Η πνευματική χαρά του εκκλησιασμού, κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη
Σάββας Ηλιάδης, δάσκαλος- Κιλκίς
Υπάρχουν σήμερα πολλά αγιοπατερικά βιβλία, από τα οποία
μπορούμε με λίγο κόπο να ρουφήξουμε τους ευώδεις χυμούς του Πνεύματος.
Ένα τέτοιο βιβλίο, στο οποίο άκρως θεολογεί ο άγιος Νικόδημος ο
Αγιορείτης, είναι «Η ΝΕΑ ΚΛΙΜΑΞ», καθώς ερμηνεύει και μας προσφέρει ως
δώρα πνευματικά τα μηνύματα των Αναβαθμών της Οκτωήχου.
Ερμηνεύοντας το τρίτο Αντίφωνο των Αναβαθμών του Α΄ ήχου: « Ἐπὶ τοῖς εἰρηκόσι μοι ὁδεύσωμεν εἷς τὰς αὐλὰς τοῦ Κυρίου, εὐφράνθη μου τὸ Πνεῦμα, συγχαίρει ἡ καρδία»,γράφει:
«Ο Αναβαθμός αυτός είναι δανεισμένος από τον τρίτο ψαλμό των
Αναβαθμών του Δαβίδ, ο οποίος λέει: «Εὐφράνθην ἐπὶ τοῖς εἰρηκόσι μοι·
εἰς οἶκον Κυρίου πορευσόμεθα» (Ψαλμ. 121,1). Ο μεν Θεοδώρητος ερμηνεύει
ότι τον στίχο αυτό τον έλεγαν οι Εβραίοι με χαρά, όταν γύριζαν από την
Βαβυλώνα στην Ιερουσαλήμ. Ο δε Ευσέβιος προσθέτει και ένα χαριτωμένο που
συνέβαινε. Ότι οι νέοι, οι οποίοι γεννήθηκαν στη Βαβυλώνα, μέσα στα
εβδομήντα χρόνια της σκλαβιάς, ρωτούσαν στο δρόμο τους γέροντες, που
έζησαν μετά τη σκλαβιά μέχρι την ελευθερία και ήξεραν την Ιερουσαλήμ:
«Ω, γέροντες, που πηγαίνουμε;». Εκείνοι δε τους αποκρίνονταν: «Ω, νέοι,
πηγαίνουμε στον οίκο του Θεού, ο οποίος βρίσκεται στην Ιερουσαλήμ». Όταν
άκουγαν, λοιπόν οι νέοι αυτόν το λόγο, ευχαριστούνταν και χαίρονταν
πάρα πολύ.
Αυτόν τον στίχο, λοιπόν, παραφράζει εδώ ο μελωδός των Αναβαθμών
της Οκτωήχου, τον οποίο ερμηνεύοντας ο Νικηφόρος ο Κάλλιστος λέει ότι,
οι Εβραίοι, όταν βρίσκονταν στα Ιεροσόλυμα, κυριευμένοι από την αμέλεια
και την μαλθακότητα, απομακρύνονταν από την λατρεία και την προσκύνηση
του αληθινού Θεού. Έτσι, φεύγοντας μακριά από τον ναό του Θεού, πήγαιναν
συχνά στα βουνά και εκεί θυσίαζαν στους δαίμονες και στα είδωλα των
δαιμόνων. Γι` αυτό λοιπόν οργίστηκε εναντίον τους ο Θεός και παραχώρησε,
ώστε να πάνε σκλάβοι στην Βαβυλώνα.
Αφού δε εκεί δοκίμασαν πολλές κακοπάθειες και
θλίψεις, τότε θυμήθηκαν την πατρίδα τους Ιερουσαλήμ, την οποία
στερήθηκαν, περισσότερο δε από όλα και εξαιρέτως τον πολυθαύμαστο εκείνο
και ωραιότατο ναό του Σολομώντος. Λοιπόν, έτσι, κατακαιόμενοι από τον
πόθο για να τον δουν, αν καμιά φορά τους θύμιζε κάποιος κάτι σχετικά με
το ναό, ευφραίνονταν πολύ και γέμιζε η ψυχή τους με ανέκφραστη χαρά και
αγαλλίαση: «Εὐφράνθην ἐπὶ τοῖς εἰρηκόσι μοι· εἰς οἶκον Κυρίου
πορευσόμεθα». (Ψαλ. 121,1). Γι` αυτόν τον λόγο, και όταν σε άλλα μέρη
ευρισκόμενοι τον θυμούνταν τον ναό, έλεγαν: «ταῦτα ἐμνήσθην καὶ ἐξέχεα
ἐπ᾿ ἐμὲ τὴν ψυχήν μου, ὅτι διελεύσομαι ἐν τόπῳ σκηνῆς θαυμαστῆς ἕως τοῦ
οἴκου τοῦ Θεοῦ ἐν φωνῇ ἀγαλλιάσεως καὶ ἐξομολογήσεως ἤχου ἑορτάζοντος».
(Ψαλμ. μα΄, 5).
Διότι, συνηθίζει ο Θεός να το κάνει αυτό. Δηλαδή, όταν εμείς
έχουμε τα καλά στα χέρια μας και δεν τα γνωρίζουμε, τότε ο Θεός
παραχωρεί να τα στερούμαστε, ώστε η στέρηση αυτών να μας κάνει να
γνωρίσουμε τι είχαμε και το χάσαμε. Έτσι, η ρητορική γραφίδα του Ιωάννου
έγραψε χρυσά λόγια για την ερμηνεία του παρόντος αναβαθμού: «Έτσι
συνηθίζει να κάνει ο Θεός. Όταν έχουμε τα αγαθά και δεν αναγνωρίζουμε
την αξία τους, τα παίρνει από τα χέρια μας, με σκοπό, ώστε αυτό που δεν
μπόρεσε να επιτύχει η απόλαυση, αυτό να το πετύχει η στέρηση». Είπε δε
και ένας από τους σοφούς, ο οποίος δεν είναι χριστιανός: «Αυτοί που
έχουν στη διάθεσή τους τα αγαθά και τα διαχειρίζονται με χαλασμένη
λογική, δεν γνωρίζουν την αξία τους, παρά όταν κάποιος τους τα πάρει».
Αυτό είναι λοιπόν το νόημα του τρίτου Αναβαθμού από τους
ψαλμούς. Ο δε μελωδός στον Αναβαθμό αυτό, μιμούμενος εκείνον, λέγει: «Όταν
κάποιοι ομόπιστοι χριστιανοί μου είπαν αυτόν τον παρακινητικό λόγο, ας
πάμε, αδελφέ, στον ναό και στην Εκκλησία του Κυρίου, τότε, όταν το
άκουσα, γέμισε με ευφροσύνη το πνεύμα μου και με χαρά η καρδιά μου». Άκουσε,
λοιπόν: ο άνθρωπος είναι διπλός ` από ψυχή άυλη και από σώμα υλικό.
Έτσι, επειδή η μεν ψυχή είναι άυλη, το δε σώμα υλικό, γι` αυτό ο μελωδός
απέδωσε την μεν αϋλότερη ευφροσύνη στην άυλη ψυχή, διότι αυτήν ονομάζει
πνεύμα, την δε παχυλότερη χαρά την απέδωσε στην υλική καρδιά, καθώς
χαρά είναι η διάχυση του αίματος στην καρδιά, ενώ αντιθέτως λύπη είναι η
συστολή του ίδιου αίματος στην καρδιά.
