Κυριακή 27 Μαΐου 2018

Άγιος Δημήτριος του Ροστώφ – Πνευματικό αλφάβητο.


Άγιος Δημήτριος του Ροστώφ.
Πνευματικό αλφάβητο.
Ένα πνευματικό πράγματι αλφάβητο, διασκευασμένο από το ομότιτλο έργο του αγίου Δημητρίου, επισκόπου Ροστώφ, του θαυματουργού (1651-1709). Προσαρμοσμένο στα εικοσιτέσσερα γράμματα του Ελληνικού αλφαβήτου, καθορίζει τα θεμέλια και τα πλαίσια της Ορθόδοξης πνευματικής ζωής. Μέσα σ’ αυτό το μικρό βιβλίο, που πληθωρικά χρησιμοποιεί τις θείες Γραφές και την πατερική σοφία, θα βρει πολύτιμες συμβουλές κάθε αγωνιζόμενος πιστός.

ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ
Βλαστάρι θαλερό, από τα πιο νέα, της αγιοτόκου ρωσικής γης είναι και ο άγιος Δημήτριος, μητροπολίτης Ροστώφ, ο νέος θαυματουργός.
Ο άγιος Δημήτριος του Ροστώφ, γιος του αξιωματικού Σάββα Τουπτάλα, γεννήθηκε τον Δεκέμβριο του 1651 στην κωμόπολη Μακάρωφ, κοντά στο Κίεβο. Το βαπτιστικό του όνομα Λίαν Δανιήλ Ανατράφηκε και διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα μέσα σε μια βαθύτατα ευσεβή οικογένεια. ‘Από το 1662 μέχρι το 1665 ο Δανιήλ φοιτησε στο κολλέγιο Κιεβο-Μογγιλιάνσκυ, όπου για πρώτη φορά εκδηλώθηκαν τα σπάνια χαρίσματα και οι εξαιρετικές διανοητικές ικανότητες του. Πολύ γρήγορα έμαθε την Ελληνική και Λατινική γλώσσα και σπούδασε κλασσικές επιστήμες. Στις 9 Ιουλίου του 1668 εκάρη μοναχός στη μονή του αγίου Κυρίλλου και πήρε το όνομα Δημήτριος, προς τιμήν του μεγαλομάρτυρας αγίου Δημητρίου του Θεσσαλονικέως.
Στις 25 Μαρτίου του 1669 χειροτονήθηκε διάκονος, οπό τον μητροπολίτη Κιέβου Ιωσήφ, και στις 23 Μαΐου του 1675 πρεσβύτερος, από τον αρχιεπίσκοπο Τσερνιγώφ Λάζαρο. Υπηρέτησε ως ιεροκήρυκας και ηγούμενος σε διάφορες μονές της Ουκρανίας, Λιθουανίας και Λευκορωσίας. Γύρω στα 1684 άρχισε να συγγραφή, στη Λαύρα του Κιέβου, το μεγάλο έργο του, τον Συναξαριστή («Τσέτμινέϊ»), δηλαδή τους βίους των αγίων ολοκλήρου του εκκλησιαστικού έτους. Ο προϊστάμενος της Λαύρας αρχιμανδρίτης Βαρλαάμ (Γιασίνσκυ), γνωρίζοντας καλά το υψηλό διανοητικό επίπεδο, τη μόρφωση, τη φιλοπονία και το λογοτεχνικό χάρισμα του μαθητού του, τον προέτρεψε επίμονα ν’ ασχοληθή μ’ αυτή τη σπουδαία εργασία.
Από τότε ολόκληρη η ζωή του αγίου Δημητρίου αφιερώθηκε στη σύνταξη του Συναξαριστού. Το 1688 εκτυπώθηκε ο πρώτος τόμος (Σεπτέμβριος, «Οκτώβριος, Νοέμβριος), το 1695 ο δεύτερος (Δεκέμβριος, Ιανουάριος, Φεβρουάριος) και το 1700 ο τρίτος (Μάρτιος, Απρίλιος, Μάιος).
Εν τω μεταξύ, το κηρυκτικό χάρισμα και το συγγραφικό έργο του ιερομόναχου Δημητρίου προκάλεσαν την προσοχή του πατριάρχου Αδριανού (+ 1700) και άλλων εκκλησιαστικών αξιωματούχων, οι όποιοι εκτίμησαν βαθιά τα πνευματικά προσόντα, τις αρετές και τον ένθεο ζήλο του. Έτσι, στις 23 Μαρτίου 1701 χειροτονείται στον ναό της Κοιμήσεως του Κρεμλίνου μητροπολίτης Τομπόλσκ και Σιβηρίας. Επειδή όμως, λόγω της εύθραυστης υγείας του, ήταν αδύνατη η παραμονή του στη Σιβηρία, στις 4 Ιανουαρίου 1702 εκλέγεται μητροπολίτης Ροστώφ και Γιαροσλάβ. Μόλις έφθασε στην έδρα του, την 1η Μαρτίου του 1702, άρχισε ένα ευρύ έργο για την πνευματική και υλική ανόρθωση της επαρχίας και του ποιμνίου του. Δυστυχώς όμως οι περισσότεροι οραματισμοί του έμειναν ανεκπλήρωτοι ή ημιτελείς, λόγω ελλείψεως οικονομικών μέσων: Ήταν η εποχή πού η πολιτεία επιζητούσε με όλα τα μέσα να περιορίση τις δυνατότητες της Εκκλησίας, πλήττοντας πρωτίστως την οικονομική ευρωστία της.
Ο άγιος Δημήτριος αγωνίσθηκε σθεναρά και για την ενότητα της Ρωσικής Εκκλησίας, πού υπέστη βαρύτατο πλήγμα με το σχίσμα των παλαιοπίστων*. Έκτος από πολυάριθμα κηρύγματα, αφιέρωσε στη μελέτη και την κριτική της σχισματικής διδασκαλίας και το έργο «Έρευνα περί της πίστεως του Μπρύνσκ» (Μπρύνσκ ήταν η περιοχή πού ζούσαν οι πιο πολλοί σχισματικοί).
Το 1709, τελευταίο έτος της επιγείου ζωής του, ο άγιος Δημήτριος τελείωσε και τον τέταρτο τόμο του Συναξαριστού (Ιούνιος, Ιούλιος, Αύγουστος), ενώ συγχρόνως αναθεώρησε και τους προηγουμένους τρεις τόμους.

Όσιος Θαλάσσιος ο Λίβυος – Περί αγάπης και εγκρατείας και της κατά νουν πολιτείας, Πρός τον πρεσβύτερο Παύλο. Τρίτη Εκατοντάδα. (Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, Τόμος Β΄).


Όσιος Θαλάσσιος ο Λίβυος
Περί αγάπης και εγκρατείας και της κατά νουν πολιτείας. Πρός τον πρεσβύτερο Παύλο
Τρίτη εκατοντάδα
* Ακροστιχίδα πρωτοτύπου : »Πλήν κακά κυρίως, ου τα την σάρκα μεν κακούντα, την δε ψυχήν καθαίροντα, τα δε την συνείδησιν λυπούντα, τέρποντα δε την σάρκα».
1. Για τον από τη φύση Του αγαθό, να διανοείσαι αγαθά. Και για κάθε άνθρωπο, να σκέφτεσαι τα καλά.
2. Ο Θεός θα μας ζητήσει απολογία για τα λόγια, τα έργα και τους λογισμούς μας κατά την ημέρα της κρίσεως.
3. Η έξη της αρετής ή της κακίας, μας παρακινεί να σκεφτόμαστε και να λέμε και να πράττομε τα καλά ή τα κακά.
4. Ο νους που κυριαρχείται από τα πάθη, σκέφτεται όσα δεν πρέπει. Και αυτό που σκέφτεται, φανερώνεται από τα λόγια και τα έργα.
5. Πριν από τον κακό λογισμό υπάρχει κάποιο πάθος. Αιτία του πάθους είναι η αίσθηση. Αιτία της κακής χρήσεως της αισθήσεως είναι ο νους.

6. Απόκλεισε την αίσθηση και πολέμησε την εμπαθή συνήθεια. Με τα όπλα των εντολών εξόντωσε τα πάθη σου.
7. Κακία που πολυκαίρισε, έχει ανάγκη από άσκηση πολλού καιρού. Γιατί συνήθεια που στερεώθηκε, δεν μετακινείται αμέσως.
8. Έντονη άσκηση με εγκράτεια και αγάπη, με υπομονή και ησυχία, σκοτώνει τα πάθη που βρίσκονται μέσα μας.
9. Να κινείς συνεχώς το νου σου σε προσευχή· έτσι αφανίζεις τους λογισμούς που έρχονται στην καρδιά σου.
10. Η άσκηση χρειάζεται υπομονή και μακροθυμία· γιατί η φιλοπονία που διαρκεί πολύ καιρό, εξορίζει τη φιληδονία.
11. Εύκολα γυμνάζεσαι στους κόπους της ασκήσεως, αν σ’ όλα εφαρμόζεις μέτρο και κανόνα.
12. Φύλαγε ίσο το μέτρο της ασκήσεως και μην παραβείς τον κανόνα χωρίς κάποια ανάγκη.
13. Όπως η αγάπη και η εγκράτεια καθαρίζουν τους λογισμούς, έτσι και η θεωρία και η προσευχή καθαρίζουν κάθε έπαρση.
14. Την καθαρή συνείδηση την κάνουν οι κόποι της ασκήσεως. Π.χ. νηστεία, αγρυπνία, υπομονή και μακροθυμία.
15. Εκείνος που υπομένει τους αθέλητους πειρασμούς που του έρχονται, αποκτά ταπεινό φρόνημα, καλές ελπίδες και γίνεται δόκιμος.
16. Υπομονή είναι η φιλοπονία της ψυχής. Αποτελείται από θεληματικούς κόπους και αθέλητους πειρασμούς.

Παρασκευή 11 Μαΐου 2018

Η περιφρόνηση των κολλύβων



Πρωτοπρεσβυτέρου Νικολάου Μανώλη
Προϊσταμένου Ιερού Βυζαντινού Ναού Προφήτου Ήλιού Θεσσαλονικης
Το Σάββατο προ της Πεντηκοστής είναι Ψυχοσάββατο, δηλαδή “μνεία πάντων των απ’ αιώνος κοιμηθέντων ευσεβώς Χριστιανών”. Το εσπέρας της Παρασκευής και το πρωί του Σαββάτου, πλήθος λαού, προσέρχεται εις τους κοιμητηριακούς η ενοριακούς Ναούς. Εκεί ψάλλεται ο νεκρώσιμος κανόνας και το μνημόσυνο “ο οι θειότατοι πατέρες εθέσπισαν” υπέρ πάντων των “επ’ ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου κεκοιμημένων ευσεβών και Ορθοδόξων Χριστιανών”. Προς τιμήν τους προσκομίζουν οι πιστοί κόλλυβα. Το έθιμο των κολλύβων είναι πάρα πολύ παλαιό. Οι ρίζες του χάνονται στις προ Χριστού εποχές.
Τα κόλλυβα είναι σιτάρι βρασμένο. Έχουν τη μορφή στολισμένου δίσκου η πιάτου με ξηρούς καρπούς, καρύδια, σταφίδα, ρόδι και κυρίως ζάχαρη. Συμβολίζουν την κοινή μας ανάσταση. Όπως ο σπόρος του σιταριού πέφτει στη γη, θάβεται, χωνεύεται, σαπίζει και στη συνέχεια φυτρώνει καλύτερος και ωραιότερος, έτσι και το νεκρό σώμα του ανθρώπου θάβεται στη γη, λιώνει και σαπίζει, για να αναστηθή και πάλι άφθαρτο, ένδοξο και αιώνιο. Αυτήν την εικόνα μας δίδει ο απόστολος των εθνών Παύλος στην Α  πρός Κορινθίους επιστολή, καθώς και ο Χριστός για την Ανάστασή Του. “Αμήν αμήν λέγω υμίν, εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει˙ εάν δε αποθάνη πολύν καρπόν φέρει”.(Ιω. 12,24).
Δυστυχώς, η ουσιαστική αυτή προσφορά προς τους κεκοιμημένους αδελφούς μας, τόσο από λειτουργική όσο και από σωτηριολογική οπτική, τα τελευταία χρόνια έχει υποστεί αλλοιώσεις και διαφοροποιήσεις που τείνουν να απαξιώσουν τη σημασία και το μέγεθος του Μυστηρίου. Ο χαρακτήρας των κολλύβων έχει από πολλούς αλλοιωθεί με την ανοχή, αλλά και την παρότρυνση, σε μερικές περιπτώσεις, των υπευθύνων ανθρώπων της Εκκλησίας, που χαράζουν μια διαφορετική γραμμή από αυτήν της παραδόσεως. Έτσι δυστυχώς παρουσιάζεται μια εικόνα κωμικοτραγική, που ουδόλως συνάδει με το πνεύμα και τη σημασία του Σαββάτου των ψυχών.
Αντί, λοιπόν, κολλύβων, γεμίζει ο Ιερός Ναός με πάσης φύσεως πίττες και γλυκίσματα. Πρόσφορα, κουλούρια και τσουρέκια, έως φρούτα εποχής από τον μανάβη, τα εποχιακά ροδάκινα, κεράσια και βερίκοκα, συνθέτουν εικόνα απρέπειας προς το Ναό και προσβολής προς την μνήμη των κεκοιμημένων. Οι γιαγιάδες μας τα παλαιότερα χρόνια, προσέφεραν κεράσματα, πίττες και γλυκά κατά τα Ψυχοσάββατα, αλλά έξω, στην αυλή της Εκκλησίας. Μέσα στο Ναό, προσκόμιζαν τα κόλλυβα μόνο για την ακολουθία.
Είναι παράξενο, σε μια εποχή που οι νοικοκυρές, καταφέρνουν να παρασκευάσουν τα πιο πολύπλοκα γλυκά, να μην έχουν διάθεση να βράσουν λίγο στάρι, για να τιμήσουν τους κεκοιμημένους συγγενείς τους. Θα μπορούσαμε να πούμε πως η ετοιμασία των κολλύβων αποτελεί ένα ευλογημένο εργόχειρο προς ωφέλεια της ψυχής και εργασία των εντολών του Θεού. Η μνήμη του θανάτου σε συνδυασμό με την μονολόγιστη ευχή υπέρ αναπαύσεως των κεκοιμημένων κατά την προετοιμασία των κολλύβων, όπως και κατά το ζύμωμα προσφόρου για την Θεία Λειτουργία, βοηθούν πολύ στην εγρήγορση της ψυχής. Με αυτόν τον τρόπο τιμάται η παράδοση και επισφραγίζεται το νόημα με το οποίο περιβάλλει η Εκκλησία το ευλογημένο Ψυχοσάββατο.

Πηγή: http://katanixis.blogspot.com/2012/05/blog-post_685.html

Πεντηκοστή – Πώς ενεργεί η Θεία Χάρις; Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού


Δείτε επίσης και:

+ Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού
Με το γεγονός της Πεντηκοστής, που κατήλθε το Άγιο Πνεύμα στα μέλη της Εκκλησίας, δεν υπάρχει καμιά μορφή αδυναμίας στην ανθρώπινη φύση. Ο μέχρι τώρα αδύναμος άνθρωπος, ο οποίος ήταν παιχνίδι του διαβόλου και του θανάτου, γίνεται ισχυρός ώστε να «πατεί επάνω όφεων και σκορπίων και επί πάσαν την δύναμιν του εχθρού». Η Χάρις που μένει πάντοτε μαζί μας είναι «η επαγγελία του Πατρός» την οποία ο Κύριος υποσχέθηκε. Δεν φοβόμαστε ούτε τα πάθη, ούτε την αμαρτία, ούτε τις κακές μας συνήθειες, ούτε το σατανά, ούτε και αυτόν τον θάνατο, εφ’ όσον μένει μαζί μας «εις τον αιώνα ο Παράκλητος, το Πνεύμα της αληθείας».
Αυτό που μας απασχολεί είναι, αν αυτός ο Παράκλητος ενεργεί μέσα μας και πραγματοποιεί τον αγιασμό μας. Να πω ένα παράδειγμα για να γίνω πιο σαφής. Υποτίθεται ότι μας έχουν δώσει ένα όπλο ισχυρό να αμυνόμαστε και να πολεμάμε τους εχθρούς μας. Αν δεν λειτουργεί αυτό το όπλο, τότε τί ωφελεί που το κρατούμε; Πιστεύομε ότι μαζί μας είναι η θεία Χάρις, όπως μας παραδίδει η Εκκλησία; Θα με ρωτούσε ίσως ένας και θα μου έλεγε. Αφού λοιπόν είναι έτσι, γιατί έχομε τόσες αδυναμίες; Γιατί μας κατανικά η αμαρτία; Γιατί μας κατατροπώνει ο σατανάς; Γιατί φοβόμαστε; Γιατί δειλιάζουμε; Γιατί οπισθοχωρούμε; Γιατί δεν προοδεύομε; Ας δούμε αυτο το θέμα με ιδιαίτερη προσοχή.
Εάν εμείς φυλάττουμε την πίστη μας, τηρούμε τις εντολές και αποστρεφόμαστε την ενέργεια της αμαρτίας μέχρι και αυτήν την προσβολή, τότε φυσικά, μόλις επικαλεστούμε τη θεία Χάρη, αμέσως αυτή ενεργεί· δεν μας δίδει μόνο θάρρος και δύναμη, αλλά και στο σατανά προκαλεί φόβο και φρίκη. Αυτός είναι ο τρόπος του θριάμβου και της νίκης.
Εάν όμως ραθυμούμε και αφήνουμε τα καθήκοντα μας και δεν αμυνόμαστε όταν δίδεται αφορμή πάθους ή πολέμου της αμαρτίας, τότε, όταν επικαλούμαστε τη Χάρη, αυτή δεν ενεργεί. Λέει η Ιστορία ότι κάποτε ο Ιουλιανός ο παραβάτης μυήθηκε στη μαγεία. Από μικρός, παρ’ όλο που ήταν χριστιανός, ήθελε να απωθήσει τη χριστιανική του πίστη. Ήταν από μικρός κακοήθης. Ασπάσθηκε, λοιπόν, τη μαγεία για να επαναφέρει πίσω τα ειδωλολατρικά έθιμα, τα όποια είχαν καταργήσει οι προγενέστεροι.
Όταν πήγε στο μέρος που τον δίδασκαν τα ανάλογα μαθήματα της μαγείας, μόλις είδε τις διάφορες μορφές των δαιμόνων και την αγριότητά τους, τρόμαξε και έκανε το σταυρό του. Κάνοντας το σταυρό του, έφευγαν οι δαίμονες και δεν μπορούσε ο μάγος να κάνει αυτό που ήθελε. Όποτε τον συμβούλευσε ο μάγος να σταματήσει να κάνει το σταυρό του, αλλά αυτός δεν μπορούσε. Μπροστά στη φρίκη και το φόβο, σταυροκοπιόταν από τη συνήθεια που είχε σαν χριστιανός· και έτσι οι δαίμονες τρέπονταν σε φυγή. Σκέφθηκε λοιπόν ο μάγος κάτι ανάλογο με την πονηρία του. Τον έβαλε λοιπόν και σκότωσε ένα παιδάκι και κράτησε την καρδιά του παιδιού στο χέρι του· λόγω δε της «κατ’ ενέργειαν» αμαρτίας, δεν επιδρούσε η δύναμη του σταυρού και δεν έφευγαν οι δαίμονες πλέον.
Η θεία Χάρις σ’ εμάς που είμαστε χριστιανοί και δεν αρνηθήκαμε τον Χριστό, είναι μαζί μας, ενωμένη υποστατικά. Πώς λοιπόν αμαρτάνουμε και δεν μπορούμε να αντισταθούμε στα πάθη μας; Ακριβώς γιατί παραχαράζουμε το καθήκον μας το χριστιανικό που υποσχεθήκαμε στο βάπτισμα. Πολλές φορές την μεν αμαρτία, σαν αποτέλεσμα, δεν την θέλομε, τα αίτια όμως που την προκαλούν τα ερεθίζομε και τότε κατ’ ανάγκην πέφτομε. Το ότι τόσο εύκολα αμαρτάνουμε, είναι σημείο ότι δεν φυλάττουμε τις εντολές. Δεν είμαστε πραγματικά πιστοί.
Η θέση μας προς τον Θεό είναι καθαρά υιική και επομένως πιστεύομε στο Θεό διότι τον αγαπούμε· και επειδή τον αγαπούμε, τον πιστεύομε και εφαρμόζουμε με λεπτομέρεια αυτό που θέλει. «Εκείνος έστιν ο αγαπών με, ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς». Προσφέρουμε έμπρακτα την αγάπη μας προς το Θεό, όπως και Αυτός τόσο πλούσια την πρόσφερε σε μας, διότι «πρώτος ημάς ηγάπησεν». Τότε μόλις επικαλεστούμε τη θεία Χάρη, που είναι δική Του δωρεά, αμέσως ενεργεί και ολοκληρώνει την προσωπικότητά μας. «Αγράμματους σοφίαν εδίδαξεν, ιερέας τέλειοι, πάντα συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας». «Πάντα ισχύομεν εν τω ένδυναμούντι ημάς Χριστώ» κατά τον Παύλο. Ο Χριστός που μας δίνει δύναμη, είναι η θεία Χάρις, που την πήραμε στο βάπτισμα και τη συντηρούμε με τη συνεχή μετοχή μας στα μυστήρια της Εκκλησίας.
Εάν βιάσουμε τον εαυτό μας και γίνομε ειλικρινείς στις υποσχέσεις μας προς τον Θεό, τηρώντας με λεπτομέρεια τις εντολές Του, μετανοούντες ειλικρινά στα λάθη που κάνομε, τότε η θεία Χάρις, που είναι μέσα μας, βλέποντας τη συνέπειά μας, δείχνει ενεργά την παρουσία της. Ο χαρακτήρας μας που είναι ασθενής γίνεται ισχυρός και η αμαρτία γίνεται ανίσχυρη, διότι αποδυναμώνεται με την παρουσία της Χάριτος. Ο διάβολος φεύγει μόνο με την επίκληση της Χάριτος, γιατί ξέρει τι έχει να πάθει.
Ακριβώς για να κατεργαστούμε τη σωτηρία μας με τόση λεπτομέρεια εμείς οι μοναχοί, εγκαταλείψαμε τον κόσμο και φύγαμε μακριά από τα αίτια. Βρισκόμαστε σ’ έναν απερίσπαστο χώρο με ελάχιστες μέριμνες, για να είμαστε αφυπνισμένοι και προσεκτικοί, όχι μόνο στο να μην αμαρτάνουμε – αυτό είναι εισαγωγικό – αλλά, μετά από αυτό, να φθάσουμε στο σημείο που να θέλουμε μόνο να κάνουμε το καλό. Ζούμε μόνο για να τηρούμε το θέλημα του Θεού. Αυτός είναι ο κεντρικός στόχος και προορισμός μας από την αρχή της δημιουργίας μας, ιδιαίτερα τώρα, μετά την πτώση, που ξεγελαστήκαμε και κατρακυλήσαμε στα δόντια του θανάτου. Τώρα με περισσότερη φροντίδα αγωνιζόμαστε, ώστε και από το μύλο του θανάτου να απαλλαγούμε, και να κληρονομήσουμε τις επαγγελίες που μας χάρισε ο Θεός με την παρουσία Του. Ούτε τα σπίτια θα μας ωφελήσουν, ούτε τα εργόχειρα μας χρειάζονται, ούτε τα συστήματα και τα προγράμματα και τα τυπικά. Αυτά κατ’ ανάγκην τα κάνομε για να καλύψουμε τις υλικές ανάγκες της ζωής μας, αφού έχομε και σώμα. Αλλά ποτέ δεν μας απασχολούν αυτά, ούτε σε αυτά αποβλέπομε, ούτε τα μετρούμε, ούτε τα υπολογίζουμε. Γι’ αυτό και με την παραμικρή αφορμή, αν δούμε ότι κινδυνεύει η σωτηρία μας, τα πετάμε και φεύγομε αμέσως, για να κερδίσουμε το σκοπό μας.
Και όλη η προσπάθεια θα είναι αυτή. Κάθε τί που κινείται μέσα μας, το εξετάζομε· κάθε σκέψη, κάθε ερεθισμός που προκαλείται μέσα μας, τον αρπάζουμε και τον ρωτούμε: Είσαι δικός μας ή εχθρός, «ημέτερος ει ή των υπεναντίων;». Εξετάζουμε τί σκοπό έχει αυτή η σκέψη, τί σκοπό έχει αυτός ο λογισμός. Και εάν πραγματικά και ειλικρινά το ερευνούμε, αμέσως βρίσκομε την αφορμή και τότε με κατάλληλη μέθοδο πολεμούμε και αποβάλλουμε τις σκέψεις τις εμπαθείς από τη σύλληψή τους. Έτσι αποφεύγομε να συγκρουστούμε με τα πάθη και τις αμαρτίες.
Εάν, -εύχομαι να μη γίνει αυτό-, μας παρασύρουν, και οι σκέψεις γίνουν πραγματικότητες και μας νικήσουν, δεν θα παραδώσουμε τη σκυτάλη, αλλά με τους τρόπους της ειλικρινούς μετανοίας θα πενθήσουμε. Έτσι θα πείσουμε τη θεία Χάρη που είναι μέσα μας να μην προσβληθεί και φύγει, αλλά να μας συμπαθήσει και ταυτόχρονα να μας δυναμώσει, ούτως ώστε να απωθήσουμε τον πονηρό, ο οποίος μας παρέσυρε, και στο εξής, έχοντας σαν λάφυρο την πείρα, να γίνουμε προσεκτικότεροι. Αυτή είναι η ολοκληρωμένη μετάνοια, που είναι και το νόημα της εδώ ζωής μας.
Η κύρια προσπάθεια είναι να μη σταματήσουμε στην εισαγωγική μετάνοια, αλλά να φθάσουμε στο τελευταίο σκαλοπάτι της απαθείας. Εκεί που γίνονται τα λάθη, οι απροσεξίες, τα πάθη, οι ήττες, τώρα να μπουν οι αρετές· σιγά-σιγά, με τη βοήθεια της θείας Χάριτος μετά τις αρετές θα έρθουν τα χαρίσματα, οπότε θα φανεί ολοκάθαρα ότι μετέχομε στις υποσχέσεις του Ιησού μας και γινόμαστε κληρονόμοι του Θεού και «συγκλη­ρονόμοι του Υιού Αυτού», ο οποίος τόσο πολύ «ηγάπησεν ημάς». Αμήν.

Σ’ έναν τακτικό αναγνώστη της Αγίας Γραφής, που ρωτά γιατί το Αγιο Πνεύμα εμφανίσθηκε με τη μορφή πύρινης γλώσσας (Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς)


pentecost_2Όταν ο Κύριος βαπτίσθηκε στον Ιορδάνη το Αγιο Πνεύμα εμφανίσθηκε εν είδει περιστεράς. Εμφανίσθηκε όχι για να προσθέσει κάτι στον Χριστό, αλλά συμβολικά, έτσι ώστε να δείξει αυτό που υπάρχει μέσα στον Χριστό: την ακακία, την καθαρότητα και την ταπεινότητα. Αυτό συμβολίζει το περιστέρι. Όταν οι απόστολοι συγκεντρώθηκαν την πεντηκοστή ημέρα από την ήμερα της Ανάστασης, το Αγιο Πνεύμα εμφανίσθηκε με τη μορφή πύρινων γλωσσών. Εμφανίσθηκε ως πύρινη γλώσσα για να τους αφαιρέσει κάτι και να τους προσθέσει κάτι. Δηλαδή, να αφαιρέσει από αυτούς κάθε αμαρτία, κάθε αδυναμία, φόβο και ακαθαρσία της ψυχής και να τους δωρίσει τη δύναμη, το φως και τη ζεστασιά. Οι πύρινες γλώσσες επισημαίνουν συμβολικά αυτά τα τρία: τη δύναμη, το φως και τη ζεστασιά.
Γνωρίζεις ότι το πυρ είναι δυνατό, γνωρίζεις πως φωτίζει και ζεσταίνει. Αλλά όταν μιλάς για το Αγιο Πνεύμα πρόσεξε να μην σκέπτεσαι υλικά αλλά πνευματικά. Γίνεται λόγος λοιπόν, για την πνευματική δύναμη, για το πνευματικό φώς και για την πνευματική ζεστασιά. Και αυτά είναι: η δυνατή θέληση, ο φωτισμένος νους και η ζέση της αγάπης. Μ΄αυτά τα τρία πνευματικά όπλα εξόπλισε το Αγιο Πνεύμα τους στρατιώτες του Χριστού για να αντιμετωπίσουν τον κόσμο. Ο Διδάσκαλος τους είχε απαγορεύσει ακόμα και ράβδο να φέρουν από τα επίγεια όπλα.
Γιατί το πυρ εμφανίζεται με τη μορφή γλωσσών πάνω άπό τα κεφάλια τους; Επειδή οι απόστολοι έπρεπε μέσω της γλώσσας να κηρύξουν στους λαούς το χαρμόσυνο νέο, την ευαγγελική αλήθεια και ζωή,την επιστήμη της μετάνοιας και της συγχώρεσης. Με τον λόγο έπρεπε να μάθουν με τον λόγο να θεραπεύουν, με τον λόγο να παρηγορούν, με τον λόγο να αγιάζουν και να καθοδηγούν, με τον λόγο να φροντίζουν την Εκκλησία. Επίσης, με τον λόγο να αμύνονται, αφού τους είπε ό Οδηγός να μην φοβούνται τους διώκτες και να μην υπερασπίζονται εαυτούς στα δικαστήρια κατά το δοκούν, επειδή είναι απλοί άνθρωποι, και τους βεβαίωσε: «Ου γαρ υμείς έστε οι λαλούντες αλλά το Πνεύμα του πατρός υμών το λαλούν εν υμίν» (Ματθ. 10,20). Θα μπορούσαν άραγε να μιλούν τη συνηθισμένη γλώσσα των ανθρώπων για το μέγιστο χαρμόσυνο νέο το όποιο έφθασε ποτέ στα αυτιά των ανθρώπων, ότι ο Θεός εμφανίσθηκε στη γη και άνοιξε στους ανθρώπους τις πύλες της αθάνατης ζωής; Θα μπορούσε άραγε ο άνθρωπος με τη θνητή ανθρώπινη φύση να διαδώσει αυτό το ζωοποιό βάλσαμο μέσα από τη δυσωδία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και μάλιστα έως την άκρη του κόσμου; Με τίποτα και ποτέ. Μόνο το πύρινο Πνεύμα του Θεού μπορούσε να το κάνει, το οποίο διά στόματος αποστόλων σκόρπισε ουράνιες σπίθες στο επίγειο σκοτάδι.
Αλλά, άνθρωπε, δεν αισθάνθηκες ποτέ το Πνεύμα του Θεού μέσα σου; Δες, και εσύ είσαι βαπτισμένος με Πνεύμα· με νερό και Πνεύμα. Άραγε ποτέ δεν σε ξάφνιασε μέσα σου κάποια μεγάλη και φωτεινή σκέψη, σιωπηρός λόγος του Αγίου Πνεύματος; Ποτέ δεν σε ξάφνιασε σαν άνεμος και δεν φούντωσε μέσα στην καρδιά σου η αγάπη για τον Δημιουργό σου φέρνοντας σου δάκρυα στα μάτια;
Παραδώσου στην θέληση του Θεού και φύλαξε αυτό που δονεί την ψυχή· θα γνωρίσεις το θαύμα της Πεντηκοστής, που στάθηκε πάνω από τους αποστόλους.
Ειρήνη και χαρά από το Άγιο Πνεύμα.
( ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ, Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται, Εκδ. Εν πλω, σ. 104)

Η Εκκλησία μια διαρκής Πεντηκοστή (Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς)


Ποιός είναι ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός; Ποιός είναι σε Αυτόν ο Θεός και ποιος ο άνθρωπος; Πώς γνωρίζεται ο Θεός στον Θεάνθρωπο και πώς ο άνθρωπος; Τι εδώρησε σε μας τους ανθρώπους ο Θεός εν τω Θεανθρώπω; Όλα αυτά τα φανερώνει σε μας το Πνεύμα το Άγιον, το «Πνεύμα της αληθείας». Μας αποκαλύπτει δηλαδή όλη την αλήθεια για Αυτόν, για τον Θεό εν Αυτώ και για τον άνθρωπο και για το τι χάρισε σ’ εμάς μ’ όλα αυτά. Αυτό επίσης απείρως ξεπερνά κάθε τι που οι ανθρώπινοι οφθαλμοί είδαν ποτέ και τοις ωσίν αυτών ηκούσθη και η καρδία αυτών κάποτε αισθάνθηκε.
Με την ένσαρκη ζωή του στη γη ο Θεάνθρωπος εγκαθιδρυσε το Θεανθρώπινό του Σώμα, την Εκκλησία, και με αυτήν προετοιμάζει τον γήινο κόσμο για την έλευση και τη ζωή και τη δραστηριότητα του Αγίου Πνεύματος στο Σώμα της Εκκλησίας, ως ψυχής Αυτού του Σώματος. Την ημέρα της Πεντηκοστής το Αγιο Πνεύμα κατήλθε εξ ουρανού στο Θεανθρώπινο σώμα της Εκκλησίας και για πάντα παρέμεινε σε Αυτό σαν Παν-Ζωοποιός ψυχή Αυτού. Αυτό το ορατό θεανθρώπινο σώμα της Εκκλησίας συγκροτούν οι Άγιοι Απόστολοι με την πίστη των στον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό ως Σωτήρα του κόσμου και ως τέλειου Θεού και ως τέλειου ανθρώπου. Και η κάθοδος και η σύνολη δρατηριότητα του Αγίου Πνεύματος στο Θεανθρώπινο σώμα της Εκκλησίας έρχεται από τον Θεάνθρωπο και εξαιτίας του Θεανθρώπου. Κάθε τι στην Θεανθρώπινη Οικονομία της σωτηρίας προήλθε από το Θεανθρώπινο πρόσωπο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Τέλος, ακόμη όλα συνοψίζονται και υπάρχουν στην κατηγορία της θεανθρωπότητας ακόμη και η δραστηριότητα του Αγίου Πνεύματος. Κάθε ενεργητικότητα Αυτού στον κόσμο είναι αχώριστη από το θεανθρώπινο ανδραγάθημα του Κυρίου Ιησού Χριστού για τη σωτηρία του κόσμου. Η Πεντηκοστή με όλες τις αιώνιες δωρεές της Τριαδικής Θεότητος και Αυτού του Αγίου Πνεύματος προσδιόριζε την Εκκλησία των Αγίων Αποστόλων δηλαδή της Αγίας Αποστολικής πίστης, της Αγίας Αποστολικής παράδοσης, της Αγίας Αποστολικής ιεραρχίας, ακόμη και κάθε τι Αποστολικού που είναι θεανθρώπινο.
Η Άγια πνευματική ημέρα η οποία άρχισε με την Αγία Πεντηκοστή αδιάκοπα συνεχίζεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία με ανείπωτη πληρότητα όλων των θεϊκών δωρεών και ζωοποιών δυνάμεων. Κάθε τι στην Εκκλησία υπάρχει εν Αγίω Πνεύματι και από αυτό το πολύ μικρό και από αυτό το υπερμεγέθες. Όταν ο ιερείς θυμιάζοντας στην Εκκλησία παρακαλεί τον Κύριο Ιησού Χριστό να καταπέμψει την χάρη του Αγίου Πνεύματος, αλλά και όταν το ανέκφραστο θαύμα του Θεού η Αγία Πεντηκοστή πριν από την χειροτονία του επισκόπου επαναλαμβάνεται και δίδει όλο το πλήρωμα της χάριτος και με αυτό πασιφανώς μαρτυρεί ότι όλη η ζωή της Εκκλησίας συγκροτείται εν τω Αγίω Πνεύματι.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ο Κύριος Ιησούς Χριστός είναι με το Πνεύμα το Άγιο στην Εκκλησία και η Εκκλησία είναι με το Πνεύμα το Αγιο στον Κύριο Ιησού Χριστό. Ο Κύριος είναι η κεφαλή και το σώμα της και το Πνεύμα το Άγιον είναι η ψυχή της Εκκλησίας. Από την αρχή ήδη της θεανθρώπινης οικονομίας της σωτηρίας το Πνεύμα το Άγιο συνδέθηκε με το θεμέλιο της Εκκλησίας δηλαδή με το θεμέλιο του σώματος του Χριστού «του Λόγου κτίσας την σάρκωσιν».
Στην πραγματικότητα κάθε άγιο μυστήριο και όλες οι θείες αρετές είναι μία Αγιοπνευματικότης. Το Πνεύμα το Άγιο διά μέσου αυτών έρχεται σε εμάς και εντός ημών. Αυτό κατέρχεται ουσιωδώς που σημαίνει αληθινά και ουσιαστικά με όλες τις θεϊκές του σημαντικές ενέργειες. Αυτό -ο πλούτος της θεότητος. Αυτό -το πλήρωμα της χάριτος. Αυτό -η χάρις και η ζωή κάθε υπάρξεως. Είναι αιώνιο και Διαθηκικό Ευαγγέλιο. Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός με το Άγιο Πνεύμα κατοικεί σε μας και εμείς σ’ Αυτόν. Αυτό και μόνο μαρτυρεί την παρουσία του Αγίου Πνεύματος σε μας. Εμείς με το Πνεύμα το Άγιο ζούμε εν Χριστώ και Αυτός σε μας. Μάλιστα αυτό το γνωρίζουμε «εκ του Πνεύματος ού ημίν έδωκεν» (Α΄ Ιω. 3,24).
Με μία λέξη όλη η ζωή της Εκκλησίας σε όλες τις δικές τις αναρίθμητες θεανθρώπινες πραγματικότητες οδηγείται και χειραγωγείται από το Πνεύμα το Άγιο το οποίο πάντοτε είναι το Πνεύμα του Θεανθρώπου Χριστού (Γαλ. 4,6). Γι’ αυτό έχει γραφτεί στο Άγιο Ευαγγέλιο «ει δε τις Πνεύμα Χριστού ουκ έχει, ούτος ουκ έστιν Αυτού» (Ρωμ. 8,9).
Ο χερουβικά μυηθείς στο θεανθρώπινο μυστήριο της Εκκλησίας σαν το πιο αγαπητό παν-μυστήριο του Θεού ο Μέγας Βασίλειος διακηρύσσει το παναληθές και χαρμόσυνο μήνυμα «Το πνεύμα το Άγιο αρχιτεκτονεί Εκκλησία Θεού».
Πηγή : (Απόσπασμα από τον Γ΄ τόμο της Δογματικής του π. Ιουστίνου), Επισκόπου Αθαν. Γιέβτιτς, Βίος του Οσίου Πατρός Ιουστίνου Πόποβιτς, Εκδ. Νεκτ. Παναγόπουλος, Αθήνα 2001, σ. 155-158
Πηγή: http://fdathanasiou.wordpress.com/
Πηγή: http://synodoiporia.blogspot.gr/2012/06/blog-post_6576.html#more

Ποιά η διαφορά της εορτής της Πεντηκοστής από την εορτή του Αγίου Πνεύματος;




Ουσιαστικά δεν υπάρχει διαφορά.
Η εορτή της Πεντηκοστής είναι εορτή της Αγίας Τριάδος, αφού με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος μαθαίνουμε ότι ο Θεός είναι Τριαδικός.  Η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος έγινε κατά την ημέρα της Κυριακής. Ο ιερός υμνογράφος αποκαλεί την Πεντηκοστή τελευταία εορτή από πλευράς αναπλάσεως και ανακαινίσεως του ανθρώπου: «Την μεθέορτον πιστοί και τελευταίαν εορτήν εορτάσωμεν φαιδρώς, αύτη εστί Πεντηκοστή, επαγγελίας συμπλήρωσις και προθεσμία».
Την Κυριακή λοιπόν εορτάζουμε την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, δηλαδή, εκείνη την ημέρα ήλθε το Άγιο Πνεύμα στους Μαθητές του Χριστού. Όπως αναφέρεται και στο Συναξάρι της ημέρας:
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Κυριακῇ ὀγδόῃ ἀπὸ τοῦ Πάσχα, τὴν ἁγίαν Πεντηκοστὴν ἑορτάζομεν.
Στίχοι
Πνοῇ βιαίᾳ γλωσσοπυρσεύτως νέμει,
Χριστὸς τὸ θεῖον Πνεῦμα τοῖς Ἀποστόλοις.
Ἐκκέχυται μεγάλῳ ἑνὶ ἤματι Πνεῦμ’ ἁλιεῦσι.
Ταῖς τῶν ἁγίων Ἀποστόλων πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.
Την Δευτέρα εορτάζουμε πάλι την Αγία Τριάδα αφού γνωρίζουμε και πιστεύουμε ότι κοινή είναι η ενέργεια του Τριαδικού Θεού και ποτέ δεν μπορεί να χωρισθή και να απομονωθή ένα Πρόσωπο από τα άλλα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Όμως οι άγιοι Πατέρες μας πού έβαλαν σε άριστη σειρά και τάξη όλα τα θέματα της πίστεως μας, για να δώσουν τιμή στο Άγιο Πνεύμα, όρισαν να το εορτάζουμε και κατά την Πεντηκοστή, αλλά και ξεχωριστά σήμερα.
Ξεκάθαρο είναι το υπόμνημα του Συναξαρίου:
Τη αύτη ήμερα, Δευτέρα της Πεντηκοστής, αυτό το Πανάγιον και ζωοποιόν και παντοδύναμον εορτάζομεν Πνεύμα, τον ένα της Τριάδος Θεόν, το ομότιμον και ομοούσιον και ομόδοξον τω Πατρί και τω Υίω.
Στίχοι
Πᾶσα πνοή, δόξαζε Πνεῦμα Κυρίου,
Δι’ οὗ πονηρῶν πνευμάτων φροῦδα θράση.
Τῇ ἐπιφοιτήσει τοῦ ἁγίου Πνεύματος, πρεσβείαις τῶν Ἀποστόλων σου, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.
Εμείς σήμερα πού γιορτάζουμε τη δική μας Πεντηκοστή, πρέπει να γνωρίζουμε ότι την ήμερα αυτή, όταν εορταζόταν η Πεντηκοστή των Εβραίων, ήλθε το Άγιο Πνεύμα στους Μαθητές του Χριστού. Επειδή, λοιπόν, οι Άγιοι Πατέρες θεώρησαν καλό να ξεχωρίσουν τις γιορτές για να τιμήσουν με τον τρόπο αυτό το μεγαλείο του Παναγίου και Ζωοποιού Πνεύματος, γι’ αυτό την επομένη της Πεντηκοστής, την Δευτέρα, εορτάζουμε το Πανάγιο Πνεύμα, πού είναι μία υπόσταση της Αγίας Τριάδος.
Μαΐος 2010, Ορθόδοξες Απαντήσεις