας άλλος φίλος μας αφηγήθηκε ότι, όταν το βράδυ ο Γέροντας προσηύχετο γι’ αυτόν, αισθανόταν, μερικές φορές, ένα αίσθημα ειρήνης ψυχικής και ελαφρότητας σωματικής, σαν να ήθελε το σώμα του να σηκωθεί από το κρεβάτι, χωρίς όμως να μετακινείται πραγματικά.

Υπάρχει βέβαια και η περίπτωση που είχε αφηγηθεί σε ένα φίλο μας ο ίδιος ο Γέροντας, κάποιου που χρωστούσε χρήματα, και για τον οποίο προσευχήθηκε ο Γέροντας, κατόπιν παρακλήσεως του δικαιούχου, να τον φωτίσει ο Θεός να τα επιστρέψει. Αυτός, μη θέλοντας να πληρώσει το χρέος του, ενοχλήθηκε από την προσευχή του Γέροντος και του ζήτησε να παύσει να προσεύχεται γι’ αυτόν. Εδώ όμως πρόκειται για τύψεις συνειδήσεως, που ξεσηκώθηκαν από την υπόμνηση της κατακρατήσεως των ξένων χρημάτων.

Έτσι φαίνεται ότι σε σπάνιες περιπτώσεις εκείνος για τον οποίο ο Γέροντας προσευχόταν, αισθανόταν κάποια ενόχληση, κάτι σαν έντονη υπόμνηση. Αυτό βέβαια συνέβαινε όταν εκείνος δεν είχε κάνει κάτι που έπρεπε να είχε κάνει.

Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στο θέμα μας.

Δεν πέρασε ούτε ένα 20ήμερο και ο Παππούλης πήρε άλλο τηλεφώνημα από τον φίλο του ιερομόναχο, ο οποίος, ούτε λίγο, ούτε πολύ, τον θερμοπαρακαλούσε να πάψει να προσεύχεται γι’ αυτόν, γιατί τον άφηνε άυπνο και δεν μπορεί την ημέρα να εργαστεί και κινδυνεύει να θεωρηθεί από την εκεί Εκκλησία, σαν ράθυμος και αδιάφορος. Ο παππούλης του το υποσχέθηκε και πράγματι, έπαψε να προσεύχεται γι’ αυτόν και εκείνος, όπως είπε στον Παππούλη, δεν ξανααισθάνθηκε ποτέ πια τα αποτελέσματα της δυνάμεως της προσευχής του Παππούλη, η εμβέλεια της οποίας έφτασε μέχρι την Αμερική!

Πρέπει να ξανακάνουμε όμως παρέκβαση για να αποσαφηνίσουμε το θέμα ώστε να μη δημιουργηθεί καμμιά παρεξήγηση.

Εδώ κρύβεται ένα μεγάλο μυστήριο που χρειάζεται μεγάλη ανάπτυξη. Είναι το μυστήριο του κόπου που αναπαύει και της ανέσεως που καταστρέφει. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια ενός ασκητού από το Γεροντικό. «Απέρχομαι όπου εστί κόπος και εκεί βρίσκω ανάπαυσιν» δηλαδή πηγαίνω εκεί όπου υπάρχει κόπος και εκεί βρίσκω ξεκούραση. (Αββάς Ποιμήν, μδ΄, Γεροντικόν, επιμέλεια Π.Β. Πάσχου, εκδ. Αστήρ, σελ. 87). Και ο Αββάς Ισαάκ γράφει: «Ο Θεός και οι άγγελοι αυτού εν ανάγκαις χαίρουσι, ο Δε διάβολος και οι εργάται αυτού εν αναπαύσει». Και αλλού: «Ουδείς μετ’ ανέσεως ανήλθεν εις τους ουρανούς». Είναι όπως ο αθλητής που θέλει να νικήσει στους αγώνες. Αρέσκεται στον κόπο των προπονήσεων, γιατί αποβλέπει στο βραβείο της νίκης. Ο Γέροντας το ήξερε αυτό εκ πείρας και από αγάπη, ήθελε να οδηγήσει και το φίλο του τον ιερομόναχο στην ουράνια ανάπαυση, που περνάει μέσα από τον πρόσκαιρο κόπο. Του υπενθύμιζε λοιπόν οχληρά την ώρα της προσευχής, σαν να του έλεγε: Άφησε καημένε τον ύπνο και έλα να προσευχηθούμε μαζί, όπως έχουμε συμφωνήσει και θα μπεις στα μυστήρια του Θεού και θα νιώσεις μια άλλου είδους ανάπαυση. Βέβαια ο ιερομόναχος εκείνος ανθρώπινα σκεπτόμενος, υπολόγιζε ότι για να εργαστεί την άλλη ημέρα, έπρεπε να είναι ξεκούραστος. Το μυστικό του Γέροντος όμως ήταν ότι όταν κατέλθει η Χάρις, δεν μετράει η κούραση. Ίσως μάλιστα ο μεγαλύτερος κόπος που γίνεται από θείο έρωτα, από αγάπη προς τον δεσπότη Χριστό, προσελκύει περισσότερη χάρη, και έτσι ο αγρυπνήσας την νύχτα στην προσευχή, μπορεί την άλλη μέρα, παρά τη σωματική κούραση του, να εργαστεί καλύτερα μέσα στην εκκλησία για τους συνανθρώπους του. Γιατί θα εργάζεται μαζί του η θεία Χάρις. Ενώ όταν είναι ξεκούραστος στο σώμα και χορτάτος στον ύπνο, θα εργάζεται μόνο με τις δικές του πτωχές δυνάμεις. Εφ’ όσον λοιπόν ο ιερομόναχος αυτός δεν «έπιασε» το μήνυμα του Παππούλη και προτίμησε, με την ανθρώπινη λογική του την αντίθετη άποψη, μοιάζει σαν τον αθλητή που προτιμά τον ύπνο από την προπόνηση για να είναι τάχα ξεκούραστος και να αποδώσει στους αγώνες. Εν τούτοις ο Θεός δεν εξαναγκάζει κανένα και γι’ αυτό ο Γέροντας, εφ’ όσον δεν έγινε δεκτή η προσφορά του, και παρακλήθηκε «να μην ενοχλεί»,την απέσυρε. Έτσι βέβαια ο ιερομόναχος εκείνος έμεινε τότε μόνος και εργαζόταν ως άνθρωπος. Δεν γνωρίζουμε πως εξελίχτηκε. Ελπίζουμε όμως ότι αργότερα θα κατάλαβε το νόημα της οχλήσεως του Παππούλη και θα επωφελήθηκε απ’ αυτήν.

Όλα τα ανωτέρω υποχρεώθηκε να μου τα διηγηθεί ο Παππούλης, γιατί εκείνο το καλοκαίρι,(πριν από 25 χρόνια περίπου), συνέβη και εγώ να υποστώ… τις ίδιες ταλαιπωρίες, από τις προσευχές του αγαπημένου μου Παππούλη. Ήταν Αύγουστος μήνας θυμάμαι, που αποφασίσαμε με ένα φιλικό μου ζευγάρι, να περάσουμε τις διακοπές μας στην λουτρόπολη της Αιδηψού. Πριν φύγω, πήγα να χαιρετήσω τον Παππούλη μου, όπως έκανα συνήθως, και να πάρω την ευχή του. Παράλληλα τον ρώτησα εάν προβλέπει, πως θα περάσω τις διακοπές. Μου απάντησε ότι θα περάσεις καλά, γιατί εγώ θα προσεύχομαι συνεχώς. Το απόγευμα της ίδιας μέρας βρεθήκαμε στην Αιδηψό και εγκατασταθήκαμε σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο και το ρίξαμε έξω και λησμονήσαμε την προσευχή και όλα εν γένει τα θρησκευτικά μας καθήκοντα. Το βράδυ κοιμήθηκα και αισθάνθηκα να κουνιέται το κρεβάτι μου τόσο δυνατά, που νόμιζα ότι έκανε σεισμό. Ξύπνησα έντρομος και φώναξα δυνατά: σεισμός, σεισμός, ενώ παράλληλα κρατιόμουν από το κρεβάτι, για να μην πέσω κάτω και σκοτωθώ. Παρατήρησα όμως ότι κανείς δεν ξύπνησε από τα διπλανά δωμάτια, αλλά ούτε και από τους άλλους ορόφους. Το γεγονός αυτό με ανησύχησε περισσότερο. Παρέμεινα για πολλή ώρα άυπνος. Όταν ξανακοιμήθηκα, αισθάνθηκα πάλι τα ίδια και επιπλέον αισθανόμουν να διαπερνά το σώμα μου κάτι σαν ηλεκτρικό ρεύμα! Αυτό μου συνέβη πολλές φορές. Το πρωί ρώτησα τον φίλο μου τον γιατρό και την σύζυγό του, εάν κατάλαβαν τους σεισμούς που έγιναν το βράδυ και αυτοί γελούσαν! Τα ίδια συνέβαιναν και τα άλλα βράδια και οι διακοπές μου κατάντησαν σκέτο μαρτύριο. Οπότε, ένα βράδυ βλέπω στον ύπνο μου, ότι ήμουν στην Εκκλησία του αγίου Νικολάου, (μάλλον στα Καλλίσια), και από την εικόνα του Αγίου εκπέμποντο επάνω μου δέσμες εκατομμυρίων πολύχρωμων θεϊκών ακτίνων με υπέρλαμπρο φως και μου προκαλούσαν μια απερίγραπτη θεϊκή αγαλλίαση! Μετά από αυτό το όνειρο, αναγκάστηκα να επικοινωνήσω με τον Παππούλη και του τα έθεσα όλα υπόψη. Μην ανησυχείς, μου λεει. Εγώ σε ταλαιπωρώ με τις προσευχές μου. Ποια ώρα είδες τον Άγιο Νικόλαο στον ύπνο σου; Του είπα την ώρα. Ε, αυτή την ώρα παρακαλούσα τον άγιο για σένα. Να συνεχίσεις τις διακοπές σου, αλλά να μην ξεχνάς να προσεύχεσαι.

Τότε εγώ χαριτολογώντας του είπα: - Παππούλη σας παρακαλώ, εάν θέλετε να συνεχίσω εγώ τις διακοπές μου, πρέπει να σταματήσετε εσείς τις προσευχές σας για μένα. Διαφορετικά, αυτές δεν είναι διακοπές, είναι μαρτύριο…

Ο Παππούλης χαμογέλασε…με αγαθότητα και άπειρη καλοσύνη. Ήθελε και με τον τρόπο αυτό να με οδηγήσει στην πνευματική ζωή. Αλλά εγώ…που να καταλάβω.

Το περιστατικό αυτό μου το υπενθύμισε δυο ώρες πριν φύγει για το τελευταίο του ταξίδι στο Άγιο Όρος και γελάσαμε και οι δυο πολύ δυνατά και με ιδιαίτερη ικανοποίηση. Μακάρι και τώρα να εύχεται, από εκεί που είναι, τόσο έντονα! Θα ήταν για μένα η πιο ευχάριστη ταλαιπωρία…


Το ραντεβού της προσευχής

Ο Παππούλης προσηύχετο πολύ. Και ήθελε και τα δικά του πνευματικά παιδιά να κάνουν το ίδιο. Ιδιαίτερα σε εμένα ήθελε, με κάθε τρόπο, να με πείσει να το κάνω. Γι’ αυτό συνεχώς μου μιλούσε, για την δύναμη της προσευχής. Προσευχή, παιδί μου, Ανάργυρε, έλεγε, σημαίνει συνομιλία με τον ίδιο τον Θεό, που είναι ο Πλάστης, είναι ο Δημιουργός του Σύμπαντος! Είναι Εκείνος που έπλασε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα και ομοίωση Του. Είναι Εκείνος που έφτιαξε αυτά που βλέπουμε, αλλά και εκείνα που δεν βλέπουμε με τα ανθρώπινα μάτια μας. Τέλος είναι εκείνος που δεν αρνιέται ποτέ να συνομιλήσει μαζί μα, αρκεί να του το ζητήσουμε εμείς, όποτε θέλουμε και όσες φορές θέλουμε. Δεν πρόκειται να μας πει ποτέ όχι. Αντίθετα, είναι πάντα πρόθυμος να μας ακούσει με προσοχή και με αγάπη όπως κάνει κάθε καλός Πατέρας, όταν του το ζητά το παιδί του. Και όχι μόνο αυτό, αλλά και να μας δώσει ότι του ζητήσουμε, αρκεί να είναι αυτό που του ζητάμε προς το συμφέρον της ψυχής μας. Αλήθεια αναλογίστηκες ποτέ παιδί μου να συνομιλήσεις έστω και μια φορά με κάποιον από τους σημερινούς άρχοντες της Πατρίδας μας και να έγινε η επιθυμία σου; αν όχι σου συνιστώ να το τολμήσεις. Θα διαπιστώσεις ότι η επιθυμία σου θα παραμείνει απλώς επιθυμία! Ουδέποτε θα δεχτούν να μιλήσουν μαζί σου. Το πολύ-πολύ να σε παραπέμψουν σε κανένα παρακατιανό, για να σε ξεφορτωθούν … Αντίθετα ο Κύριος μας που είναι ο Βασιλεύς των Βασιλέων, δεν πρόκειται ποτέ να σε παραπέμψει σε κανέναν και δεν πρόκειται ποτέ να αρνηθεί να συνομιλήσει μαζί σου, δια της προσευχής και πρόσθεσε: τα καταλαβαίνεις αυτά που σου τα λεω; - Ασφαλώς ναι, Παππούλη μου, του απάντησα. – Και, όμως εμένα κάτι μου λεει, πως δεν θέλεις να τα καταλάβεις. Γιατί, εάν τα καταλάβαινες, θα έκανες πιο πολύ προσευχή. – Μα, προσεύχεστε εσείς για μένα, προσέθεσα. –Και όταν τρώγω εγώ, χορταίνεις εσύ; με ρώτησε! Οπότε με αφόπλισε τελείως! – Άκουσε Ανάργυρε, μου λεει. Θα σου κάνω μια πρόταση, αλλά θέλω εξ αρχής να μου υποσχεθείς, ότι θα την δεχτείς, και θα την τηρήσεις. –σας το υπόσχομαι, Παππούλη. Είμαι έτοιμος να κάνω ότι μου πείτε. –Ε! τότε σου προτείνω να προσευχόμεθα την ίδια ώρα ακριβώς, και οι δυο μαζί. Και ο ένας θα προσεύχεται για τον άλλο.

Συμφωνήσαμε και υποσχεθήκαμε. Καθορίσαμε, μάλιστα και την ώρα της προσευχής. Ήταν η 10 μ.μ. Ο Παππούλης, όπως μου εξήγησε, πίστευε πάρα πολύ σ’ αυτό το είδος της προσευχής. Τα αποτελέσματα, μου έλεγε, της κοινής προσευχής, είναι καταπληκτικά. Θα το διαπιστώσεις και μόνος σου. Θέλω όμως, ακριβώς στις 10 μμ. Να είσαι πιστός στο ραντεβού μας. Να μην παραλείψεις, ούτε μία φορά να τηρήσεις την υπόσχεσή σου. Και εγώ θα κάνω το ίδιο.

Προχωρώντας με τον Παππούλη, φτάσαμε στην αφετηρία των λεωφορείων του Πολυγώνου. Αυτήν την φορά δεν με άφησε να τον ακολουθήσω μέχρι το σπίτι του, όπως συνήθως έκανα. Όχι, μου λέει, δεν θα έρθεις μαζί μου. Θα πας σπίτι σου. Προ ολίγου υποσχεθήκαμε κάτι. Πρέπει να αρχίσεις αμέσως. Από απόψε. Το γοργόν και χάριν έχει. Υπάκουσα. Ο Παππούλης επιβιβάστηκε στο λεωφορείο και εγώ περίμενα την αναχώρηση του. Μόλις ξεκίνησε το λεωφορείο, θυμάμαι καλά, μου χτύπησε το τζάμι και μου είπε: Στις 10 ακριβώς! Νομίζω πως αυτή την στιγμή βλέπω την μορφή του και ακούω την φωνή του! Το πρόσωπο του έλαμπε και ομοίαζε με αγγελικό! Ήταν βέβαια, και κατά 30 χρόνια νεώτερος. Στην πιο δημιουργική ηλικία.

Περίμενα στην αφετηρία μέχρι την στιγμή που το λεωφορείο χάθηκε μέσα στο χάος της απέραντης Αθήνας κουβαλώντας μαζί του και έναν άγνωστο, μέχρι τότε, Άγιο της Εκκλησίας του Δεσπότου χριστού και αμέσως μετά έφυγα τροχάδην για το σπίτι μου, προκειμένου να είμαι απόλυτα συνεπής στο ραντεβού της προσευχής.

Πράγματι! Στις 10 μ.μ. κλείστηκα στο δωμάτιο μου και άρχισα να προσεύχομαι. Όμως, από το πρώτο κιόλας λεπτό, άρχισαν να διαπερνούν το σώμα μου έντονα ρεύματα , που άρχιζαν από τα κάτω άκρα και έφθαναν μέχρι την κεφαλή μου και τανάπαλιν(!), ενώ ένα ισχυρό άπλετο φως πλημμύρισε όλο το δωμάτιο μου και μου έδινε την εντύπωση, ότι βρισκόμουν μέσα σε φλόγες, οι οποίες, όμως δεν με έκαιγαν! Στην αρχή τρόμαξα πολύ και λίγο έλειψε να καταληφθώ από πανικό ! αμέσως όπως συνειδητοποίησα ότι όλα αυτά τα φαινόμενα απέρρεαν από την δύναμη της προσευχής του Παππούλη και όχι μόνο ηρέμησα, αλλά καταλήφθηκα από μια πρωτοφανή αγαλλίαση, που μου έδινε την εντύπωση ότι δεν πατούσα καθόλου στην γη! Όλα αυτά συνεχίστηκαν μέχρι το τέλος της προσευχής. Την άλλη μέρα η πρώτη μου δουλειά ήταν να επικοινωνήσω με τον Παππούλη. Ήμουν αποφασισμένος να μην του πω τίποτα. Ήθελα πρώτα να μιλήσει ο παππούλης. Και έτσι έγινε. Μόλις ζήτησα την ευχή του, ο παππούλης με ιδιαίτερη ικανοποίηση και με τρανταχτά γέλια, μου είπε: Τρόμαξες ε! Και λίγο έλειψε να το βάλεις στα πόδια… Όμως εγώ σε έβλεπα μέσα σε έντονο φως, που πλημμύριζε όλο το δωμάτιο σου και εσύ περιχαρής ανέβαινες –ανέβαινες σαν να ήθελες να φτάσεις στο Θρόνο του Κυρίου! Βλέπεις τι δύναμη έχει αυτού του είδους η προσευχή; Συνέχισε και θα με θυμηθείς. Πράγματι! Τον θυμάμαι. Και θα τον θυμάμαι όχι μόνον σ’ αυτή, αλλά και στην άλλη ζωή. Γιατί τα φαινόμενα αυτά προϊόντος του χρόνου, έγιναν τόσο έντονα ώστε να μην μπορώ να τα περιγράψω!

Μακάρι να προσεύχεται και τώρα μαζί μου. Δεν θα ήθελα τίποτε άλλο. Γένοιτο!


Ο τρόπος τελέσεως της Θείας Λειτουργίας

Προσπαθούσα, πάντοτε κατά την ώρα της Θείας Λειτουργίας να βρίσκομαι μέσα στο Ιερό Βήμα. Και τούτο διότι ήθελα από πολύ κοντά να παρακολουθώ τον π. Πορφύριο, πως τελούσε την αναίμακτη αυτή θυσία. Και δεν μετάνιωσα για την προσπάθεια μου αυτή. Αντίθετα, και σήμερα δηλώνω απερίφραστα, πως εάν ζούσε ο αείμνηστος γέροντας θα έκανα πάλι το ίδιο. Γιατί εκεί μέσα γνώρισα όλο το μεγαλείο της πίστεως! Εκεί μέσα έζησα στιγμές συγκινητικές και απερίγραπτες! Εκεί μέσα άκουσα να συνομιλούν τα κάτω με τα άνω! Εκεί μέσα είδα έναν παππούλη να υψώνει τα άγια χεράκια του προς τον Ύψιστο, όπως ακριβώς τα μικρά και αγνά παιδάκια κατά την ώρα της παιδικής τους προσευχής! Εκεί μέσα παρακολούθησα με πόση ευλάβεια και φόβο Θεού έκανε όλη την προετοιμασία του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας κατά την ώρα της Προσκομιδής! Ιδίως αυτό το τελευταίο με είχε κυριολεκτικά συγκλονίσει! Γιατί, ο π. Πορφύριος, όλο αυτό το θείο μυστήριο το ζούσε στην πραγματικότητα! Και αυτό το έδειχνε με τον τρόπο που χρησιμοποιούσε το πρόσφορο. Δεν το θεωρούσε σαν μια προσφορά. Αλλά νόμιζε ότι εκείνη την ώρα κρατούσε το ίδιο το σώμα του Χριστού. Γι’ αυτό και κάθε φορά που το έκοβε, πονούσε η ψυχούλα του, γιατί ήταν περισσότερο από βέβαιος, ότι την ώρα εκείνη κόβει το ίδιο το σώμα του Ιησού! Στις Δε ευχές που έλεγε κατά τον χρόνο της Προσκομιδής των Θείων δώρων, έδιδε τέτοια έμφαση και τέτοιο τόνο και χρώμα που συγκλόνιζαν ακόμα και τον πιο άπιστο και βάρβαρο στην ψυχή! Μου είναι αδύνατον να λησμονήσω τον τρόπο, που εδέετο υπέρ των ζώντων και των τεθνεώτων! Αυτό το: μνήσθητι Κύριε του δούλου σου τάδε, το έλεγε και το ζητούσε από τον Θεό με τόση γλυκύτητα και με τέτοιο παρακλητικό τόνο, που του ήταν αδύνατο να του αρνηθεί, όχι ο Θεός που είναι πολυέλεος, πολυεύσπλαχνος, μακρόθυμος και γεμάτος αγάπη, αλλά και ο μεγαλύτερος εγκληματίας ολοκλήρου της οικουμένης!

Ακόμη είχα παρατηρήσει, ότι ο Παππούλης καθόλη τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, έδινε την εντύπωση, πως ούτε ακούει, ούτε βλέπει, ούτε έχει καμμιά επαφή με τον έξω κόσμο. Εκείνος ζούσε στον δικό του κόσμο. Παρά ταύτα εγώ ούτε εκεί δεν τον άφηνα ήσυχο. Κάθε τόσο τον πλησίαζα όλο και περισσότερο, για να του δείξω την αγάπη μου. Και εκείνος ανταποκρινόμενος πλήρως, με σταύρωνε στο μέτωπο μου, πότε με την Ιερά Λαβίδα, πότε με τον Σταυρό του και άλλοτε με ότι Θείο κρατούσε στα άγια χεράκια του την ώρα εκείνη.

Και όταν ο Παππούλης σταύρωνε, δεν έκανε απλώς, το σημείο του Σταυρού, όπως συνήθως, γίνεται από τους ιερείς, αλλά πίεζε με τόση πίστη και δύναμη το μέτωπο, την κεφαλή ή άλλο σημείο του σώματος, που έπασχε, ώστε εκείνος που εσταυρώνετο το ένοιωθε, για τα καλά…μάλιστα!

Προσωπικά είχα υποστεί…πολλές φορές αυτή…την δοκιμασία, όταν ευρισκόμουν στο ιερό κατά την ώρα της θείας λειτουργίας και πάντα έμενα με την εντύπωση, ότι η υπερβολική πίεση που ασκούσε πάνω μου, έκανε το μέτωπο μου να αιμορραγεί, χωρίς στην πραγματικότητα, να συμβαίνει κάτι τέτοιο ποτέ.

Όμως , μια φορά, που βρισκόμουν πλησίον της αγίας Τραπέζης και παρακολουθούσα τον Παππούλη πως εκάλυπτε το δισκάριο με τον Σταυρό, (Σχήμα Σταυρού – μου διαφεύγει η ονομασία), με σταύρωσε με αυτόν, τόσο δυνατά, που όχι μόνο πόνεσα φοβερά, αλλά νόμισα, πως άνοιξε το μέτωπο μου στα τέσσερα (!) και προσπάθησα να …σκουπίσω τα αίματα με το δεξί μου χέρι, χωρίς βέβαια να υπάρχουν και χωρίς να μου δημιουργήσει την παραμικρή αμυχή, στο σημείο που ε σταύρωσε! Ωστόσο, τα μάτια μου βούρκωσαν από τον ισχυρό πόνο και μόνον από ντροπή δεν έκλαψα! Μετά από αυτό το περιστατικό, δεν ξανατόλμησα να τον πλησιάσω.

Επίσης, εκείνο που με είχε εντυπωσιάσει σε βαθμό υπερθετικό, ήταν ο τρόπος με τον οποίο περισυνέλεγε τα Θεία Μαργαριτάρια! Η επιμέλεια του, η ευλάβεια του, η προσοχή του και ο φόβος μήπως παραπέσει κανένα από αυτά, δεν είχαν προηγούμενο! Ίδρωνε, στην κυριολεξία από την αγωνία του!

Τέλος θα το θεωρούσα, τουλάχιστον, μεγάλη παράλειψη, αν δεν ανέφερα, έστω και δυο λέξεις, για τον τρόπο που έψελλε ο π. Πορφύριος.

Η ψαλμωδία του Παππούλη δεν είχε καμμιά σχέση με τις συνηθισμένες ψαλμωδίες, που ακούμε σήμερα στους περισσοτέρους Ιερούς Ναούς. Αλλά είχε κάτι το εντελώς ξεχωριστό. Ήταν πολύ λιτή, απέριττη, σιγανή και απαλλαγμένη από κορώνες και «γαργαριτά», που θυμίζουν ανατολίτικα τραγούδια και «αμανέδες» και απέφευγε συστηματικά να κάνει επίδειξη των φωνητικών του ικανοτήτων χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τις εστερείτο.

Εκείνο που τον ενδιέφερε, ήταν να προφέρει σωστά και καθαρά ότι έψαλλε και να γίνεται αυτό κατανοητό από το εκκλησίασμα αφ’ ενός και να έχει άμεση και συνεχή επαφή με το θείο, αφετέρου. Και τα επετύγχανε και τα δυο! Γιατί είχε μεγάλη πίστη στον Θεό και τον αγαπούσε, όσο τίποτε άλλο στον κόσμο! Γι’ αυτό και ο Θεός τον εδόξασε «έτι ζωντα». Ας τον τιμήσουμε και εμείς τώρα που κοιμήθηκε…


Το παράδειγμα της υπακοής

Ένα από τα πολλά χαρίσματα που κοσμούσαν τον χαρακτήρα του Πατρός Πορφυρίου, ήταν η υπακοή.

Κάποια μέρα αντί να μου μιλήσει ευθέως για την αξία της υπακοής που εγώ κάθε άλλο, παρά τα είχα…καλά μαζί της άρχισε να μου λεει τα εξής:

Όταν ακόμη ήμουν μοναχός και είχα σχεδόν την ηλικία σου πληροφορήθηκα ότι σε ένα κελί ζούσε ένας παράξενος γέροντας. Όποιος υποτακτικός πήγαινε να τον υπηρετήσει δεν άντεχε την γκρίνια του και την ιδιοτροπία του και μέσα σε 2-3 μέρες τον εγκατέλειπε και έφευγε. Αυτό συνέβαινε για πολύ καιρό. Στο τέλος δεν εδέχετο κανείς να πάει να τον υπηρετήσει. Τότε αποφάσισα να πάω εγώ. Έκανα την πρόθεση μου γνωστή στους άλλους μοναχούς και εκείνοι προσπάθησαν να με εμποδίσουν. Μην τολμήσεις, μου είπαν, γιατί θα αποτύχεις και θα απογοητευτείς και είσαι πολύ νέος και δεν κάνει να αρχίσεις την μοναχική σου ζωή με μια τόση κακή εμπειρία. Εδώ προσπάθησαν τόσοι και τόσοι μοναχοί με υπομονή πρωτόγνωρη και καλοσύνη πρωτοφανή και απέτυχαν και θα κατορθώσεις εσύ να συνεργαστείς με τον γεροπαράξενο; Μη προσπαθείς. Άδικα θα υποβληθείς σε μια ταλαιπωρία που δεν θα διαφέρει σε τίποτα από τις δικές μας αφού το αποτέλεσμα της θα είναι αρνητικό. Μάταια, όμως προσπάθησαν να με πείσουν. Εγώ, τους είπα, θα πάω και ας αποτύχω.

Πράγματι! Χωρίς να χάσω καιρό ξεκίνησα για το κελλί, που έμενε ο Γέροντας. Χτύπησα την πόρτα και μου είπε να περάσω. Τον καλημέρισα και συγχρόνως υποκλίνομαι. Την ευχή σας γέροντα.

- Τι θέλεις εσύ εδώ;

- Να, έμαθα, ότι είσαι μόνος σου και ανήμπορος και ήλθα να σε υπηρετήσω..

- Να πας από εκεί που ήρθες! Φύγε γρήγορα.

- Λέγοντας αυτά μου έδειξε το παράθυρο. Να φύγω δηλαδή από το παράθυρο και όχι από την πόρτα. Και εγώ όπως πάντα έκανα άκρα υπακοή! Βγήκα από το παράθυρο! Αυτό θα πει υπακοή!

Γεγονός πάντως είναι, ότι ο παππούλης επέμενε πολύ στο θέμα της υπακοής. Και την θεωρούσε καθήκον και υποχρέωση συνάμα κάθε πνευματικού παιδιού.

Ο ίδιος θέλοντας να δείξει το μέγεθος της σημασίας που είχε για εκείνον η υπακοή αναφέρει στην Επιστολή-Διαθήκη του, που άφησε σε όλους εμάς, τα εξής:

«…έφυγα από τους γονείς μου κρυφά και ήλθα στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους και υποτάχτηκα σε δυο γεροντάδες αυταδέλφους, Παντελεήμονα και Ιωαννίκιο. Μου έτυχε να είναι πολύ ευσεβείς και ενάρετοι και τους αγάπησα πάρα πολύ και γι’ αυτό, με την ευχή τους, τους έκανα ά κ ρ α υ π α κ ο ή. Αυτό με βοήθησε πάρα πολύ, αισθάνθηκα και μεγάλη αγάπη και προς τον Θεό και πέρασα και πάρα πολύ καλά».


Οι γονείς και το παιδί

Το έτος 1977 η σύζυγος μου έμεινε έγκυος. Η χαρά μας ήταν μεγάλη! Και η πρώτη μας φροντίδα ήταν να ενημερώσουμε τον π. Πορφύριο, ο οποίος συμμερίζετο τις χαρές μας και τις λύπες μας, από την πρώτη μέρα της γνωριμίας μας και μας στήριζε με τις προσευχές του, αλλά και τις συμβουλές του, οι οποίες ήσαν γεμάτες από σοφία και θεία έμπνευση!

Για τον λόγο αυτόν, τον επισκεφτήκαμε και του ανακοινώσαμε αυτοπροσώπως το χαρμόσυνο γεγονός. Ευχαριστήθηκε πολύ! Η χαρά του ήταν έντονα ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του.

-Τώρα ολοκληρώθηκε η ευτυχία σας! Ο καλός μας Θεός σας τα έδωσε όλα! Είστε καλοί και τους καλούς ο Κύριος δεν τους στερεί τίποτε! Εξάλλου, σας το είχα πει. Θα κάνετε παιδί, Αλλά εσείς μωρέ είσαστε άπιστοι Θωμάδες. Δεν πιστεύετε σ’ αυτά που σας λεω. Το ξέρω ότι με αγαπάτε αλλά είστε ολιγόπιστοι. Λυγίζετε εύκολα, που να σας πάρει η ευχή… Όταν έρχεστε, σας βλέπω σκυθρωπούς και απελπισμένους, και όταν φεύγετε σας βλέπω στον δρόμο που πηγαίνετε στο σπίτι σας, χαρούμενους, ευτυχισμένους και με τονωμένη την πίστη σας! Το αυτοκίνητο σας δεν κυλάει αλλά πετάει!

Τώρα, καθίστε να σας πω ορισμένα πράγματα, για να έχετε υπόψιν σας σαν υποψήφιοι γονείς που είστε. Και αυτά που θα σας πω, θέλω να τα βάλετε καλά στο μυαλό σας, να τα συγκρατήσετε και να τα εφαρμόσετε κατά γράμμα, εάν δεν θέλετε να δείτε το παιδί σας δυστυχισμένο και τους εαυτούς σας το ίδιο.

Έρχονται εδώ εκατοντάδες γονείς και με κλάματα στα μάτια με παρακαλούν να βοηθήσω τα παιδιά τους γιατί άλλα έμπλεξαν με ναρκωτικά, άλλα με κακές παρέες, άλλα τους βρίζουν τους ζητούν χρήματα, για να τα χρησιμοποιήσουν στις χαρτοπαιχτικές λέσχες και στα άλλα τυχερά παιχνίδια, και όταν δεν έχουν να τους δώσουν, τους απειλούν και ακόμη και τους χτυπούν! Έτσι φτάνουν οι γονείς να καταριώνται και αυτά και την ώρα και την στιγμή που τα έφεραν στην ζωή! Έχω δει γονείς, να κλαινε με μαύρο δάκρυ, για το κατάντημα των παιδιών τους και να λένε, χίλιες φορές να μην τα είχαμε! Γιατί, τότε θα είχαμε ένα καημό και μια στεναχώρια, που δεν θα είχαμε παιδιά, ενώ, τώρα μου λένε έχουμε χίλιους καημούς και άλλες στεναχώριες για τα προβλήματα τα φοβερά που μας δημιουργούν καθημερινά και ντρεπόμεθα να κυκλοφορούμε στον κόσμο. Γι’ αυτό ζητάνε να τους βοηθήσω με τις προσευχές μου, για να σώσουν τα παιδιά τους. Όμως, όταν τους ρωτώ εσείς τι κάνατε, ή τι κάνετε τώρα, για να βοηθήσετε αυτά τα δυστυχισμένα πλάσματα, μου απαντούν, σχεδόν , στερεότυπα, ότι δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα, γιατί ξέφυγαν από τον έλεγχό τους, γιατί ήταν έφηβοι!

E! Επόμενο ήταν. Αφού αφήσατε όλα τα παιδικά χρόνια ανεκμετάλλευτα και περιμένατε να έλθει η ήβη, για να ασχοληθείτε με τα παιδιά σας, ασφαλώς αυτά τα αποτελέσματα, θα είχατε και θα πρέπει να περιμένετε και χειρότερα. Το παιδί είναι σαν το ζυμάρι. Όσο πιο μαλακό είναι το ζυμάρι, τόσο πιο εύκολα πλάθεται, διαμορφώνεται, διαπαιδαγωγείται και τελειούται.

Τώρα, που θυμηθήκατε εσείς, ότι έχετε παιδιά, ή μάλλον σας τα θύμισαν αυτά με τις αταξίες τους, τις απαιτήσεις, τις παρανομίες τους και γενικά με την ανήθικη συμπεριφορά τους, τώρα είναι αργά. Πέταξε το πουλάκι. Και αν πετάξει το πουλί, που το είχαμε στο κλουβί δύσκολα πιάνεται, για να μην πω, πως δεν ξαναπιάνεται!

Η διαπαιδαγώγηση του παιδιού είναι το Α και το Ω των υποχρεώσεων, που έχουν οι γονείς σ’ αυτήν την ανθρώπινη ύπαρξη, που με την θεϊκή συνύπαρξη, φέρνουν στην ζωή! Γονείς, που απέτυχαν να διαπαιδαγωγήσουν το παιδί τους σωστά, θεωρούνται αποτυχημένοι σε όλα! Σε όλα, με ακούτε; Γιατί, αν υποθέσουμε, ότι υπάρχουν γονείς, που αφιέρωσαν όλη τους την ζωή να επεκτείνουν τις βιομηχανικές τους εγκαταστάσεις και να πολλαπλασιάσουν τα χρήματα τους, με αποτέλεσμα να γίνουν μεγιστάνες του πλούτου, ενώ παράλληλα δεν έκαναν τίποτε, για την χρηστή διαπαιδαγώγηση των παιδιών τους, τότε, σας λεω, ότι όχι μόνο δεν προσέφεραν τίποτε στα παιδιά τους, αλλά ηγωνίστηκαν και κόπιασαν για να δημιουργήσουν τεμπέληδες, ακαμάτες και εγκληματίες! Ναι! Σας το βεβαιώνω εγώ. Εγκληματίες έφτιαξαν!

Και ξέρετε γιατί; Γιατί το χρήμα, όταν βρεθεί σε χέρια διεφθαρμένων ανθρώπων, κάνει κακό και στους ίδιους που το έχουν και στους άλλους, που το στερούνται. Γιατί, οι πρώτοι εξαγοράζουν τους τελευταίους, από ανάγκη, και τους χρησιμοποιούν σαν άβουλα όντα, όπου, όποτε και για οποιονδήποτε λόγο θέλουν. Πάντως ποτέ για καλό!

Δεν έχετε ακούσει που λένε: «Το χρήμα διαφθείρει συνειδήσεις;». Πιο σωστή κουβέντα για τον ρόλο που παίζει το χρήμα στη συνείδηση του ατόμου και ειδικότερα στην εξαγορά της συνειδήσεως των ανθρώπων, από καταβολής κόσμου, εγώ τουλάχιστον, δεν έχω ακούσει. Που πάτε μακρυά. Ο Ιούδας δεν πρόδωσε τον Ιησούν μας, για το χρήμα; Για τα τριάκοντα αργύρια; Αυτό δεν σας φτάνει; Δεν είναι αρκετό να σας πείσει, για την καταστρεπτική δύναμη που έχει το χρήμα, όταν το χειρίζονται άνθρωποι, που δεν έχουν μέσα τους Θεό; Και αυτοί, που δεν ασχολούνται με την θεϊκή διαπαιδαγώγηση των παιδιών τους τι νομίζετε ότι φτιάχνουν; Ιούδες φτιάχνουν! Και αλίμονο τους! Γιατί συγκεντρώνουν θησαυρούς εδώ στην γη και αδιαφορούν για την Βασιλεία των Ουρανών.

Εξ άλλου, αυτά που συγκεντρώνουν εδώ, ούτε και οι ίδιοι θα προλάβουν να τα απολαύσουν, αλλά ούτε και τα κακομαθημένα παιδιά τους θα μπορέσουν να τα διατηρήσουν. Και ξέρετε γιατί; γιατί οι μεν γονείς έχουν προσβληθεί από ανίατη αρρώστια, που λέγεται φιλαργυρία. Και με αυτή θα πεθάνουν αγκαλιά! Όλα τα άλλα αγαθά, που έδωσε ο Θεός στον άνθρωπο τους αφήνουν αδιάφορους. Επομένως θα πεθάνουν χωρίς να μπορέσουν να τα απολαύσουν! Τα Δε παιδιά τους, ανίκανα, όπως τα κατάντησαν, δεν θα είναι σε θέση να τα διατηρήσουν! Γιατί, το να διατηρήσει κανείς τα αγαθά, είναι δυσκολότερο από το να τα αποκτήσει! Πράγματι! Έχει δίκιο ο Παππούλης, διότι «Το διατηρήσαι τα’ αγαθά, χαλεπώτερον του κτήσασθαι», όπως έλεγαν και οι αρχαίοι πρόγονοι μας.

Συνεπώς, εάν δεν υπάρχει σωστή διαπαιδαγώγηση, δεν υπάρχει τίποτε. Και η σωστή διαπαιδαγώγηση δεν γίνεται όπως θέλουμε εμείς. Πολύ Δε περισσότερο δεν γίνεται όποτε θέλουμε εμείς! Αυτά τα δύο πρέπει να έχουν το ίδιο σημείο εκκίνησης και υποχρεωτικώς να συνυπάρχουν. Και το σημείο εκκίνησης συμπίπτει απολύτως, με το σημείο της σύλληψης του παιδιού. Συνεχίζεται καθόλη την διάρκεια της κυήσεως και αυξάνεται συνεχώς, από την ημέρα του τοκετού μέχρι της πλήρους ενηλικιώσεως του παιδιού.

Αυτό που σας λέω, είναι πολύ βασικό. Γι’ αυτό θέλω πολύ να το προσέξετε! Η φροντίδα των γονέων για το παιδί, αρχίζει από τότε που αυτό βρίσκεται μέσα στην κοιλιά της μητέρας του! Ναι! Από τότε!

Μα θα μου πείτε: τι μπορούμε να κάνουμε εμείς, για το έμβρυο και γενικά για ένα παιδί που βρίσκεται ακόμη, μέσα στην κοιλιά της μάνας του;

Σας απαντώ: Εμείς μόνοι μας τίποτε! Εκείνος, όμως , που επέτρεψε τη σύλληψη του, ΤΑ ΠΑΝΤΑ! Αλήθεια, υπάρχει μεγαλύτερο θαύμα από το θαύμα της συλλήψεως; ασφαλώς όχι!

Γι’ αυτό, εμείς σε Εκείνον θα απευθυνθούμε και από εκείνον θα ζητήσουμε τις θερμές προσευχές μας, να μεριμνήσουμε για την τελειότητα του σώματος και της ψυχής του συλληφθέντος παιδιού, όταν ακόμη αυτό βρίσκεται στο στάδιο της κυήσεως. Και εκείνος, με τη Θεία χάρη του Αγίου Πνεύματος, θα φροντίσει και για τα δυο. Οι προσευχές μας, όμως, δεν σταματάνε εδώ. Αντιθέτως μάλιστα! Μετά τον τοκετό, του νεογνού, όσο θα αυξάνει αυτό, θα αυξάνουν και οι προσευχές μας.

Έτσι, με τον τρόπο αυτόν δείχνουμε, ότι, πράγματι, εμπιστευόμαστε την σωστή διαπαιδαγώγηση του παιδιού μας στον ίδιο τον Θεό. Και όταν το παιδί μας βρίσκεται υπό την άμεση και συνεχή εποπτεία, παρακολούθηση και προστασία του Θεού, ε, τότε να είμαστε βέβαιοι, πως ποτέ δεν θα παραστρατήσει.


Επιστολή Γέροντος Πορφυρίου προς τα πνευματικά του παιδιά

" Αγαπητά πνευματικά μου παιδιά.

Τώρα που ακόμα έχω τας φρένας μου σώας θέλω να σας πω μερικές συμβουλές. Από μικρό παιδί όλο στις αμαρτίες ήμουνα. Και όταν με έστελνε η μητέρα μου να φυλάξω τα ζώα στο βουνό, γιατί ο πατέρας μου, επειδή ήμασταν φτωχοί είχε πάει στην Αμερική για να εργαστεί στην διώρυγα του Παναμά, για εμάς τα παιδιά του, εκεί, που έβοσκα τα ζώα συλλαβιστά διάβαζα τον βίο του αγίου Ιωάννου του Καλλυβίτου και πάρα πολύ αγάπησα τον Άγιο Ιωάννη και έκανα πάρα πολλές προσευχές σαν μικρό παιδί που ήμουνα 12-15 χρονών δεν θυμάμαι ακριβώς καλά και θέλοντας να τον μιμηθώ με πολύ αγώνα έφυγα από τους γονείς μου κρυφά και ήλθα στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους και υποτάκτηκα σε δυο γεροντάδες αυταδέλφους τον Παντελεήμονα και τον Ιωαννίκιο. Μου έτυχε να είναι πολύ ευσεβείς και ενάρετοι και τους αγάπησα πάρα πολύ και γι’ αυτό με την ευχή τους τους έκανα άκρα υπακοή. Αυτό με βοήθησε πάρα πολύ, αισθάνθηκα και μεγάλη αγάπη και προς τον Θεό και πέρασα πάρα πολύ καλά. Αλλά, κατά παραχώρηση του Θεού, για τις αμαρτίες μου αρρώστησα πολύ και οι Γεροντάδες μου μου είπαν να πάω στους γονείς μου στο χωριό μου εις τον Άγιον Ιωάννη Ευβοίας. Και ενώ από μικρό παιδί είχα κάνει πολλές αμαρτίες όταν ξαναπήγα στον κόσμο συνέχισα τις αμαρτίες οι οποίες μέχρι και σήμερα έγιναν πάρα πολλές. Ο κόσμος όμως με πήρε από καλό και όλοι φωνάζουνε ότι είμαι άγιος. Εγώ όμως αισθάνομαι ότι είμαι ο πιο αμαρτωλός άνθρωπος του κόσμου. Όσα ενθυμόμουνα βεβαίως τα εξομολογήθηκα, αλλά γνωρίζω ότι γι αυτά που εξομολογήθηκα με συγχώρησε ο Θεός, αλλ’ όμως τώρα έχω ένα συναίσθημα ότι και τα πνευματικά μου αμαρτήματα είναι πάρα πολλά και παρακαλώ όσοι με έχετε γνωρίσει να κάνετε προσευχή για μένα διότι και εγώ όταν ζούσα πολύ ταπεινά έκανα προσευχή για σας, αλλ’ όμως τώρα που θα πάω για τον ουρανό έχω το συναίσθημα ότι ο Θεός θα μου πεί: τι θέλεις εσύ εδώ; Εγώ ένα έχω να του πω. Δεν είμαι άξιος Κύριε για εδώ, αλλ’ ότι θέλει η αγάπη σου ας κάμει για μένα. Από εκεί και πέρα δεν ξέρω τι θα γίνει. Επιθυμώ όμως να ενεργήσει η αγάπη του Θεού. Και πάντα εύχομαι τα πνευματικά μου παιδιά να αγαπήσουν το Θεό, που είναι το πάν, για να μας αξιώσει να μπούμε στην επίγειο άκτιστο εκκλησία του. Γιατί από εδώ πρέπει να αρχίσουμε. Εγώ πάντα είχα την προσπάθεια να προσεύχομαι και να διαβάζω τους Ύμνους της Εκκλησίας, την Αγία Γραφή και τους βίους των Αγίων μας και εύχομαι και εσείς να κάνετε το ίδιο. Εγώ προσπάθησα με τη χάρη του Θεού να πλησιάσω τον Θεό και εύχομαι και εσείς να κάνετε το ίδιο. Παρακαλώ όλους σας να με συγχωρέσετε για ότι σας στεναχώρησα.

Ιερομόναχος Πορφύριος
Εν Καυσοκαλυβίοις τη 4/7 Ιουνίου 1991"


Ανάργυρος Ι. Καλιάτσος
    
Ο Πατήρ Πορφύριος: Ο Διορατικός, ο Προορατικός, ο Ιαματικός
    
Επτάλοφος 1996