Κυριακή 27 Μαΐου 2018

Η πνευματική χαρά του εκκλησιασμού, κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη

Η πνευματική χαρά του εκκλησιασμού, κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη
Σάββας Ηλιάδης, δάσκαλος- Κιλκίς
      Υπάρχουν σήμερα πολλά αγιοπατερικά βιβλία, από τα οποία μπορούμε με λίγο κόπο να ρουφήξουμε τους ευώδεις χυμούς του Πνεύματος. Ένα τέτοιο βιβλίο, στο οποίο άκρως θεολογεί ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, είναι «Η ΝΕΑ ΚΛΙΜΑΞ», καθώς ερμηνεύει και μας προσφέρει ως δώρα πνευματικά τα μηνύματα των Αναβαθμών της Οκτωήχου.
Ερμηνεύοντας το τρίτο Αντίφωνο των Αναβαθμών του Α΄ ήχου: « Ἐπὶ τοῖς εἰρηκόσι μοι ὁδεύσωμεν εἷς τὰς αὐλὰς τοῦ Κυρίου, εὐφράνθη μου τὸ Πνεῦμα, συγχαίρει ἡ καρδία»,γράφει:
     «Ο Αναβαθμός αυτός είναι δανεισμένος από τον τρίτο ψαλμό των Αναβαθμών του Δαβίδ, ο οποίος λέει: «Εὐφράνθην ἐπὶ τοῖς εἰρηκόσι μοι· εἰς οἶκον Κυρίου πορευσόμεθα» (Ψαλμ. 121,1). Ο μεν Θεοδώρητος ερμηνεύει ότι τον στίχο αυτό τον έλεγαν οι Εβραίοι με χαρά, όταν γύριζαν από την Βαβυλώνα στην Ιερουσαλήμ. Ο δε Ευσέβιος προσθέτει και ένα χαριτωμένο που συνέβαινε. Ότι οι νέοι, οι οποίοι γεννήθηκαν στη Βαβυλώνα, μέσα στα εβδομήντα χρόνια της σκλαβιάς, ρωτούσαν στο δρόμο τους γέροντες, που έζησαν μετά τη σκλαβιά μέχρι την ελευθερία και ήξεραν την Ιερουσαλήμ: «Ω, γέροντες, που πηγαίνουμε;». Εκείνοι δε τους αποκρίνονταν: «Ω, νέοι, πηγαίνουμε στον οίκο του Θεού, ο οποίος βρίσκεται στην Ιερουσαλήμ». Όταν άκουγαν, λοιπόν οι νέοι αυτόν το λόγο, ευχαριστούνταν και χαίρονταν πάρα πολύ.

     Αυτόν τον στίχο, λοιπόν, παραφράζει εδώ ο μελωδός των Αναβαθμών της Οκτωήχου, τον οποίο ερμηνεύοντας ο Νικηφόρος ο Κάλλιστος λέει ότι, οι Εβραίοι, όταν βρίσκονταν στα Ιεροσόλυμα, κυριευμένοι από την αμέλεια και την μαλθακότητα,  απομακρύνονταν από την λατρεία και την προσκύνηση του αληθινού Θεού. Έτσι, φεύγοντας μακριά από τον ναό του Θεού, πήγαιναν συχνά στα βουνά και εκεί θυσίαζαν στους δαίμονες και στα είδωλα των δαιμόνων. Γι` αυτό λοιπόν οργίστηκε εναντίον τους ο Θεός και παραχώρησε, ώστε να πάνε σκλάβοι στην Βαβυλώνα.
                 Αφού δε εκεί δοκίμασαν πολλές κακοπάθειες και θλίψεις, τότε θυμήθηκαν την πατρίδα τους Ιερουσαλήμ, την οποία στερήθηκαν, περισσότερο δε από όλα και εξαιρέτως τον πολυθαύμαστο εκείνο και ωραιότατο ναό του Σολομώντος. Λοιπόν, έτσι, κατακαιόμενοι από τον πόθο για να τον δουν, αν καμιά φορά τους θύμιζε κάποιος κάτι σχετικά με το ναό, ευφραίνονταν πολύ και γέμιζε η ψυχή τους με ανέκφραστη χαρά και αγαλλίαση: «Εὐφράνθην ἐπὶ τοῖς εἰρηκόσι μοι· εἰς οἶκον Κυρίου πορευσόμεθα». (Ψαλ. 121,1). Γι` αυτόν τον λόγο, και όταν σε άλλα μέρη ευρισκόμενοι τον θυμούνταν τον ναό, έλεγαν: «ταῦτα ἐμνήσθην καὶ ἐξέχεα ἐπ᾿ ἐμὲ τὴν ψυχήν μου, ὅτι διελεύσομαι ἐν τόπῳ σκηνῆς θαυμαστῆς ἕως τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ ἐν φωνῇ ἀγαλλιάσεως καὶ ἐξομολογήσεως ἤχου ἑορτάζοντος». (Ψαλμ. μα΄, 5).
     Διότι, συνηθίζει ο Θεός να το κάνει αυτό. Δηλαδή, όταν εμείς έχουμε τα καλά στα χέρια μας και δεν τα γνωρίζουμε, τότε ο Θεός παραχωρεί να τα στερούμαστε, ώστε η στέρηση αυτών να μας κάνει να γνωρίσουμε τι είχαμε και το χάσαμε. Έτσι, η ρητορική γραφίδα του Ιωάννου έγραψε χρυσά λόγια  για την ερμηνεία του παρόντος αναβαθμού: «Έτσι συνηθίζει να κάνει ο Θεός. Όταν έχουμε τα αγαθά και δεν αναγνωρίζουμε την αξία τους, τα παίρνει από τα χέρια μας, με σκοπό, ώστε αυτό που δεν μπόρεσε να επιτύχει η απόλαυση, αυτό να το πετύχει η στέρηση». Είπε δε και ένας από τους σοφούς, ο οποίος δεν είναι χριστιανός: «Αυτοί που έχουν στη διάθεσή τους τα αγαθά και τα διαχειρίζονται με χαλασμένη λογική, δεν γνωρίζουν την αξία τους, παρά όταν κάποιος τους τα πάρει».
     Αυτό είναι λοιπόν το νόημα του τρίτου Αναβαθμού από τους ψαλμούς. Ο δε μελωδός στον Αναβαθμό αυτό, μιμούμενος εκείνον, λέγει: «Όταν κάποιοι ομόπιστοι χριστιανοί μου είπαν αυτόν τον παρακινητικό λόγο, ας πάμε, αδελφέ, στον ναό και στην Εκκλησία του Κυρίου, τότε, όταν το άκουσα, γέμισε με ευφροσύνη το πνεύμα μου  και με χαρά η καρδιά μου». Άκουσε, λοιπόν: ο άνθρωπος είναι διπλός ` από ψυχή άυλη και από σώμα υλικό. Έτσι, επειδή η μεν ψυχή είναι άυλη, το δε σώμα υλικό, γι` αυτό ο μελωδός απέδωσε την μεν αϋλότερη ευφροσύνη στην άυλη ψυχή, διότι αυτήν ονομάζει πνεύμα, την δε παχυλότερη χαρά την απέδωσε στην υλική καρδιά, καθώς χαρά είναι η διάχυση του αίματος στην καρδιά, ενώ αντιθέτως λύπη είναι η συστολή του ίδιου αίματος στην καρδιά.

Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: Η αληθινή μετάνοια προσελκύει το έλεος του Θεού


Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης:
Η αληθινή μετάνοια προσελκύει το έλεος του Θεού
Από το βιβλίο:«ΝΕΑ ΚΛΙΜΑΞ» – (Ερμηνεία στον δεύτερο Αναβαθμό του Β΄ ήχου)
«Ἐλέησον ἡμᾶς τοὺς πταίοντάς σοι πολλὰ καθ’ ἑκάστην ὥραν, ὦ Χριστέ μου, καὶ δὸς πρὸ τέλους τρόπους τοῦ μετανοεῖν σοι».
Και αυτόν τον Αναβαθμό τον δανείζεται ο μελωδός από τον ίδιο Αναβαθμό του Δαβίδ, από τον οποίο δανείστηκε και τον προηγούμενο. Διότι λέγεται σε εκείνον από μέρους των Εβραίων: «ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς, ὅτι ἐπὶ πολὺ ἐπλήσθημεν ἐξουδενώσεως» (Ψαλμ. 122,3). Η επανάληψη δε του «ελέησον», δείχνει κατά τον Θεοδώρητο, την θερμότητα της ψυχής των Εβραίων και γι` αυτό λοιπόν παρακαλούν, ώστε να ελεηθούν μια ώρα νωρίτερα. Πρόσεξε δε, πως μόνο από το έλεος του Θεού παρακαλούν να σωθούν από τη σκλαβιά τους και όχι από τα έργα τους. Διότι τα έργα των ανθρώπων, αυτά καθ` εαυτά, δεν είναι άξια για τη σωτηρία, επειδή παρουσιάζουν άπειρες ελλείψεις.
Μιμούμενος λοιπόν τους Ιουδαίους, ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ο μελωδός των Αναβαθμών, απευθύνει αυτόν τον Αναβαθμό προς τον Χριστό και λέει: «Ω φιλανθρωπότατε, Ιησού Χριστέ μου». Πρόσθεσε δε τη λέξη «μου», για να φανερώσει την ξεχωριστή οικειότητα που είχε με τον Χριστό, όπως είπε και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος στα Φώτα: «Πάλι ο Ιησούς ο δικός μου». Λέγει, λοιπόν στον Αναβαθμό, «εσύ Χριστέ μου, ελέησέ μας, εμάς, που κάθε ώρα αμαρτάνουμε πολύ σε σένα», δηλαδή με υπερβολικά και μεγάλα αμαρτήματα.
Ή το «πολλά» μπορεί να έχει τη σημασία κατά πολλούς τρόπους. Δηλαδή αμαρτάνουμε σε σένα και με λόγια και με έργα. Αμαρτάνουμε σε σένα και με τη θέληση και χωρίς τη θέλησή μας και γνωρίζοντας ότι είναι αμαρτία και μη γνωρίζοντας ότι είναι αμαρτία. Αμαρτάνουμε σε σένα και σχεδιάζοντας και μελετώντας την αμαρτία, αλλά και αιφνιδιαζόμενοι από αυτήν. Αμαρτάνουμε καθ` υπερβολή κάθε ώρα, για να μην πω κάθε στιγμή, με τους λογισμούς και τις ενθυμήσεις. Πάνω σ` αυτό είπε ο μέγας Βασίλειος: «Εμείς οι άνθρωποι είμαστε εύκολοι στη διάπραξη των αμαρτημάτων, αυτών που γεννιούνται στο μυαλό μας. Διότι, οι μεν πράξεις του σώματος, για να γίνουν, χρειάζονται χρόνο και κατάλληλη ευκαιρία και κόπο και συνεργούς και κάθε άλλη βοήθεια, οι δε κινήσεις του νου γίνονται σε οποιαδήποτε στιγμή, ανεξάρτητα από το χρόνο. Επίσης επιτελούνται χωρίς κόπο, παίρνουν τη μορφή της αμαρτίας, χωρίς να έχουν ανάγκη από υλικά πράγματα και κάθε στιγμή είναι διαθέσιμη, για να διαπράττονται» (Λόγος, πρόσεχε σεαυτώ). Το δανείστηκε δε αυτό ο μελωδός από τον Αδελφόθεο Ιάκωβο, ο οποίος λέει: «πολλὰ γὰρ πταίομεν ἅπαντες» (Ιακ. 3,2), ο δε Σολομών είπε: «τίς καυχήσεται ἁγνὴν ἔχειν τὴν καρδίαν; ἢ τίς παῤῥησιάσεται καθαρὸς εἶναι ἀπὸ ἁμαρτιῶν;» (Παρ. 20,9). Και πάλι: «οὐκ ἔστιν ἄνθρωπος, ὃς οὐχ ἁμαρτήσεται» (Γ΄Βασ. 8, 46). Και ο αγαπημένος Ιωάννης λέει: «ἐὰν εἴπωμεν ὅτι ἁμαρτίαν οὐκ ἔχομεν, ἑαυτοὺς πλανῶμεν καὶ ἡ ἀλήθεια οὐκ ἔστιν ἐν ἡμῖν» ( Α΄Ιωάν. 1,8).
Επειδή λέγει λοιπόν, πως κάθε μέρα εμείς είμαστε φταίχτες απέναντί σου Κύριε, γι` αυτό εσύ μην θυμώσεις μαζί μας ούτε να προσέξεις τις αμαρτίες μας, διότι δεν μπορούμε να αντέξουμε την οργή σου: «ἐὰν ἀνομίας παρατηρήσῃς, Κύριε Κύριε, τίς ὑποστήσεται;» (Ψαλμ. 129,3). Βέβαια κανένας. Γι` αυτό κάνε πως δεν βλέπεις τις αμαρτίες μας και ελέησέ μας, καθώς είσαι ελεήμων και πολυέλαιος. Διότι εσύ μόνος σου ονόμασες έτσι τον εαυτό σου: «ἐλεήμων γάρ εἰμι» (Έξ. 22, 27). Και καθώς είναι άπειρη η μεγαλοσύνη σου, έτσι είναι άπειρο το έλεός σου, όπως είπε ο Σειράχ: «ὡς γὰρ ἡ μεγαλωσύνη αὐτοῦ, οὕτως καὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ» (Σειρ. 2, 18).
Στη συνέχεια είπε ο μελωδός ότι αμαρτάνουμε στο Θεό. Διότι, όποιος αμαρτάνει, αμαρτάνει στο νομοθέτη Θεό, επειδή παραβαίνει τους νόμους του, όπως ερμηνεύει ο Ζηγαβινός. Αυτό, το ότι αμαρτάνουμε στο Θεό, μπορεί να ερμηνευτεί και αλλιώς, δηλαδή, ότι ακόμη και αν κάποιος αμαρτήσει κρυφά και δεν τον βλέπει κανένας, αμαρτάνει όμως στο Θεό, διότι ο Θεός τον βλέπει και δεν μπορεί να κρυφτεί. Έτσι, όταν ο Δαβίδ μοίχευσε κρυφά την Βηρσαβεέ, έλεγε εξομολογούμενος προς τον Θεό: «Σοὶ μόνῳ ἥμαρτον» (Ψαλμ. 50,6), το οποίο, ερμηνεύοντας ο Θεοδώρητος, είπε: «το Σοι μόνω ήμαρτον, γίνεται κατανοητό, σαν να ήθελε να πει, σε σένα μόνο έγινε φανερό το αμάρτημά μου. Και μπορεί να κρύφτηκε από όλα τα μάτια του κόσμου, δεν ξέφυγε όμως από τα μάτια του Θεού, αλλά ελέγχθηκε διά του προφήτου Νάθαν».

«Κύκλω τῆς τραπέζης σου εὐφράνθητι, καθορῶν σου Ποιμενάρχα, τὰ ἔκγονα φέροντα, κλάδους αγαθοεργίας»ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ


  Ἀπὸ τὸ βιβλίο «ΝΕΑ ΚΛΙΜΑΞ»: Ἑρμηνεία τοῦ Ὄγδοου Ἀναβαθμοῦ τοῦ Γ΄ ἤχου: «Κύκλω τῆς τραπέζης σου εὐφράνθητι, καθορῶν σου Ποιμενάρχα, τὰ ἔκγονα φέροντα, κλάδους αγαθοεργίας»
 
Ἀπόδοση στὴν Νεοελληνικὴ: Σάββας Ἠλιάδης – Δάσκαλος
Αὐτὸν τὸν Ἀναβαθμὸ τὸν δανείστηκε ὁ μελωδὸς ἀπὸ τὸν 127ο Ψαλμὸ τοῦ Δαβίδ, ὅπως καὶ τὸν προηγούμενο Ἀναβαθμό. Ἐκεῖ γράφεται τὸ ἑξῆς, γὶ` αὐτὸν ποὺ ἔχει φόβο Θεοῦ: «μακάριος εἰ, καὶ καλῶς σοὶ ἔσται. ἡ γυνή σου ὡς ἄμπελος εὐθηνοῦσα ἐν τοῖς κλίτεσι τῆς οἰκίας σου· οἱ υἱοί σου ὡς νεόφυτα ἐλαιῶν κύκλω τῆς τραπέζης σου» (Ψάλμ. 127,3). Καὶ αὐτὰ μὲν τὰ ἀγαθὰ δόθηκαν ὡς εὐλογίες στὸν σωματικὸ καὶ κατὰ σάρκα Ἰσραὴλ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Στὸν δὲ νοητὸ καὶ κατὰ πνεῦμα νέο Ἰσραήλ, δηλαδὴ στὸν χριστιανικὸ λαό, δόθηκαν ἄλλες εὐλογίες πνευματικές, κατὰ τὸν Κάλλιστο καὶ τὸν Εὐθύμιο. Δηλαδή, ὡς γυναίκα μὲν ἐννοεῖται ἡ ψυχή, ἡ ὁποία συνυπάρχει μέσα στὸ σῶμα καὶ ἀνθοφορεῖ μὲ τὶς ἀρετές, σὰν τὸ ἀμπέλι. Ὡς σπίτι δέ, δόθηκε σ` αὐτὸν (τὸν νέο Ἰσραὴλ) τὸ σῶμα, τὸ ὁποῖο εἶναι καθαρὸ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ στολισμένο μὲ τὶς καλὲς πράξεις. Ὡς παιδιά, τέλος, τοῦ δόθηκαν οἱ μαθητεύοντες σ` αὐτόν, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ οἱ διάδοχοι τῶν ἀρετῶν του καὶ ἀναφύονται σὰν τὰ τρυφερὰ νέα φυτὰ τῶν ἐλαιῶν καὶ αὐξάνουν κατὰ τὴν πνευματικὴ ἡλικία καὶ τὸν περικυκλώνουν, ὅταν τοὺς διδάσκει καὶ τοὺς φιλεύει μὲ τὰ ἄφθαρτα φαγητὰ τῶν θείων λόγων. Ἀπευθύνεται δὲ ὁ Ἀναβαθμὸς αὐτὸς ἰδιαιτέρως στοὺς Ποιμένες, Ἀρχιερεῖς καὶ Πνευματικοὺς καὶ Διδασκάλους. Γὶ` αὐτὸ καὶ λέει ὁ μελωδός, μεταποιώντας τὰ παραπάνω λόγια του Δαβίδ: «Ὢ ποιμενάρχα, δηλαδή, ποιμένα καὶ πρόεδρε καὶ διδάσκαλε τῆς κάθε μητροπόλεως καὶ ἐπισκοπῆς καὶ ἐκκλησίας` βλέποντας ἐσὺ τὰ τὰ ἔκγονά σου, δηλαδὴ τὰ παιδιά, τὰ ὁποία γεννήθηκαν καὶ μεγάλωσαν ἀπὸ σένα, μέσα στὴν εὐσέβεια καὶ στὸν ἐνάρετο τρόπο ζωῆς, βλέποντας τὰ λέω αὐτά, νὰ βρίσκονται γύρω ἀπὸ τὸ τραπέζι σου καὶ νὰ πεινοῦν καὶ νὰ ζητοῦν ἀπὸ σένα τὴν ἀθάνατη καὶ λογικὴ τροφὴ τῆς θείας διδασκαλίας, νὰ χαίρεσαι καὶ νὰ εὐφραίνεσαι πνευματικά. Διότι, τὸ νὰ πεινοῦν τὰ πνευματικά σου παιδιὰ

γιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: Αν έπεσες, αδελφέ μου, από το ύψος του θεϊκού νόμου, μην απελπίζεσαι. Αγωνίσου να επιστρέψεις και ο Θεός θα σε στολίσει και θα σε στερεώσει με τις αρετές του.


Αποτέλεσμα εικόνας για Αγιος Νικόδημος ο ΑγιορείτηςΆγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης:  
Αν έπεσες, αδελφέ μου, από το ύψος του θεϊκού νόμου, μην απελπίζεσαι. Αγωνίσου να επιστρέψεις και ο Θεός θα σε στολίσει και θα σε στερεώσει με τις αρετές του.
 Από το βιβλίο «ΝΕΑ ΚΛΙΜΑΞ»: Ερμηνεία του τετάρτου Αναβαθμού του Α΄ ήχου:
 Απόδοση στην Νεοελληνική Σάββας Ηλιάδης, δάσκαλος- Κιλκίς
 Ἀντίφωνον Β΄
«Εἰς τὰ ὄρη τῶν σῶν, ύψώσας με νόμων, ἀρεταῖς ἐκλάμπρυνον, ὁ Θεός, ἵνα ὑμνῶ σε».
 Ο μεν Θεοπάτωρ Δαβίδ έτσι άρχισε τον β΄ Ψαλμό των Αναβαθμών: «Ἦρα τοὺς ὀφθαλμούς μου εἰς τὰ ὄρη, ὅθεν ἥξει ἡ βοήθειά μου» (Ψαλμ. 120,1), εννοώντας όρη τους ουρανούς, επειδή είναι ψηλοί και στέκονται πάνω απ` αυτόν τον κόσμο, όπως λένε ο Χρυσόστομος και ο Ευθύμιος. Διότι οι Ιουδαίοι, που ήταν αιχμάλωτοι στην Βαβυλώνα, από τους ουρανούς έλπιζαν να έλθει η βοήθεια του Κυρίου και να τους οδηγήσει στην πατρίδα τους, την Ιερουσαλήμ. Ο δε Θεόδωρος ο Στουδίτης, ο μελουργός των Αναβαθμών αυτών, ως όρη εννοεί τους νόμους και τα προστάγματα του Θεού, επειδή, όπως τα ψηλά βουνά στέκονται  ψηλότερα από τη χαμηλή γη και από όλα τα γήινα, έτσι και οι νόμοι και οι προσταγές του Θεού είναι ψηλότερα από κάθε γήινο νόημα και μας ανεβάζουν στα ύψη της πρακτικής και της θεωρητικής αρετής, με την προϋπόθεση ότι όλοι μας και ολοκληρωτικά είμαστε προσηλωμένοι σ` αυτές  και τις εργαζόμαστε με προθυμία(1).
     Και με άλλα λόγια δε, θα μπορούσαμε να πούμε πως οι νόμοι και οι εντολές του Θεού μοιάζουν με έναν μεγάλο φάρο, ο οποίος ανάβει πάνω σε ψηλό μέρος, για να οδηγεί στο λιμάνι αυτούς που ταξιδεύουν στη θάλασσα. Γι `αυτό είπε ο Προφητάναξ Δαβίδ: «Φωτοβόλος λύχνος στην πορεία της ζωής μου είναι ο Νόμος σου. Φως πλούσιο στους δρόμους μου». (Ψαλμ. 118,105) και πάλι: «οι εντολές του Κυρίου σκορπίζουν μέχρι των πλέον μακρινών περάτων άπλετο το φως και φωτίζουν τους οφθαλμούς των ανθρώπων» (Ψαλμ. 18,9). Και ο Ησαΐας έλεγε: «διότι γνωρίζω, ότι φως είναι τα προστάγματά σου για τους ανθρώπους της γης» (Ησ. 26,9). Ποιος δε υψώνεται στα όρη των νόμων και των εντολών του Θεού;Όποιος

Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ΓΙΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ


Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης
Σκέψου, ἀγαπητέ μου, ὅτι ὅπως εἶναι συναρμολογημένος ἀπ’ ὅλα τα κτίσματα αὐτὸς ὁ αἰσθητὸς ἀπέραντος κόσμος, ἔτσι ἀκόμη εἶναι καμωμένος ἕνας ἄλλος κόσμος νοητὸς ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ ἁμαρτωλούς, τοῦ ὁποίου τὰ στοιχεῖα εἶναι οἱ τρεῖς διεστραμμένοι ἔρωτες, ποὺ ἀναφέρει ὁ Θεολόγος Ἰωάννης: δηλ. α) ὁ ἔρωτας τῶν ἡδονῶν, β) ὁ ἔρωτας τοῦ πλούτου καὶ γ) ὁ ἔρωτας τῆς δόξας. «Πὰν ἐν τῷ κό­σμω ἡ ἐπιθυμία τῆς σαρκὸς καὶ ἡ ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν καὶ ἡ ἀλαζονεία τοῦ βίου» (Ἃ’ Ἰω. 2,16)1.
Αὐτὸς ὁ πονηρὸς κόσμος ποὺ ἀντίκειται στὸ σκοπὸ τοῦ Θεοῦ καὶ ἐξουσιάζεται ἀπὸ τὸν ἑωσφόρο (ὁ ὁποῖος γι’ αὐτὸ καὶ ὀνομάζεται κοσμοκράτορας) εἶναι ἐκεῖνος ὁ μεγάλος ἐχθρός, τὸν ὁποῖο ὁ σαρκωθεῖς Λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός, ἀφοῦ γεννήθηκε στὴ γῆ, ἦρθε γιὰ νὰ πολεμήσει πρῶτα μὲ τὸ παράδειγμά του τὸ σιωπηλό, καὶ μετά, στὸν κατάλληλο καιρό, μὲ τὸν λόγο καὶ τὴ διδασκαλία του.

1.Μὲ τὴ φτώχεια γιατρεύει τὸν ἔρωτα τοῦ πλούτου.

Συλλογίσου λοιπὸν πὼς πρῶτα πολεμάει μὲ τὴν φτώχεια τοῦ τὸν ἄτακτο ἔρωτα τοῦ πλούτου. Ὁ κοσμικὸς ἄνθρωπος νομίζει πὼς κάθε καλό το βρίσκει στὰ πρόσκαιρα ἀγαθά. γι’ αὐτὸ γιὰ νὰ τ’ ἀποτυπώσει ἢ γιὰ νὰ μὴ τὰ χάσει ξοδεύει σχεδὸν ὅλο τὸν καιρό, ποὺ τοῦ ἔδωσε ὅμως ὁ Θεὸς γιὰ νὰ κερδίσει τὰ αἰώνια ἀγαθά.
Καὶ ἰδοὺ ποὺ ὁ προαιώνιος Λόγος καὶ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς κατεβαίνει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ γιὰ νὰ μᾶς λυτρώσει ἀπ’ αὐτὴ τὴν πλάνη καὶ νὰ ξερριζώσει ἀπὸ τὶς καρδιὲς μᾶς τὴν καταραμένη ρίζα ὅλων των κακῶν, τὴν φιλαργυρία, ὅπως τὴν χαρακτηρίζει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. «Ρίζα πάντων των κακῶν ἐστὶν ἡ φιλαργυρία» (Ἃ’ Τιμ. 6,16). Πρόσεξε ὅμως σὲ τί εἴδους ταλαιπωρία κατάντησε ἀπὸ ἀγάπη γιὰ μᾶς Ἐκεῖνος ποὺ διαμοιράζει τὰ πλούτη καὶ τοὺς θησαυροὺς στὴν παροῦσα καὶ στὴ μέλλουσα ζωή. «ἐμὸν γάρ, τὸ ἀργύριον καὶ ἐμὸν τὸ χρυσίον, λέγει Κύριος Παντοκράτωρ» (Ἄγγ. 2,8). Στοχάσου ποῦ εἶναι τὸ παλάτι ποῦ γεννήθηκε; Ποῦ εἶναι οἱ προετοιμασίες; Ποῦ οἱ μαῖες; Ποῦ τὸ βασιλικὸ στρῶμα; Ποῦ τὰ βρεφικὰ λουσίματα; Ποῦ εἶναι ἡ ἀκολουθία τῶν δούλων; Ποῦ ἡ θαλπωρὴ καὶ ἡ ἀνάπαυση; Ποῦ εἶναι ἡ συμπαράσταση τῶν συγγενῶν καὶ φίλων; Ἔλα μέσα καὶ δὲς τὸ φτωχότατο σπήλαιο ὅπου γεννήθηκε καὶ τὴν εὐτελέστατη φάτνη ὅπου «ἀνεκλίθη». Σίγουρα ὄχι μόνο δὲν θὰ βρεῖς κανένα περιττό, ἀλλὰ ἀντίθετα θὰ διαπιστώσεις μεγάλη ἔλλειψη ἀπ’ ὅλα τα ἀναγκαῖα. γιατί ὁ γλυκύτατός μου Ἰησοῦς γεννιέται σὲ τόπο σχεδὸν ξέσκεπο, τὰ μεσάνυχτα στὴν καρδιὰ τοῦ χειμώνα, μόνος μὲ μόνη τὴν μητέρα του καὶ τὸν θεωρούμενο πατέρα του, χωρὶς σκεπάσματα, χωρὶς ζεστὰ φαγητὰ ποὺ συνηθίζονται στὶς γεννήσεις καὶ τῶν πιὸ φτωχῶν παιδιῶν χωρὶς τὶς ἐλάχιστες ἐκεῖνες ἀνέσεις τοῦ φτωχικοῦ σπιτιοῦ ποὺ εἶχε στὴ Ναζαρέτ. Καὶ τὸ πιὸ σημαντικὸ εἶναι ὅτι, ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὴ τὴ φτώχεια ποὺ προτίμησε ὁ Ἰησοῦς ἑκουσίως, θέλησε ἀκόμη καὶ ἄλλη περισσότερη πτωχεία σχεδὸν βίαιη καὶ ἀφύσικη: παραγγέλλει ἐκεῖ στὸ σπήλαιο νὰ μὴ τοῦ γίνει καμιὰ ὑποδοχὴ καὶ φιλοξενία ἀπὸ κανένα ἄνθρωπο. ἤθελε νὰ διαφέρει ἀπὸ τοὺς συμπατριῶτες του ποὺ ἀνέβηκαν στὴν Βηθλεὲμ γιὰ ἀπογραφή. ὅλοι αὐτοὶ εἶχαν πολλὲς προμήθειες μαζί τους καὶ ξεκουράζονταν φιλοξενούμενοι μέσα στὰ σπίτια καὶ στὰ πανδοχεῖα. «οὐκ ἣν αὐτοῖς τόπος ἐν τῷ καταλύματι» (Λουκ. 2,7). Ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ κόσμος, ὄχι μόνο βδελύσσεται τὴν φτώχεια καὶ τὴν θεωρεῖ μεγάλη ντροπή, παρακινώντας ἀκόμη τοὺς φτωχοὺς νὰ ὑποκρίνονται καὶ νὰ παριστάνουν τοὺς πλουσίους, γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν νοιώθει ντροπὴ γιὰ τὴν φτώχειά του, ἀντίθετα κάνει ἐπίδειξη τῆς φτώχειάς του. καὶ ἀπὸ μὲν τοὺς οὐρανοὺς φωνάζει τοὺς Ἀγγέλους, ἀπὸ τοὺς ἀγροὺς δὲ καὶ τὰ χωράφια καλεῖ τοὺς ποιμένες γιὰ νὰ τὸν προσκυνήσουν, ὅταν γεννήθηκε σὲ κείνη τὴν κατάσταση τῆς ἔνδειας καὶ τῆς ἐγκατάλειψης, σὲ κεῖνο τὸ θρόνο μιᾶς εὐτελέστατης φάτνης καὶ σὲ κείνη τὴν αὐλὴ ἑνὸς πενιχρότατου σπηλαίου! «ὢ πτώχεια ὑπερπλοῦτος! ὢ συγκατάβασις ὑπερύψιστος!»

Ἐν τῷ θλίβεσθαί με, εἰσάκουσόν μου τῶν ὀδυνῶν, Κύριε σοὶ κράζω». Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης:


  Αποτέλεσμα εικόνας για Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης

Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης:
Κύριε, στη θλίψη μου, άκουσε τη φωνή της καρδιάς μου!
«Ἐν τῷ θλίβεσθαί με, εἰσάκουσόν μου τῶν ὀδυνῶν, Κύριε σοὶ κράζω».
Απόδοση στην Νεοελληνική Σάββας 
Ηλιάδης, δάσκαλος- Κιλκίς
(Από το βιβλίο «ΝΕΑ ΚΛΙΜΑΞ»: Ερμηνεία του πρώτου Αναβαθμού του Α΄ ήχου, Ἀντίφωνον Α΄)
Ερμηνεία
     Όταν οι Ισραηλίτες βρίσκονταν στην πατρίδα τους τα Ιεροσόλυμα και είχαν κάθε ευτυχία και ανάπαυση και απολάμβαναν εκείνον τον ωραιότατο και υπερθαύμαστο ναό του Σολομώντος, τότε, αντί να ευχαριστούν περισσότερο τον Θεό, αυτοί επιδόθηκαν σε καλοπεράσεις και σε ειδωλολατρίες. Εξ αιτίας αυτού, παραχώρησε ο Θεός και σκλαβώθηκαν από τους Βαβυλώνιους και έμειναν σκλάβοι για εβδομήντα χρόνια (1). Έπειτα, όταν αναλογίστηκαν την προηγούμενη άνεση και ευτυχία που είχαν στην πατρίδα τους από τη μια, και τη θλίψη και τη δυστυχία που δοκίμαζαν στη σκλαβιά από την άλλη, παρακάλεσαν με καρδιά συντετριμμένη τον φιλάνθρωπο Κύριο και είπαν τον 119ο ψαλμό του Δαβίδ, ο οποίος είναι ο πρώτος ψαλμός των Αναβαθμών, δηλαδή, το: «Πρὸς Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαί με ἐκέκραξα, καὶ εἰσήκουσέ μου» (Ψαλμ. 119,1).
Από εδώ, από τον πρώτο αυτό Αναβαθμό του Δαβίδ, δανείστηκε και ο ιερός Θεόδωρος ο Στουδίτης, ο ποιητής των Αναβαθμών, αυτόν τον πρώτο Αναβαθμό της Οκτωήχου. Βέβαια, το «εκέκραξα» και το «εισήκουσέ μου» αναφέρονται σε μελλοντικό χρόνο, διότι η σκλαβιά των Ιουδαίων ήλθε ύστερα από τη γραφή των Ψαλμών. Ο Δαβίδ όμως τα γράφει αυτά, σαν να έγιναν στο παρελθόν. Επειδή οι Προφήτες έβλεπαν τόσο φανερά τα πράγματα με το νου, ο οποίος φωτιζόταν από το Άγιο Πνεύμα, ώστε προέλεγαν τα μέλλοντα, σαν να ήταν παρελθόντα. Έτσι, είπε και ο χρυσός στη γλώσσα και στην ψυχή άγιος Ιωάννης: «Είναι συνηθισμένο στους Προφήτες σε πολλές περιπτώσεις, να προλέγουν τα μέλλοντα ως περασμένα.Διότι, όπως δεν μπορεί, αυτά που έχουν ήδη γίνει, να πούμε πως δεν έχουν γίνει, έτσι ούτε και αυτά τα οποία, αν και είναι μελλοντικά, δεν μπορεί να μην γίνουν οπωσδήποτε. Μ` αυτόν τον τρόπο, μέσα από το πεπερασμένο κύλισμα και μέτρημα του χρόνου, προαναγγέλλουν και καταδεικνύουν το αμετάβλητο αυτών και τη βεβαιότητα ότι θα γίνουν» (λόγ. εις το Πάτερ, ει δυνατόν, Τόμω ε΄).
     Εκείνο, λοιπόν, που ο Δαβίδ το είπε σε χρόνο παρελθοντικό, αυτό το λέει εδώ ο μελωδός σε χρόνο παροντικό. Έτσι λέει, εγώ Κύριε, κράζω σε σένα, εν τω θλίβεσθαί με, δηλαδή, στον καιρό της θλίψης μου. Γι` αυτό, εύχομαι κάποτε να ακούσεις τις οδύνες μου, δηλαδή, τους πόνους και τους αναστεναγμούς της καρδιάς μου. Διότι, εδώ η προστακτική «εισάκουσον» έχει την έννοια της ευκτικής, δηλαδή, «είθε να με ακούσεις», όπως και το «Κύριε ελέησον», αντί του «είθε να με ελεήσεις». Και όλα αυτά βέβαια, επειδή δεν επιτρέπεται σε κανέναν να διατάζει τον Θεό, για να κάνει κάτι, αλλά να τον παρακαλάει με θερμή προσευχή, ώστε να δεχτεί τη βοήθειά του και την συμπαράστασή του. Έτσι και ο βαθυστόχαστος Ευστάθιος είπε ότι, όσα υποκείμενα μικρότερα παρακαλούν τα μεγαλύτερα για κάποια χάρη, πρέπει να παρακαλούν με λόγια παρακλητικά και όχι με προσταγές. Αν δε, χρησιμοποιούν στις παρακλήσεις τους σχήμα προστακτικού λόγου, αυτό εκλαμβάνεται ως ευχετικό.

Αγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: Κύριε και Σωτήρα μου, υψώνω τα μάτια της καρδιάς μου ψηλά στον ουρανό, προς εσένα και σου ζητώ να με σώσεις, με τη φώτιση του Αγίου σου Πνεύματος!


Αποτέλεσμα εικόνας για Άγιος Νικόδημος ο ΑγιορείτηςΆγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης:
Κύριε και Σωτήρα μου, υψώνω τα μάτια της καρδιάς μου ψηλά στον ουρανό, προς εσένα και σου ζητώ να με σώσεις, με τη φώτιση του Αγίου σου Πνεύματος!

Ήχος Β.΄ Ἀντίφωνον Α΄
«Ἐν τῷ οὐρανῷ τὰ ὄμματα, ἐκπέμπω μου τῆς καρδίας, πρὸς σὲ Σωτήρ, σῶσόν με σῇ ἐπιλάμψει».

Απόδοση στην Νεοελληνική  Σάββας Ηλιάδης, δάσκαλος- Κιλκίς
Αδελφοί μου, είναι μεγάλο καλό το να βρίσκεται ο άνθρωπος σε στενοχώρια και θλίψη. Και το βλέπετε αυτό στους Ιουδαίους, οι οποίοι εξορίστηκαν και σκλαβώθηκαν στη Βαβυλώνα. Διότι, καθόσον αυτοί βρίσκονταν στην εξορία, έδειξαν μεγάλη φιλοσοφία και θεοσέβεια. Και όταν μεν βρίσκονταν στην πατρίδα τους Ιερουσαλήμ και απολάμβαναν τον εκεί ευρισκόμενο, περίφημο ναό του Σολομώντος, ζούσαν μακριά από τον Θεό κατά τη διάνοιά  τους και καταγίνονταν με τα μάταια πράγματα του κόσμου. Όταν δε έγιναν δούλοι από τον Ναβουχοδονόσορα και εξορίστηκαν στη Βαβυλώνα, τότε θυμήθηκαν τον Θεό και έτρεξαν σ` αυτόν, χρησιμοποιώντας λόγια συγγνώμης και παράκλησης, τα οποία περιέχει ο τέταρτος Αναβαθμός του Δαβίδ και έλεγαν: «Πρὸς σὲ ἦρα τοὺς ὀφθαλμούς μου τὸν κατοικοῦντα ἐν τῷ οὐρανῷ».(Ψαλμ. 122,1).
Διότι, πραγματικά, κατά τον Ευθύμιο, από τους Ιουδαίους, που ήταν στη Βαβυλώνα προφέρεται αυτός ο ψαλμός, είτε για όσα έχουν σχέση με τον Ζοροβάβελ και τον Ιησού, τον γιο του Ιωσεδέκ, είτε για τον Νεεμία και τον Έσδρα, οι οποίοι ταλαιπωρούνταν κατά την πορεία τους, όταν επέστρεφαν στην Ιερουσαλήμ. Γι` αυτό και ο Χρυσόστομος λέει: «Αν αγρυπνούμε και είμαστε προσεκτικοί, όχι μόνο δεν θα πάθουμε κανένα κακό από τη θλίψη, αλλά θα απολαύσουμε και μυριάδες αγαθά. Αν όμως πέφτουμε σε οκνηρία και νωθρότητα, η άνεση αυτή θα μας καταστρέψει». (Ανδριαντ. Δ΄)
Λέγεται βέβαια, ότι ο Θεός κατοικεί στον ουρανό, όχι διότι κατοικεί εκεί κυρίως, αφού είναι άυλος και αμέριστος και άπειρος κατά την ουσία και την δύναμη και δεν περιορίζεται σε τόπο, αλλά είναι ολόκληρος παντού και ολόκληρος πάνω από τα πάντα, όπως λέει ο ίδιος διά του προφήτη Ιερεμία: «μὴ οὐχὶ τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν ἐγὼ πληρῶ; λέγει Κύριος» (Ιερ. 23,24). Και ο Δαμασκηνός είπε: «Το θείο είναι αδιαίρετο, βρίσκεται παντού ολόκληρο καθ` ολοκληρία. Δεν διαιρείται σε μέρη, όπως τα σώματα, αλλά όλο βρίσκεται σε όλα και πάνω απ` όλα». (κεφ. 13 του α΄ βιβλ. του Θεολογικού) και πάλι: «Το θείο είναι πανταχού παρόν και πάνω απ` όλα και με μια απλή ενέργειά του ενεργεί συγχρόνως με διαφορετικούς τρόπους». (αυτόθι). Λέγεται λοιπόν ότι ο Θεός κατοικεί στον ουρανό, διότι κατά τον Χρυσόστομο και τον Ευθύμιο και τον Κάλλιστο αναπαύεται στις εκεί νοερές και καθαρές δυνάμεις των αγίων Αγγέλων, καθώς λέγεται ότι κατοικεί και στους αγίους που βρίσκονται στη γη, όπως είπε ο ίδιος: «Θα κατοικήσω και θα περπατήσω ανάμεσα σ` αυτούς». (Λευϊτ. 26,12). Για ποιο λόγο δε, κατοικεί ο Θεός στους αγίους της γης; Για τον αγιασμό και την καθαρότητα της ψυχής και του σώματός τους. Γι` αυτό είπε ο Απόστολος Παύλος: «Αγωνίζεσθε και προσπαθείτε να έχετε ειρήνη με όλους, να αποκτήσετε δε την αγιότητα και καθαρότητα της καρδίας, διότι χωρίς αυτήν την αγιότητα, κανείς δεν θα δει τον Κύριο». (Εβρ. 12,14). Είπε δε και ο Ιωάννης της Κλίμακος: «Νομίζω πως κανείς δεν μπορεί να λέγεται πραγματικά άγιος, αν δεν μεταποιήσει το χώμα τούτο (δηλαδή την σάρκα) σε αγιασμένο χώμα` αν βέβαια είναι κατορθωτή αυτή η μεταβολή». (Λόγος ιε΄ περί αγνείας). Δες δε ότι, κατά τον όσιο αυτό, άγιος σημαίνει ανώτερος από τη γη, σύμφωνα και με τον Φώτιο. Γράφει δε και ο σχολιαστής αυτού του λόγου: «άγιος ονομάζεται αυτός που είναι καθαρός από κακία και από κάθε αμάρτημα. Γι` αυτό και είναι πολύ μεγάλο κατόρθωμα της ψυχής και αρεστό στον Θεό, το να μην υπάρχει κακία μέσα στον άνθρωπο. Αγιασμός δε είναι το να αναφέρονται όλα στον Θεό».
Βλέπεις, αδελφέ, πόσο είναι το κέρδος της θλίψης και της εξορίας; Διότι, όπως είπαμε, όταν οι Εβραίοι ήταν στην εξορία, τότε εγκατέλειψαν όλα τα βιοτικά και τις φροντίδες του κόσμου και όλοι διά παντός προσέβλεπαν μόνο προς τον Θεό, άλλοτε μεν σηκώνοντας τα μάτια τους προς τον ουρανό, άλλοτε δε παίρνοντας την ελεεινή στάση του δούλου και της μικρής δούλης, έλεγαν: «Ιδού, όπως τα μάτια των δούλων είναι προσηλωμένα εις τα χέρια των κυρίων τους, και οι οφθαλμοί της δούλης εις τα χέρια της κυρίας της, περιμένοντας από εκείνους αγαθά, έτσι και τα μάτια μας στρέφονται προς Κύριο, τον Θεό μας και τον παρακαλούν, μέχρις ότου εκδηλώσει πλούσιο προς εμάς το έλεός του». (Ψαλμ. 122,2). Εξ αυτού είπε ο χρυσός άγιος, επαινώντας το κέρδος της θλίψης: «Λοιπόν, ας μην λυπούμαστε για τα παρόντα κακά. Διότι, αν έχεις αμαρτίες, εξαφανίζονται και κατακαίονται εύκολα από τη θλίψη. Αν δε έχεις αρετή, γίνεσαι εξαιτίας της, πιο λαμπρός και πιο χαρούμενος. Διότι δεν είναι η φύση των πειρασμών αλλά η ραθυμία των πειραζομένων, που εργάζεται και δημιουργεί τα πτώματα». (Ανδριαντ. Δ΄).
Αυτό είναι καταρχάς το κατά γράμμα νόημα του Αναβαθμού αυτού. Ο δε ιερός Θεόδωρος εδώ τον εννοεί μεταφορικώς. Γι` αυτό και λέει: «Ω, Σωτήρα του κόσμου Χριστέ, εγώ έγινα σκλάβος στην αμαρτία, γι` αυτό και υψώνω τα μάτια μου στον ουρανό, δηλαδή προς εσένα, ο οποίος κατοικείς στον ουρανό και έχεις τη δύναμη να σώζεις. Και επειδή βρίσκομαι μέσα στο σκοτάδι της αμαρτίας, χάριν αυτής της καταστάσεως, σε παρακαλώ να με σώσεις. Με τι; Με την έλλαμψη, (τον φωτισμό) του Αγίου Πνεύματος. Διότι, όταν φωτιστώ από αυτήν, τότε θα δύναμαι να γνωρίζω τους γκρεμούς και τους λάκκους της αμαρτίας και έτσι θα μπορώ  να φυλάγομαι ώστε να μην πέσω μέσα σ` αυτούς». Είπε δε ότι στρέφει τα μάτια του στον ουρανό, για να δείξει ότι μόνο ο άνθρωπος, ως επί το πλείστον, βλέπει στον ουρανό, τα δε άλογα ζώα ως επί το πλείστον βλέπουν στη γη και στα φθαρτά πράγματα της γης. Διότι ο άνθρωπος έχει το όρθιο σχήμα του σώματος και λέγεται άνθρωπος από το άνω αθρείν, το οποίο σημαίνει βλέπει επάνω. Έτσι, από το σχήμα του σώματός του και από την ετυμολογία του ονόματός του, να γνωρίζει πως, ο τρόπος που ζει έχει αντίκρισμα στον ουρανό, σύμφωνα με τον μακάριο Παύλο, ο οποίος λέει: «Αλλ’ ημών των πιστών μαθητών του Κυρίου η πατρίδα μας και η πολιτεία μας, το πολίτευμά μας και η συμπεριφορά μας είναι, όπως και των αγγέλων, στους ουρανούς». (Φιλιπ. 3,20).(1).
Από δω, ένας από τους έξω της πίστης σοφούς, ο Πλάτων δηλαδή, ονόμασε τον άνθρωπο ουρανοφύτευτο δέντρο, αντίθετα με τα άλλα δέντρα, τα οποία έχουν χαμηλά στη γη τον κορμό και τις ρίζες τους. Ακόμη και επειδή τρέφονται κάτω από τη γη, ο δε άνθρωπος τα έχει όλα επάνω. Τις μεν τρίχες ως ρίζες, το δε κεφάλι ως κορμό. Γι` αυτό και τρέφεται από πάνω. Το ίδιο λέει και ο Φίλων ο Ιουδαίος, ο οποίος ονόμασε τον άνθρωπο δέντρο ουράνιο, διότι ζητάει από τον ουρανό την αθάνατη τροφή της ψυχής του. Μάλλον δε, αν θέλουμε να πούμε ακριβέστερα, ο άνθρωπος έχει τη ρίζα στην καρδιά του και φυσικώς και κατά χάρη. Κατά την φύση, διότι στην καρδιά είναι η ουσία της ψυχής, όπως λένε οι φυσικοί και οι γιατροί και κατά την χάρη, διότι στην καρδιά έχει την έδρα της η χάρη του Αγίου Πνεύματος, όπως λένε οι θεολόγοι. Από εδώ, ο άγιος Χρυσόστομος ερμηνεύοντας το: «Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ βλέπων γυναῖκα πρὸς τὸν ἐπιθυμῆσαι αὐτὴν ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ. (Ματθ. 5,28), λέει: «Επειδή δεχόμαστε στην καρδιά τη χάρη του Πνεύματος, αυτήν καθαρίζει πρώτη». (Ομιλ. ιζ΄ εις το κατά Ματθ.).(2)
Αλλά και συ, αδελφέ , αν τύχει να σε καταλάβει κάποια θλίψη ή δυστυχία ή ασθένεια ή επίθεση εχθρού, άφησε τη γη και τα γήινα και τη βοήθεια των ανθρώπων, καθώς κατά τον Δαβίδ: «Είναι μάταιη, δηλαδή, ανωφελής και άκαρπη για σωτηρία, κάθε βοήθεια, που προέρχεται από άνθρωπο» (Ψαλμ. 59,13) και σήκωσε τα μάτια σου στον ουρανό και επικαλέσου με θερμότητα τη βοήθεια του Θεού. Και βέβαια, αν ο Θεός αργήσει να σε βοηθήσει, μην αφήσεις την προσευχή, αλλά και αν λάβεις και αν δεν λάβεις, επίμενε παρακαλώντας, έως ότου σε ελεήσει ο Θεός και απαντήσει  στο αίτημά σου. Έτσι σε συμβουλεύει να κάνεις ο θείος Χρυσόστομος: «Έτσι και τα μάτια μας στρέφονται προς Κύριο, τον Θεό μας και τον παρακαλούν, μέχρις ότου εκδηλώσει πλούσιο προς εμάς το έλεός του. Δεν είπε, μέχρι να αποδώσει το μισθό, ούτε μέχρι να αποδώσει την αμοιβή, αλλά μέχρι να σε ελεήσει. Και συ λοιπόν, παράμενε αδιαλείπτως άνθρωπε! Κι αν λάβεις κι αν δεν λάβεις, μην απομακρύνεσαι από την προσευχή και θα τα λάβεις όλα. Δεν βλέπεις, πώς οι δούλες των κυρίων είναι προσηλωμένες σ` αυτούς, χωρίς να αφήνουν ούτε το μυαλό τους ούτε τα μάτια τους να πλανώνται αλλού; Έτσι να κάνεις και συ. Ακολούθησε μόνο τον Θεό και αφού αφήσεις όλα τα άλλα, γίνε δικός του και θα λάβεις όλα όσα ζήτησες και είναι για το συμφέρον σου».
Δες δε, πως ο Αναβαθμός λέει, ότι της καρδιάς τα μάτια έστρεψε στον ουρανό, για να μάθεις και συ, όταν επικαλείσαι την βοήθεια του Θεού, να απλώνεις προς αυτόν και το βλέμμα των εξωτερικών ματιών του σώματος αλλά και των εσωτερικών της καρδιάς σου. Διότι σ` αυτά βλέπει καλύτερα και περισσότερο ο Θεός, παρά στα του σώματος. Μάλιστα, όταν τα δει να απλώνονται σε στάση λύπης, με καρδιά συντετριμμένη και ταπεινωμένο φρόνημα. Διότι λέει ο Ψαλμός: «Ο Κύριος έριξε ευμενές βλέμμα στην προσευχή των ταλαιπωρουμένων δούλων του και δεν εξουθενώνει πλέον ως μηδαμινή την δέησή τους. (Ψαλμ. 101,18). Και πάλι: «Ο άνθρωπος βλέπει στο πρόσωπο, ο δε Θεός βλέπει στην καρδιά». (Α΄Βασ. 16,7).
(1). Σημειώνουμε εδώ και τα του Χρυσοστόμου, τα οποία είναι πολύ παραστατικά και έχουν ως εξής: «Δεν ντρέπεσαι και γι` αυτήν την φύση και τη διάπλαση του σώματός σου; Διότι ο Θεός δεν το σχημάτισε σε μας όπως και στα ζώα, αλλά όπως έπρεπε να είναι, καθώς επρόκειτο να υπηρετήσει ψυχή λογική και αθάνατη. Γιατί, σ` όλα μεν τα άλογα ζώα έκανε ο Θεός τα μάτια τους να βλέπουν κάτω, σε σένα δε, όπως ακριβώς πάνω σε ακρόπολη, τα έφερε και τα εγκατέστησε στο κεφάλι; Όχι βέβαια, επειδή για εκείνα δεν υπάρχει τίποτε κοινό με τον ουρανό, ενώ για σένα δόθηκε εξαρχής νόμος και από τον Θεό και από τη φύση, να αναζητάς πάρα πολύ τα άνω; Γιατί έκανε σε σένα μεν το σώμα το έκανε όρθιο, σε κείνα δε πάλι να βλέπουν κάτω; Δεν είναι πάλι η ίδια αιτία; Δεν είναι, ότι θέλει να σε διδάξει και απ` αυτήν την ίδια τη διάπλαση του σώματος, ώστε να μην έχεις τίποτε κοινό με τη γη, ούτε να προσκολλάσαι στα παρόντα πράγματα; Μη λοιπόν προδίδουμε βαριά την ευγενική καταγωγή μας, ούτε να ξεφεύγουμε προς την ταπεινή καταγωγή των ζώων, για να μην ισχύει και για μας το: «ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκε». Διότι, το να  θεωρεί κάποιος ως ευημερία την καλοπέραση και τον πλούτο και τη δόξα και γενικά τα παρόντα πράγματα, δεν είναι χαρακτηριστικό ανθρώπων, που εξετάζουν επιμελώς την ευγενική καταγωγή τους, αλλά ανθρώπων, οι οποίοι κατάντησαν άλογα και γαϊδούρια» (λόγ. α΄ περί προνοίας τόμ. Στ΄). Συμφωνεί δε με τον Χρυσόστομο και ο μαθητής του Θεοδώρητος, ο οποίος λέει: «Χρησιμοποίησέ το, και μόνο αυτό, ώστε να υμνολογείς τον κτίστη σου` το ό,τι, ούτε είσαι σκυμμένος στη γη σαν τα άλογα ζώα, ούτε στην κοιλιά σου έχεις στραμμένο το κεφάλι σου, όπως τα γουρούνια. Σήκωσε το κεφάλι σου μόνο και δες τη θεία Πρόνοια. Σε δημιούργησε όρθιο μόνο εσένα από τα ζωντανά  πλάσματα, να περπατάς πάνω σε δύο πόδια και το καθένα απ` αυτά δεν το έκανε μονοκόμματο, αλλά το συνέθεσε από τρία μέρη και το έντυσε με τρία αρμονικά κομμάτια». (λόγ. γ΄περί προνοίας).