Κυριακή 13 Μαρτίου 2016

ΝΗΠΙΟΤΗΤΑ : ΒΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΘΕΩΣΗ Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου,


ἀπό τήν ἱστοσελίδα floga.gr, ἐπάνω στό χωρίο τοῦ κατά Λουκᾶν Εὐαγγελίου, κεφάλαιο 10ο, στίχοι 16 ἕως 21, στά πλαίσια τῆς ἑρμηνείας πού ἔγινε στό κήρυγμα τῆς Κυριακῆς 18-10-2009.

Ἡ εὐαγγελική περικοπή πού ἀκούσαμε πρίν ἀπό λίγο ἀναγιγνώσκεται τιμητικῶς πως, διά τήν ἑορτή τοῦ Ἁγίου καί Ἀποστόλου Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ πού γιορτάζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας, πού σημαίνει ὅτι περιγράφει τό ἦθος τό ἀποστολικό. Ἀλλά πρέπει νά ὑπενθυμίσω -καί ἔχει πολύ μεγάλη σημασία γιά τίς ἑρμηνευτικές δυνατότητες καί προοπτικές αὐτῆς τῆς περικοπῆς- ὅτι τήν ἴδια περικοπή διαβάζουμε στήν ἑορτή τῶν Ἁγίων Ἀρχαγγέλων. Αὐτό ὑπάρχει σάν μιά σπουδαία δυνατότητα κατανοήσεως καί τῆς σχετίσεως τοῦ ἀποστολικοῦ ἤθους μέ τό ἦθος τῶν ἀγγέλων καί ἔτσι θά καταλάβουμε τήν περικοπή.
Τί εἶναι οἱ ἄγγελοι; Εἶναι οὐράνιες δυνάμεις, πού διακονοῦν καί λειτουργοῦν τόν Θεό. Τόν διακονοῦν στέλνοντας σέ μᾶς τά μηνύματά Του καί ταυτόχρονα Τόν λειτουργοῦν, πού σημαίνει [ὅτι] οἱ Ἀπόστολοι καί ὁ Ἀπόστολος καί Εὐαγγελιστής Λουκᾶς κάνουν τό ἴδιο πράγμα ἀκριβῶς: Γίνονται ἡ φωνή τοῦ Θεοῦ καί ὑπηρετοῦν τόν Θεό· καί φυσικά ἡ προοπτική τοῦ κειμένου πού ἀνοίγεται μπροστά μας ἀνοίγει αὐτό τόν δρόμο, πού εἶναι τό ἦθος τό ἀγγελικό καί τό ἀποστολικό, στή ζωή τοῦ καθενός μας. Ἀκριβῶς αὐτό νά δοῦμε, γιατί ἡ ἐπέκταση πιά τοῦ ἤθους τοῦ ἀγγελικοῦ καί τοῦ ἀποστολικοῦ στή ζωή τοῦ καθενός μας μᾶς ἀφορᾶ καί μᾶς ἐνδιαφέρει πάρα πολύ, γιατί κι ἐμεῖς κατ᾽ αὐτόν τόν τρόπο πρέπει νά λειτουργήσουμε.
Τί λέει ὁ Χριστός μας τώρα, ὁμιλώντας στούς μαθητές Του; Ξεκινάει μέ μιά φράση πού δηλώνει τήν ἑνότητα πού ἔχει μαζί τους καί τήν ἑνότητα τήν ὁποία ἔχει μέ τόν Πατέρα Του. Λέει: «Ὅποιος ἀκούει ἐσᾶς -πού ἐσεῖς τί ὁμιλεῖτε καί λέτε; Λέτε τόν λόγο μου- ἐμένα ἀκούει, καί ὅποιος δέν ἀκούει ἐμένα δέν ἀκούει τόν Πατέρα μου». Βλέπετε, ὑπάρχει μιά ἄμεση σχέση ἑνότητας· ἑνότητας καί ὑπακοῆς τῶν μαθητῶν -ἀκούω, ὑπακούω- καί ταυτόχρονα ἑνότητας καί ὑπακοῆς τοῦ Υιοῦ πρός τόν Πατέρα. Δηλαδή τά πάντα, ὅλα ἀνάγονται μέσα στή ζωή τῆς Ἁγίας Τριάδας. Ἐκεῖ ὑπάρχει ἑνότητα, ὑπάρχει ἀγάπη· καί ἀφοῦ ὑπάρχει αὐτό ἐκεῖ -ἔτσι εἶναι ὁ Θεός- αὐτό ὁ Θεός τό δίνει σέ μᾶς σάν δῶρο καί ἀποκτοῦμε μέ Ἐκεῖνον καί ὅλοι μας αὐτή τήν ἑνότητα τήν τριαδική. Ὑπάρχει ἡ ἀγάπη καί ἡ ἑνότητα. Μέσα ἀπό αὐτή τήν ἀγάπη καί τήν ἑνότητα πιά μποροῦμε νά λειτουργήσουμε τό πρῶτο βῆμα τό ἀποστολικό καί γιά νά μπορέσεις νά ἔχεις αὐτή τήν ἑνότητα καί τήν ἀγάπη, πρέπει νά ξεπεράσεις τά πάθη σου, ἄρα δίνεις μιά μάχη μέ τά πάθη σου.
Καί στέλνει ὁ Χριστός τούς Ἀποστόλους Του καί ἐμᾶς ὅλους γιά νά μποροῦμε νά ἐκφράσουμε στή ζωή τοῦ κόσμου τή φωνή Του καί τό ἦθος Του καί τό τί εἶναι Ἐκεῖνος καί αὐτή εἶναι ἡ ὀφειλή μας καί τό καθῆκον μας· ὅπως στέλνει τούς μαθητές Του στέλνει καί μᾶς. Καί πᾶνε οἱ μαθητές Του καί χαίρονται ὅταν βλέπουν πού τά πνεύματα ὑποτάσσονται σέ αὐτούς καί πᾶνε χαρούμενοι καί λένε στόν Χριστό: «Ξέρεις, τά πνεύματα ὑποτάσσονται σέ μᾶς». Πολύ μεγάλη ἱστορία! Σάμπως καί ἔκαναν κάτι ἰδιαίτερο οἱ μαθητές; Ἁπλῶς ἀγάπησαν τόν Χριστό καί ἀκολούθησαν τίς πρῶτες διδαχές Του. Γιατί τά πνεύματα ὑποτάσσονται σέ αὐτούς; Κι ὁ Χριστός ἀπαντάει: «Μή χαίρεστε γι᾽ αὐτό», λέει. «Γι᾽ αὐτό νά μή χαίρεστε. Νά χαίρεστε γιατί τά ὀνόματά σας γράφτηκαν στόν οὐρανό». Νίκησαν τά δαιμόνια καί τά δαιμόνια σ᾽ αὐτούς ὑποτάσσονται; Εἶναι γιατί πρῶτα νίκησαν τά πάθη τους. Καί ἐπειδή νίκησαν τά πάθη τους, ἀπέκτησαν ἦθος χριστοειδές καί θεοειδές πᾶνε στόν κόσμο κι εἶναι σάν τόν Θεό καί ἐπειδή ἡ ἀγάπη νικάει ὁτιδήποτε καί ἐπειδή ἀκριβῶς κι ἡ κόλαση τοῦ διαβόλου εἶναι ἡ παρουσία τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, αὐτή ἀκριβῶς ἡ νίκη πάνω στά πάθη τούς κάνει νά νικήσουν καί τά δαιμόνια. Δέν εἶναι ἕνα ἀνεξάρτητο διακόνημα καί ἕνα ἀνεξάρτητο ἐπίτευγμα νά κάνουν αὐτό τό πράγμα. Ὅποιος στρέφεται στόν Χριστό, ὅποιος ἀγαπάει τήν Ἀγάπη, ὅποιος γίνεται σάν τόν Χριστό, σάν τήν Ἁγία Τριάδα καί ἔχει ἑνότητα, νικάει ὁτιδήποτε κακό. Δέν εἶναι μιά ἰδιαίτερη πάλη καί μιά ἀγωνία.
Γι᾽ αὐτό νά χαίρεστε λοιπόν, γιατί νικήσατε τά πάθη σας, καί μέσα ἀπό τή νίκη τῶν παθῶν γράφονται τά ὀνόματά σας στόν οὐρανό. Καί φυσικά προσθέτει ὁ Χριστός μετά λέγοντας, στούς μαθητές Του τό λέει, ἀλλά μέ τόν δικό Του τρόπο στρεφόμενος στόν Πατέρα Του -γιά νά προσδιορίσει ὁριστικά αὐτό τό ἦθος τό ἀποστολικό, τό ὁποῖο περνάει στό πρόσωπό μας καί στή ζωή μας- κάνει μιά σύντομη προσευχή στό τέλος καί λέει: «Σέ εὐχαριστῶ Πατέρα μου γιατί αὐτά δέν τά ἔμαθες καί δέν τά ἔδειξες στούς σοφούς καί τούς συνετούς τοῦ κόσμου αὐτοῦ», δηλαδή αὐτούς πού εἶναι ἐγωιστές καί προσπαθοῦν τόν κόσμο νά τόν κυβερνήσουν ὄχι μέ τήν ἑνότητα, ὄχι μέ τήν ἀγάπη, ὄχι μέ τό ἦθος τό τριαδολογικό, ἀλλά πᾶνε νά νικήσουν τά δαιμόνια μέ τά δαιμόνια, ὄντες δαίμονες». Καί λέει: «Εὐχαριστῶ Πατέρα μου, γιατί σέ αὐτούς τούς συνετούς καί τούς φρονίμους, δηλαδή στούς ἐγωιστές τοῦ κόσμου, δέν τούς τά ἔδειξες αὐτά τά πράγματα. Καί σέ ποιούς τά ἔδειξες; Στά “νήπια”, δηλαδή στούς ταπεινούς» καί μᾶς καλεῖ σέ μιά νηπιότητα, σέ μιά κάθαρση τῶν παθῶν, μιά ἀλλαγή τῆς νοοτροπίας τῆς ζωῆς μας, ὅπου τό καθετί δαιμονιῶδες, τό ὁποῖο δέν ἐκφράζει ἀγάπη καί ἑνότητα, καταλύει τόν κόσμο καί τόν διαλύει. Καί τότε γινόμαστε νήπιοι καί τότε προσομοιάζουμε κατά χάρη στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τότε προσομοιάζουμε καί στίς οὐράνιες δυνάμεις καί στούς Ἀποστόλους καί στόν σήμερα τιμώμενο Ἀπόστολο.
Ἄρα τό κείμενο πού ἀκούσαμε εἶναι συγκλονιστικό, γιατί ἀφορᾶ τόν βηματισμό τῆς ζωῆς μας καί ὄχι μόνο αὐτό, δέν εἶναι ἁπλῶς τό ἦθος «τί κάνουμε ἐμεῖς»· εἶναι τό τί ἀφήνουμε στά γύρω μας, τό τί πατήματα, τό τί ἴχνη ἀφήνουμε στό περιβάλλον μας. Μπαίνει ἕνα ἦθος ἀποστολικό, ἀγαπητικό, ἑνότητας, νίκης κατά τῶν δαιμόνων, πού σημαίνει νίκης κατά τῶν παθῶν ἤ μπαίνουμε στόν κόσμο ὡς δῆθεν ἔξυπνοι καί συνετοί καί φρόνιμοι γιά νά κερδίσουμε μέ τά δικά μας ἐπιτεύγματα καί τόν ἐγωισμό μας τόν κόσμο; Καί ἐδῶ ὅλα καταλύονται καί ἐδῶ ὁ Χριστός καλεῖ ὅλους μας σέ μιά νηπιότητα.
Τιμοῦμε, λοιπόν, σήμερα τόν Ἀπόστολο καί Εὐαγγελιστή Λουκᾶ. Ταυτόχρονα, ἔμμεσα, τιμήσαμε τούς ἀγγέλους. Ταυτόχρονα, ἔμμεσα καί ἄμεσα, τιμοῦμε ὅλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀπέκτησαν αὐτή τή νηπιότητα· καί ταυτόχρονα ἀνοίγουμε μιά ἄλλη προοπτική στόν κόσμο: Τήν προοπτική πού ἡ φωνή μας νά γίνει φωνή τοῦ Θεοῦ, τά πατήματά μας νά γίνουν πατήματα τοῦ Θεοῦ πάνω στόν κόσμο καί ἡ παρουσία μας νά γίνει παρουσία ἀποστόλου.


ΤΟ ΣΠΛΑΓΧΝΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου,

 

ἀπό τήν ἱστοσελίδα floga.gr, ἐπάνω στό χωρίο τοῦ κατά Λουκᾶν Εὐαγγελίου, κεφάλαιο 10ο, στίχοι 25 ἕως 37, στά πλαίσια τῆς ἑρμηνείας πού ἔγινε στό κήρυγμα τῆς Κυριακῆς 14-11-2010.

Μελετώντας ἕνα βιβλικό κείμενο ὅπως αὐτό πού ἀκούσαμε πρίν ἀπό λίγο ἔχεις, ἄν θέλεις, δύο δρόμους, δύο δυνατότητες: Νά ἀρκεστεῖς σέ αὐτό πού αὐτονοήτως ἀκουστικά κατάλαβες καί νά πεῖς «ἁπλό καί τό κατάλαβα», ἤ νά μήν ἀρκεστεῖς καί νά πεῖς (ἄν τό ξέρεις μάλιστα ὅτι τά κείμενα αὐτά τά βιβλικά ἔχουν βάθος ἑρμηνευτικό κατά τή μεθοδολογία τῶν Πατέρων πού τά ἑρμηνεύουν ἁγιοπνευματικά) νά πεῖς: «νά πάω παρακάτω» καί τότε ἔρχεται ὁ ἑπόμενος κίνδυνος πού εἶναι ἤ νά μορφωθεῖς βαθύτατα ἤ νά παρα-μορφωθεῖς καί νά πειρασθεῖς. Τά λέω ὅλα αὐτά γιά νά πάρω ὡς ὑπόδειγμα καί παράδειγμα τήν ἁπλούστατη, λιτή καί αὐτονόητη περικοπή, κατανοητή γιά ἐμᾶς τούς χριστιανούς πού ἀκοῦμε τίς Λειτουργίες (καί αὐτή ἡ περικοπή τοῦ Σαμαρείτου τοῦ καλοῦ ἐπαναλαμβάνεται συνέχεια κάθε χρόνο). Μελετώντας αὐτή τήν αὐτονόητη περικοπή, νά δοῦμε αὐτόν τόν κίνδυνο, ἀλλά καί τό βαθύτατο ὄφελος πού μπορεῖς νά πάρεις ἄν δέν πεῖς: «τήν ἄκουσα, τήν κατάλαβα καί τελειώσαμε», [γιατί αὐτό θά ἦταν] μιά στατικότητα.
Γιά νά σᾶς βοηθήσω στήν κατανόηση αὐτῆς τῆς σύντομης πορείας μας πάνω σ᾽ αὐτό τό κείμενο, νά σᾶς θυμίσω ὅτι μπορῶ νά δομήσω τόν σκελετό του πάνω σέ δύο σχήματα. Τό πρῶτο εἶναι αὐτό πού λέει ὁ Χριστός, τό πῶς ἀγαποῦμε τόν Θεό ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, τῆς διανοίας, τῆς ἰσχύος μας. Εἶναι μιά πρώτη κίνηση (ἐγώ καί ὁ Θεός) καί ὑπάρχει μιά δεύτερη κίνηση, ἡ ὁποία λέει «ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν» καί μετά τό ἑρμηνεύει μέ τήν παραβολή τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη. Δύο δομές. Ἐρωτήματα τά ὁποῖα ἀρχίζουν νά ἀναδύονται στόν νοῦ μας ἄν δέν σταθοῦμε στήν ἁπλή κατανόηση καί ποῦμε: «τό καταλάβαμε».
Πρῶτο ἐρώτημα καί πάρα πολύ οὐσιαστικό, τό ὁποῖο ἀναδύεται: Τί σχέση ἔχει τό πρῶτο μέρος μέ τό δεύτερο. Δηλαδή, ἄν δέν ἀγαπήσω τόν Θεό ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος μου, δέν θά μπορῶ νά εἶμαι φιλάνθρωπος; Γιατί νά μήν τό κάνω; Ἀφοῦ τό κάνουν οἱ πρόσκοποι, ἀφοῦ τό κάνει ἡ UNICEF, ἀφοῦ τό κάνουν οἱ φιλανθρωπικοί ὀργανισμοί. Δέν συνδέουν τή φιλανθρωπία τους μέ καμιά τομή ἤ πρόταση ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας, πού εἶναι μάλιστα καί (φαίνεται) ὁριακό τό σχῆμα αὐτό. Πρῶτο ἐρώτημα τό ὁποῖο ἀναφύεται καί, ὅπως σᾶς εἶπα, μπορεῖ, μελετώντας τό βάθος τῆς περικοπῆς, καί νά μορφωθεῖς ἤ καί νά παραμορφωθεῖς.
Δεύτερο ἐρώτημα οὐσιαστικό (δέν ξέρω ἄν τό μελετήσατε ποτέ): «Ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν», δηλαδή τό μέτρο εἶμαι ἐγώ, ὁ ἑαυτός μου. Καί πῶς ἀγαπῶ τόν ἑαυτό μου; Ποιά εἶναι τά μέτρα αὐτῆς τῆς ἀγάπης; Ἄν ἔχω δέκα ἐπιχειρήσεις καί γιά νά ἐκφράσω αὐτό τό κείμενο, [θά πρέπει νά] ἀγοράσω στόν πλαϊνό μου δέκα ἐπιχειρήσεις; Εἶναι αὐτή ἡ περικοπή; Νά μήν πᾶμε παρακάτω στά ἐρωτήματα καί παραμορφωθεῖτε πρίν νά πάρετε ἀπαντήσεις. Νά ἀρχίσω ἁπλά νά μπαίνω στίς διττές ἐρωτήσεις πού ἔθεσα μπροστά σας. Τί σχέση ἔχει αὐτή ἡ φιλανθρωπία μέ τό «ἀγαπήσεις τόν Κύριον καί Θεόν σου»;
Πρῶτα-πρῶτα, αὐτή ἡ στροφή πρός τόν Θεό εἶναι μιά πολύ βαθιά κάθαρση τοῦ ἐγωισμοῦ, γιατί βγαίνεις ἀπό τό «ἐγώ» σου. Ἐνῶ ἄν ἔλεγες «θά ἀγαπήσω ἐγώ τόν ἄλλο σάν τόν ἑαυτό μου», ἄρα τό μέτρο εἶσαι ἐσύ, ἀλλά τό μέτρο εἶναι ὁ Θεός, αὐτό τό ἄνοιγμα, αὐτή ἡ ἔξοδος, εἶναι πραγματικά ἁγιοπνευματικό. Θεραπεύει τόν ἄνθρωπο καί ἀρχίζει καί ἀλλάζει ὅλο τό μέσα τοῦ ἀνθρώπου, γιατί στράφηκε στόν Θεό πιά. Τό μέτρο δέν εἶναι ὁ ἴδιος. Ἄν τό μέτρο ἦταν ὁ ἴδιος, πῶς ἐγώ ἀγαπῶ τόν ἄλλο ὅπως τόν ἑαυτό μου; Εἶναι τό μέτρο ἐσύ. Καταλήγουμε μάλιστα λίγο-λίγο καί σέ ἐκφράσεις ἀνατολικῶν θρησκευμάτων. Ἄρα νά ἡ σχέση λοιπόν. Ἄν δέν ἀγαπήσεις, τί κάνεις παρακάτω;
Καί τώρα τά οὐσιαστικά μέρη τῆς περικοπῆς. Τί σημαίνει ἀγαπῶ ἐγώ; Πῶς νά ἀγαπάω; Πῶς ἀγαπῶ τόν ἑαυτό μου; Μᾶς τά λέει τό κείμενο ὅλα, πάρα πολύ ἁπλά. Πρῶτα-πρῶτα, κατεβαίνοντας ὁ Σαμαρείτης, λέει «ἐσπλαγχνίσθη». Βλέπετε; Τί σημαίνει σπλαχνίζομαι; Κατά τή γλώσσα τή βιβλική καί δή καί τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἡ ἔκφραση «σπλάγχνα» σημαίνει ὅλη τή διεργασία πού γίνεται γιά τήν κάθαρση τῆς ψυχῆς μας. Ὅπου γίνεται λόγος γιά σπλάγχνα, πέρα ἀπό τήν καρδιά καί ὅλα τά γνωστά, γίνεται μιά κάθαρση βαθιά τοῦ ἑαυτοῦ μας. Ἄρα τό «ἐσπλαγχνίσθη» σημαίνει ὅτι, κατά τά μέτρα τῆς θείας εὐδοκίας, αὐτός μπῆκε στή δυνατότητα νά καταλαβαίνει τόν ἄλλο ὄχι ἐπειδή εἶναι ἀκριβῶς ἕνας ἀνθρωπίνως φιλάνθρωπος διαβάτης αὐτοῦ τοῦ δρόμου, ἀλλά γιατί ζήτησε καί στράφηκε στόν Θεό καί καθάρισε τόν ἑαυτό του, τά σπλάγχνα του. Αὐτό σημαίνει «ἐσπλαγχνίσθη».
Τό πρῶτο μέτρο λοιπόν εἶναι αὐτό τό «ἐσπλαγχνίσθη», αὐτή ἡ δυνατότητα νά ἐκζητήσεις τόν Θεό, νά ἀφήσεις τόν Θεό νά σέ γιατρέψει, νά γιατρέψει τά σπλάγχνα σου, ὅλο τό μέσα σου, ὅλη τήν ὕπαρξή σου πιά, τόν νοῦ καί τήν καρδιά σου. Τά ἔστρεψες στόν Θεό καί τά καθάρισε καί γίνεσαι ἄνθρωπος σπλαχνικός. Δέν εἶναι τό αὐτονόητο «εἶμαι καλός», «εἶμαι πρόσκοπος», «ἔχω καλή διάθεση», «ἀγαπῶ τούς ἄλλους». Αὐτό δέν λέει τίποτε μόνο του καί μάλιστα εἶναι καί δαιμονιῶδες, γιατί γίνεσαι ἐσύ ἕνας αὐτο-Θεός γιά τόν ἑαυτό σου. Νά, λοιπόν, τό «ἐσπλαγχνίσθη».
Ἀλλά μετά τό κείμενο ἔχει μιά καταπληκτική διαδρομή, γιά νά δείξει καί τό μέτρο τῆς ἀγάπης πρός τόν ἄλλο. Ἔδωσα τό παράδειγμα: Ἄν ἔχω δέκα ἐπιχειρήσεις, νά τοῦ πάρω δέκα ἐπιχειρήσεις; Τό κείμενο εἶναι ἁπλό, λιτό, ἀλλά καί πολύ συγκεκριμένο. Κοιτάξτε στήν πράξη αὐτῆς τῆς ἀγάπης του τί ἔκανε. Οἱ λέξεις εἶναι ἁπλές καί οὐσιαστικές. Πρῶτο, λέει, «κατέδησε τά τραύματά του». Κάλυψε τίς βασικές του ἀνάγκες. Εἶχε ἕναν πόνο, τό κάλυψε. Ἄρα μιά πρώτη ἔκφραση. Ἐγώ γιά νά ζήσω πρέπει νά καλύψω τίς βασικές μου ἀνάγκες, πρέπει νά φάω καί νά πιῶ. Αὐτό εἶναι βασική ἀνάγκη. Αὐτό τό κάνει. Ἀφοῦ τό κάνει γιά τόν ἑαυτό του, καλύπτει καί τήν ἀνάγκη τοῦ ἄλλου, ἀλλά εἶναι πιά ἡ ἔκφραση τῆς βασικῆς ἀνάγκης, ἡ ὁποία στήν ἑπόμενη πρόταση ἔχει ἕνα περισσότερο κάλλος καί λέει «κατέδησε» πάνω στά τραύματα αὐτά, καλύπτοντας βασικές ἀνάγκες, «ἔλαιον καί οἶνον».
Ἐδῶ πέρα εἶναι πολύ ὑψηλή θεολογία. Ἤδη ὁ χῶρος ὁ ἰουδαϊκός γνώριζε τή θεολογία τοῦ ἐλαίου καί τοῦ οἴνου. Τό ἔλαιο ἦταν ἕνα ἀντικείμενο, ἕνα ὑλικό μέ τό ὁποῖο ἔχριαν προφῆτες καί βασιλεῖς, ἄρα χρησιμοποιεῖτο σάν ἕνας χῶρος λειτουργικῆς προσεγγίσεως τοῦ ἄλλου. Ἐμεῖς τό χρησιμοποιοῦμε στό μυστήριο τοῦ Εὐχελαίου τό ἔλαιο, στό Βάπτισμα τό ἔλαιο. Τό ἔλαιο εἶναι ἕνα στοιχεῖο πού καλύπτει τό μυστήριο καί εἰσέρχεται μές στό μυστήριο, ἄρα τόν βάζει στόν χῶρο τῆς σχέσης τῆς θεραπείας μέ τόν Θεό. Δέν εἶναι ἁπλῶς ὁ ἴδιος πού βάζει λάδι πάνω. Καί μάλιστα τό κρασί, ἡ φράση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης πού ἐπαναλαμβάνεται ἀπό τόν Ἀπόστολο Παῦλο: «Καί οἶνος εὐφραίνει καρδίαν ἀνθρώπου», «καί οἶνος καρδίαν ἀνθρώπου στηρίζει». Προσέξτε, δέν λέει «στηρίζει τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου». «Καρδίαν ἀνθρώπου στηρίζει». Ἡ καρδιά εἶναι κάτι πολύ βαθύ. Ὁ ἄνθρωπος τῆς καρδιᾶς, ὁ ἄνθρωπος τῶν ἀρετῶν, ὁ ἄνθρωπος τῆς νήψεως. «Καί οἶνος», λέει, «καρδίαν ἀνθρώπου στηρίζει». Λένε οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας πώς αὐτός ὁ οἶνος εἶναι πιά μιά πρόκληση, μιά προβολή προφητική γιά τή θεία Εὐχαριστία. Τόν προσεγγίζει σέ ἕνα χῶρο μυστηρίου. Προσέξτε: Ἔλαιον καί οἶνον.
Καί δέν σταματάει ἐκεῖ. Θεραπεύει τίς βασικές του ἀνάγκες, τόν προσεγγίζει μυστηριακά πρός τόν Θεό καί κάνει μιά κίνηση. Τόν πῆρε, λέει, τόν μετέφερε κάπου. Τοῦ ἔκανε μιά κίνηση, θεράπευσε τήν κίνησή του. Προσέξτε. Αὐτό δέν κάνει ἡ Ἐκκλησία; Ἐνῶ κινούμαστε κάθε μέρα, πολλές φορές ἀνερμάτιστα, ἡ Ἐκκλησία θεραπεύει τήν κίνησή μας – ποῦ κινούμαστε; Γιατί κινούμαστε; Καί ποῦ τόν πηγαίνει; Στό πανδοχεῖο. Τί λένε οἱ Πατέρες; Καί μάλιστα ὁ Ἱερός Χρυσόστομος κάνει μιά ὁλόκληρη ἀνάλυση. Τό πανδοχεῖο, λέει, εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Θεραπεύει τίς κινήσεις του, ὄχι μόνο πιά τίς ἀνάγκες του. Τόν βάζει στόν χῶρο τοῦ Θεοῦ ἐν μυστηρίῳ, ἐλαίῳ καί οἴνῳ, θεραπεύει τήν κίνησή του, τόν πάει ἐκεῖ καί -προσέξτε τό πιό καταπληκτικό- καλύπτει καί τό μέλλον του καί λέει «ὅταν γυρίσω θά σοῦ ἀποδώσω. Αὐτό πού κάνει ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι μόνο ἕνα στατικό γεγονός τοῦ τώρα, μιά θεραπεία τοῦ τώρα, μιά φιλάνθρωπη κίνηση τοῦ τώρα· εἶναι καί τοῦ μέλλοντος. Μέσα ἀπό τόν ἄλλο πιά βρίσκεις τόν ἑαυτό σου. Βρίσκω τί πρέπει νά κάνω ἐγώ, πού πρέπει νά καλύπτω τίς βασικές μου ἀνάγκες, νά πλησιάσω τό μυστήριο τοῦ ἐλαίου καί τοῦ οἴνου, νά κάνω τήν κίνηση πρός τήν Ἐκκλησία καί νά καλύψω καί τό μέλλον μου καί ἀφοῦ πιά μέσα ἀπό τόν ἄλλο, μαθαίνω τί εἶμαι ἐγώ, τότε ξέρω πώς ὁ ἄνθρωπος προχωρεῖ καί σώζεται.
Γι᾽ αὐτό ἡ περικοπή εἶναι πραγματικά πανέμορφη, ἑρμηνευτικά πολύ οὐσιαστική γιά τή ζωή μας καί δίνει λύση στό πρόβλημα, τί σχέση ἔχει ἡ φιλανθρωπία μέ τόν Θεό καί, πέρα ἀπό αὐτό, τί σχέση ἔχει ὁ ἄλλος μέ μένα, γιατί ὁ ἄλλος εἶναι τό μέτρο τό δικό μου καί ἐγώ δέν εἶμαι πιά τό μέτρο. Τό μέτρο εἶναι ὁ Θεός. Ἀνοίγομαι στόν Θεό, ἀλλάζουν τά σπλάγχνα μου, ἀποκτῶ σπλάγχνα οἰκτιρμῶν καί τότε μετέχω σέ ὅλο τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, σέ ὅλη τήν κίνηση πού σᾶς ἀνέλυσα.
Βλέπετε λοιπόν, αὐτή ἡ περικοπή τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη πόσο βαθύ κοίταγμα ἔχει. Οὐσιαστικά εἶναι ἕνα κοίταγμα τό ὁποῖο ἀφορᾶ τήν πράξη ζωῆς μας, γιατί -δυστυχῶς πού τό λέμε- γινόμαστε πολλές φορές, καί ἄς ξέρουμε τήν Ἐκκλησία, ἐμεῖς κέντρο τοῦ κόσμου καί βάζουμε τό δικό μας μέτρο. Ὁ ἄλλος εἶναι τό μέτρο, ὁ Θεός εἶναι τό μέτρο καί ἐγώ ἀναμετρῶμαι μέ δύο μέτρα: μέ τόν Θεό καί μέ τόν ἄλλο. Καί ἄν μπορῶ αὐτά νά τά συνδέσω, τότε γίνομαι φορέας τῆς μεταμορφώσεως ἑνός τόπου.
Ἡ παραβολή τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη. Ἡ παραβολή μιᾶς βαθιᾶς μεταλλαγῆς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος μεταλλάσσεται ἀπό τή Χάρη τοῦ Θεοῦ καί ταυτόχρονα, ἐπειδή εἶναι μές στή Χάρη τοῦ Θεοῦ, μεταλλάσσει καί τούς ἄλλους. Αὐτή εἶναι ἡ προσωπική μας ἱστορία, ὅπου γινόμαστε πραγματικά βασιλεῖς πάνω στή γῆ. Ἀνώνυμοι, χωρίς πρόσωπο πολλές φορές γιά τόν κόσμο, χωρίς κάποια προβολική κατάσταση πού μᾶς καταλαβαίνουν, ἀλλά εἴμαστε ἐπώνυμοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί βρίσκουμε πρόσωπο μπροστά στόν ἄλλο, γιατί κάνουμε κάτι οὐσιαστικό γι᾽ αὐτόν.
Αὐτά γιά τήν παραβολή τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη. Μελετῆστε τόν δρόμο, γιατί ἄλλη φορά ἄν τή μελετήσετε αὐτή τήν περικοπή, ὅπως εἶπα, χωρίς τήν πατερική θεολογία, μπορεῖ νά μορφωθεῖτε, ἔ, καί μπορεῖ νά παραμορφωθεῖτε.


Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου,

 

ἀπό τήν ἱστοσελίδα floga.gr, ἐπάνω στό χωρίο τοῦ κατά Λουκᾶν Εὐαγγελίου, κεφάλαιο 18ο, στίχοι 18 ἕως 27, στά πλαίσια τῆς ἑρμηνείας πού ἔγινε στό κήρυγμα τῆς Κυριακῆς 28-11-2010.

Τό ἀφετηριακό ἐρώτημα τό ὁποῖο ὑποβάλλει αὐτός ὁ ἄρχων στόν Χριστό εἶναι ἐρώτημα πανανθρώπινο καί διαχρονικό. Τό ἀκούσατε καί τό ξέρετε πολύ καλά: «Τί πρέπει νά κάνω γιά νά κληρονομήσω τήν αἰώνια ζωή». Ἀλλά αὐτό τό γενικό ἐρώτημα ἔτσι μόνο του δέν λέει τίποτε, γιατί μπορεῖ κάποιος νά τό ἀπαντήσει φιλοσοφικά, νά τό ἀπαντήσει μέ λογισμικά συστήματα ἄλλων θρησκειῶν, ἀλλά πρέπει νά τό ἀκουμπήσει χριστιανικά τε καί ὀρθόδοξα αὐτό τό ἐρώτημα καί νά βρεῖ τά βαθύτατα ἐρείσματά του γιά νά γίνει καί μιά βιωματική πραγματικότητα.
Νά μποῦμε στήν ἀνάλυση τῆς πορείας, ἀλλά νά ξεκαθαρίσουμε δύο πράγματα -ἄς τό πῶ ἔτσι- σάν κατήχηση, γιά νά μείνει στή μνήμη τοῦ λαοῦ. «Ποιά εἶναι ἡ διαχρονικότητα, ἀπό πότε ἀρχίζει ἡ αἰωνιότητα;» εἶναι τό πρῶτο ἐρώτημα καί τό δεύτερο: «σέ ποιά ἐμβέλεια βιώνεται πάνω μου καί ποῦ ἀλλοῦ πιάνει;» καί μετά: «ποιός ὁ τρόπος;». Θά ἀπαντήσω ὅπως εἶπα κατηχητικά στά δύο πρῶτα ἐρωτήματα, «ποιά εἶναι ἡ ἐμβέλεια;». Ἡ αἰωνιότητα εἶναι αἰωνιότητα, ἀλλά ἀπό ποῦ ἀρχίζει; Ὁ Χριστός δίνει μιά σαφέστατη ἀπάντηση, γιατί ἀπαντάει μέ τά πρῶτα λόγια «οὐ κλέψεις, οὐ μοιχεύσεις» - ἀπό τώρα. Νά λοιπόν μιά πεντακάθαρη ἀπάντηση: Ἡ αἰωνιότητα ἀρχίζει ἀπό τώρα. Αὐτό δέν κουβεντιάζεται, θεολογικά. Δίνεται ἔτσι ἁπλά δοσμένη ἡ ἀπάντηση ἀπό τόν Χριστό. Ποιά εἶναι ἡ ἐμβέλειά του; Ἀκουμπάει τόν νοῦ μου, τή διάνοιά μου, τά προσωπικά μου, τά ἀτομικά μου, ἤ ἀκουμπάει καί τίς κοινωνικές δομές; Καί πάλι ἡ ἀπάντηση δίνεται μέ πολύ λιτό τρόπο ἀπό τόν Χριστό, ὅταν λέει: «πώλησε τά ὑπάρχοντά σου καί δῶσε τοῖς πτωχοῖς». Ἀκουμπάει ἄρα καί τό κοινωνικό θέμα. Βλέπετε, τό λέω σάν κατήχηση γιά νά συλλαμβάνουμε ἁπλές ἀπαντήσεις ἀπό τά λιτά καί συγκλονιστικά βαθιά λόγια τοῦ Χριστοῦ.
Τώρα νά πᾶμε στήν οὐσία τοῦ θέματος. Αὐτά ἦταν τά εἰσαγωγικά σημεῖα πού εἶπα νά τά ξέρετε σάν κατήχηση. Ποιός εἶναι ὁ τρόπος γιά νά μπορῶ νά κληρονομήσω τήν αἰώνια Βασιλεία; Ὁ Χριστός ἀκολουθεῖ ἕνα δρόμο, καί πάλι ἁπλό καί λιτό, τόν ὁποῖο ἀκολούθησε ὅλη ἡ Ἐκκλησία μας στίς ἐκφράσεις τῆς σωτηριολογίας της ἤ στόν δρόμο τῆς νηπτικῆς θεολογίας τῆς καθάρσεως. Νά ἀκολουθήσουμε λοιπόν τόν δρόμο τοῦ Χριστοῦ γιατί εἶναι δρόμος μας, ὁ ὁποῖος πιάνει, ὅπως εἶπα, καί τό πρόσωπό μας καί τά κοινωνικά δεδομένα μετά ἀπό τό πρόσωπό μας.
Ξεκινάει πρῶτα-πρῶτα ὁ Χριστός ἀπό μερικές προτάσεις τοῦ Δεκαλόγου: «Οὐ μοιχεύσῃς, οὐ κλέψῃς, οὐ φονεύσῃς». Πρῶτα-πρῶτα ξεκινάει ἀπό τόν τρόπο ἀντιμετωπίσεως ἀνθρωπίνων πραγμάτων πού τά ἀντιμετωπίζεις λανθασμένα. Τό «οὐ μοιχεύσῃς» σημαίνει μιά διαστρέβλωση μιᾶς ἀνθρώπινης λειτουργίας, ὅπου μιά ἀνθρώπινη λειτουργία διαστρεβλώνεται καί λειτουργεῖ σάν ἀνάγκη πού καταστρέφει τό πρόσωπό σου. Ἄρα ξεκινάει ὁ Χριστός ἀπό τίς προσωπικές στάσεις καθάρσεως πάνω στά προσωπικά μας πάθη πού προέρχονται ἀπό λανθασμένη ἀντιμετώπιση λεγομένων λανθασμένων ἀναγκῶν. Ἀκόμη καί τό «οὐ κλέψῃς»: μιά λανθασμένη ἀντιμετώπιση τῆς πείνας. Ἡ πείνα εἶναι ἕνα δεδομένο ἀνάγκης, ἀλλά [ἡ κλεψιά εἶναι] λανθασμένη ἀντιμετώπιση τῆς πείνας.
Ξεκινάει ὁ Χριστός, βλέπετε, ἀπό τά πρῶτα, τά ἀνθρώπινα στοιχεῖα. Πάει λίγο βαθύτερα μετά ὅταν μπαίνει στό «οὐ ψευδομαρτυρήσῃς», ὅταν πηγαίνει στό «τίμα τόν πατέρα σου καί τήν μητέρα σου». Θίγει τά δεδομένα τῆς βαθύτερης ἐκφράσεως τῆς διαστρεβλώσεως τῆς προσωπικῆς μας τάσεως πρός τή ζωή - τοῦ ἐγωισμοῦ δηλαδή. Ὅταν λέει «τίμα τόν πατέρα σου» σημαίνει ἐδῶ πέρα ὅτι ὑπάρχει μιά στρέβλωση στίς σχέσεις τίς ἀνθρώπινες. Ὅταν λέει «οὐ ψευδομαρτυρήσῃς» κρύβεται μιά ὑποκρισία γιά νά μπορεῖς νά σταθεῖς ὄρθιος, νά δώσεις καλό κοινωνικό πρόσωπο μέ ἕνα λανθασμένο τρόπο. Ἀφοῦ λοιπόν ἀκούμπησε τή λανθασμένη χρήση τῶν ἀναγκῶν, πηγαίνει στή βαθύτερη ἔκφραση τῆς λανθασμένης χρήσεως τοῦ «ἐγώ» καί τῆς προσωπικότητάς μας ἡ ὁποία, διαστρεβλούμενη, προβάλλει ἄλλο πρόσωπο ἀπό αὐτό πού εἶναι.
Βλέπετε, ἡ πορεία εἶναι νηπτική: Οἱ ἀνάγκες, τό πρόσωπο, ὁ ἐγωισμός· καί μετά, μέσα σέ αὐτή τήν πραγματικά ἐκρηκτική λιτότητα τοῦ κειμένου καί τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ, -μέσα ἀπό τό προσωπικό, μέσα ἀπό τή νήψη τήν προσωπική- περνάει στό θέμα τό κοινωνικό. Λέει: -τώρα προσέξτε- «πώλησε τά ὑπάρχοντά σου “καί διάδος πτωχοῖς”». Πρῶτα-πρῶτα ἐδῶ χρειάζεται μιά ἀπελευθέρωση ἀπό τά δεσίματα πού ἔχουμε μέ τά πράγματα, γι᾽ αὐτό εἶναι μιά ἐσωτερική κατάσταση, μιά ἀπελευθέρωση. Ἄρα εἴμαστε δουλωμένοι καί μᾶς ζητάει ὁ Χριστός νά κάνουμε μιά ἀπο-δούλωση καί -προσέξτε- «πώλησον τά ὑπάρχοντά σου» ἀλλά δέν λέει κάνε τα κάτι ἄλλο, νά τά βάλεις στό χρηματιστήριο. Λέει: «διάδος πτωχοῖς». Σέ αὐτό τό σημεῖο ἀκριβῶς γίνεται τό πέρασμα στό κοινωνικό μέγεθος, ἀκριβῶς σέ αὐτό τό καίριο σημεῖο· καί λέει μετά ὅτι πόσο δύσκολο εἶναι ἕνας πλούσιος νά μπεῖ στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, γιατί αὐτό δέν τό κάνει. Ἤδη ἀξιοποίησε τήν ἐσωτερική πορεία, τή νηπτική πορεία τῆς μετανοίας, τῆς λανθασμένης χρήσεως τῶν ἀναγκῶν, τῆς τάσεως τοῦ ἐγωισμοῦ μας. Πηγαίνει στό κοίταγμα τῆς ἐλευθερίας ἀπό τά πράγματα (καίριο σημεῖο). «Διάδος πτωχοῖς» -προσέξτε- «καί ἀκολούθει μοι». Ἀκόμη καί ἄν τά πουλήσεις κι ἀκόμη ἄν τά δώσεις στούς φτωχούς καί δέν μέ ἀκολουθήσεις, αὐτό δέν θά σέ ὁδηγήσει στή σωτηρία.
Ἐδῶ τό θέμα γίνεται κεντρικό. Ὁ Χριστός γίνεται τό κέντρο καί ὅλα αὐτά γίνονται γιά τόν Χριστό. Δέν γίνονται γιά νά κάνουμε φιλανθρωπία, γιά κανένα κοινωνικό σύστημα, γιά κανένα φιλανθρωπικό ὀργανισμό. Ἔτσι ἡ Ἐκκλησία ξεπερνάει μέν ὁποιοδήποτε παραλήρημα κάποιου καπιταλιστικοῦ συστήματος πού στρέφει τό πρόσωπό μας στήν ἐγωιστική χρήση τοῦ κόσμου καί ὁποιουδήποτε ἀριστερίστικου συστήματος, τό ὁποῖο μιλάει γιά φιλανθρωπική ἰσότητα τῶν πραγμάτων, ἀλλά εἶναι χωρίς Χριστό. Λέει «καί ἀκολούθει μοι» καί διαλύει τό ὁποιοδήποτε κοίταγμα τῶν παρατηρήσεων γιά τά συστήματα, κάνει δηλαδή μιά πρόσθετη θεραπευτική γιά τό σύνολο τοῦ κόσμου. Γι᾽ αὐτό σᾶς εἶπα θεραπεύεται ὁ ἄνθρωπος καί θεραπεύεται ταυτόχρονα καί αὐτό πού λέμε: «τρόπος λειτουργίας τῶν συστημάτων τοῦ κόσμου». Χωρίς αὐτό τό πράγμα δέν μπορεῖ νά βιωθεῖ ἀπό τώρα -τό εἴπαμε αὐτό, τό ξεκαθαρίσαμε, μέ τά λόγια τοῦ Χριστοῦ- ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Ἐκεῖ μέσα κρύβονται ὅλες οἱ κρίσεις μας (οἱ προσωπικές μας κρίσεις, οἱ ἀποτυχίες μας, οἱ μελαγχολίες μας, τά λεγόμενα ψυχολογικά μας) καί οἱ κρίσεις τοῦ κόσμου, οἱ πολιτικές καί οἱ κοινωνικές. Ὅλη αὐτή τήν πορεία, ἄν τήν ἀκουμπήσεις κάπου σχετικά καί ὄχι ἀπόλυτα, στήν πορεία αὐτή τήν ἀπόλυτη μέχρι «καί ἀκολούθει μοι» - ἀλλά ὄχι μόνο τό «ἀκολούθει μοι»· καί τά προηγούμενα, τά νηπτικά τῆς καρδιᾶς καί ἀπελευθέρωσης ἀπό τά πάθη καί ἀπό τό δέσιμο μέ τά πράγματα πού ἔχεις γύρω σου - τότε δέν δίνεις ἀπάντηση στό ἐρώτημα καί δέν ἀπαντᾶς προσωπικά τό ἐρώτημα γιά τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ («πῶς θά ζήσω τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ;»). Μπορεῖ νά καταλήξεις νά μιλᾶς γιά μιά μελλοντική Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί τώρα νά ζεῖς σέ μιά μεγάλη ἀπελπισία, ὁπότε εἶναι μιά τραγωδία αὐτό τό κοίταγμα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Τώρα νά κάνεις μερικές καλές πράξεις, νά λές «νά, ἐγώ βοηθῶ κάποιους» καί νά μήν ἀκολουθεῖς τόν Χριστό κι αὐτό εἶναι μιά τραγωδία. Νά πᾶς νά διορθώσεις τά συστήματα χωρίς νά ξέρεις Χριστό κι αὐτό εἶναι μιά τραγωδία. Νά πᾶς νά πεῖς ὅτι: «θά κάνω τά συστήματα νά ἀλλάξουν μέ τόν Χριστό» καί χωρίς νά ζεῖς τόν Χριστό νά λές ὅτι εἶσαι χριστιανός, πού θά ἀλλάξει τό σύστημα καί πάλι μιά τραγωδία. Καί ἐδῶ δίνεται μιά συγκλονιστική ἀπάντηση, στό καθολικό ἐπίπεδο πιά, τῆς κρίσεως τοῦ κόσμου, πού εἶναι προσωπική τε καί κοινωνική, μέσα ἀπό αὐτό τό ὁριστικό πεδίο τῆς προσωπικῆς καθάρσεως, τῆς κοινωνικῆς καθάρσεως, ἐν Χριστῷ.
Γι᾽ αὐτό, αὐτό τό κείμενο εἶναι πραγματικά καθοριστικός ὁδηγός γιά τίς ὁποιεσδήποτε ἀναζητήσεις τῶν ὁποιωνδήποτε ἐπαϊόντων, ἐπιστημόνων, πολιτικῶν, οἰκονομολόγων καί σέ ὅλα τά ἄλλα ἐπίπεδα, πού ψάχνουν καλά, ψάχνουν τίς αἰτίες τῆς κρίσεως γιά νά τίς θεραπεύσουν καί δέν μποροῦν ποτέ νά δώσουν ἀπάντηση ἄν δέν δοῦν αὐτό τό κείμενο.
«Δεῦρο ἀκολούθει μοι» λέει «καί διάδος πτωχοῖς» καί τότε δίνεται ἡ λύση τοῦ προβλήματος. Ἡ πορεία τοῦ χριστιανοῦ εἶναι μιά πορεία ἐλευθερίας: ἐλευθερίας ἀπό τά πάθη του, ἀπό τά πράγματα ἀπό τά ὁποῖα δεσμεύεται καί ἀπό τίς ἰδέες πού τόν δεσμεύουν γιά νά μήν μπορεῖ νά ἀκολουθήσει τόν Χριστό. Διαβάστε τό κείμενο. Μελετῆστε το, ὄχι ἁπλῶς γιά ὁποιαδήποτε κουλτούρα, [ἀλλά] γιατί εἶναι θέμα ζωῆς. Αὐτό τό θέμα μᾶς καίει. Ἤ ζοῦμε ἤ πεθαίνουμε.


ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΝΗΠΤΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ...



Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, ἐπάνω στό χωρίο τοῦ κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου, κεφάλαιο 22ο, στίχοι 35 ἔως 46, στά πλαίσια τῆς ἐρμηνείας τοῦ κηρύγματος τῆς Κυριακῆς, πού ἔγινε τήν Κυριακή στίς 03-02-2013.

Ἄν ἀκούσατε καλά τό κείμενο τό εὐαγγελικό, πού ἀνεγνώσθη πρίν ἀπό λίγο καί εἶναι πολύ γνωστό καί ἀρκετά γνωστό, θά κατανοήσατε τά βασικά διαγραμματικά στοιχεῖα αὐτῆς τῆς κουβέντας τοῦ Χριστοῦ μέ αὐτό τό νομικό. Ἄν λοιπόν  ἀκούσατε αὐτό τό Εὐαγγέλιο καί ἔβγαινα καί σᾶς ἔλεγα [ὅτι] σέ αὐτό τό κείμενο, ὑπάρχει ἡ βάση ὅλης τῆς νηπτικῆς θεωρίας τῶν νηπτικῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, γιά τόν πόλεμο μέ τούς λογισμούς, θά λέγατε ἄλλο πράγμα μᾶς λέει αὐτός.
Κι ὅμως πράγματι αὐτό τό κείμενο εἶναι ἡ βάση, δηλαδή τό κύτταρο, πάνω στό ὁποῖο στηρίζεται ἡ νηπτική θεολογία τῶν Πατέρων, γιά τήν κάθαρση καί τόν πόλεμο μέ τούς λογισμούς.
Καί γιά νά μπορῶ νά γίνω σαφής καί βατός γι᾽ αὐτήν τήν πρόταση πού ἔκανα, γιά νά μή νομίζετε πού ἄλλο Εὐαγγέλιο ἄκουσα ἐγώ καί ἄλλο ἐσεῖς, νά τό προσδιορίσω καί ἀπό τήν ἑρμηνευτική τοῦ κειμένου, νά μποῦμε λιγάκι στό μεδούλι, στό κύτταρο τοῦ κειμένου νά τό κατανοήσουμε. Κι ὅπως γνωρίζετε, ἡ βασική ἐκφραστική δυνατότητα, τό ὅπλο τῆς ἑρμηνευτικῆς, εἶναι οἱ λέξεις οἱ ὁποῖες περνοῦν μέσα ἀπό τό κείμενο. Καί οἱ λέξεις εἶναι τό δομικό ὑλικό. Νά ἀκούσουμε τίς λέξεις τοῦ κειμένου· ἦταν πολύ μικρό ἀλλά οἱ λέξεις [ἦταν] σαφεῖς.
Πρῶτα-πρῶτα ἡ συνάντηση γίνεται μέ ἕνα νομικό. Προσέξτε! Ἔχουν σημασία οἱ λέξεις. Ἐνῶ εἶναι γνωστή στήν ἱστορία τοῦ Ἰσραήλ ἡ λέξη τοῦ νομοδιδασκάλου, καί ὁ Χριστός κάποτε ἄλλοτε εἶπε, «Οὐαί ὑμῖν τοῖς νομικοῖς». Δέν εἶπε «τοῖς νομοδιδασκάλοις». Εἶναι πολύ σπουδαῖο αὐτό τό πράγμα. Ἄλλο νομοδιδάσκαλος, πού διδάσκει τό Νόμο καί μπορεῖ νά μήν τόν πιστεύει ἀλλά τόν διδάσκει. Ἄς φανταστοῦμε πού εἶναι κύμβαλον ἀλαλάζον ἀλλά τόν διδάσκει. Λέει μπλά, μπλά, μπλά, ἀλλά λέει ἀλήθειες, λέει τό Νόμο. Ἄλλο ὁ νομικός. Δέν λέει νομοδιδάσκαλος.
Ὁ νομικός εἶναι αὐτός πού ἑρμηνεύει τό Νόμο μέ δική του ἐγκεφαλική ἐπιχειρηματολογία. Γι᾽ αὐτό ὁ Χριστός ἔκανε τή διάκριση σέ ἄλλη περικοπή καί εἶπε «Οὐαί ὑμῖν τοῖς νομικοῖς», ὄχι «τοῖς νομοδιδασκάλοις». Εἶναι πολύ σπουδαία ἡ λέξη νομικός. «Προσῆλθε σέ αὐτόν νομικός». Μπορεῖ νά ἦταν καί νομοδιδάσκαλος ἀλλά τό κείμενο δίνει ἔμφαση στό νομικό. Εἶναι γνωστό πιά ἡ λέξη νομικός, μέσα ἀπό αὐτή τήν προσέγγιση, εἶναι μιά προσέγγιση τοῦ Νόμου μέ δικά του ἐγκεφαλικά ἐπιχειρήματα ἤ ἡ κατανόηση τοῦ Νόμου διά ἐγκεφαλικῶν ἐπιχειρημάτων.
«Προσῆλθε, λοιπόν, νομικός πειράζων». Βλέπετε; Ἔχει ἐγκεφαλικά ἐπιχειρήματα καί προσπαθεῖ νά πειράξει. Ἡ λέξη «πειρασμός», ἀφετηριακά στήν ἑρμηνευτική Θεολογία [τήν] ξέρετε· ὁ πρῶτος πειρασμός, εἶναι ὁ πειρασμός πού μπαίνει στούς πρωτοπλάστους. Καί ποῦ μπαίνει ὁ πειρασμός; Μπαίνει ὁ πειρασμός μέσα στό νοῦ. Γι᾽ αὐτό ἀποκτοῦν οἱ πρωτόπλαστοι μετά ἀπό τήν ἀποδοχή τοῦ πειρασμοῦ ἐσκοτισμένο νοῦ.
Ἄρα λοιπόν βλέπετε «πειράζων», εἶναι κάτι πού πάει νά μπεῖ στό μυαλό, νά πειράξει, νά διαστρέψει, νά σκοτίσει τό νοῦ· κι αὐτό τό κάνει μέ ποιό ὅπλο; Μέ τό λόγο, μέ τό λέγων, τό λέγει. Καί ὁ λόγος δέν εἶναι μονάχα λόγια, εἶναι καί λόγος. Ἐδῶ εἶναι λόγος, ἀλλά δέν εἶναι πάντα ἔτσι. Εἶναι οὐσιαστικά καί μιά πρόσβαση μέσα στή λογική.
Νά λοιπόν προσέξτε, ὁ νομικός, μιά ἐγκεφαλική προσέγγιση. Κι αὐτός ὁ ἐγκέφαλος μόνο ἐγκεφαλικά προσεγγίζει τά πράγματα. Τό μόνο πού μπορεῖ νά κάνει εἶναι νά προσέλθει καί νά ἀκουμπήσει τόν ἐγκέφαλο, τό νοῦ, νά τό  ᾽λεγα ἔτσι. Αὐτή ἡ διεργασία εἶναι τοῦ πειρασμοῦ.
Καί μάλιστα προσέξτε κι ἕνα ἐπιχείρημα. Τί τοῦ λέει; Λέει ποιά εἶναι ἡ μεγάλη ἐντολή. Ἐνῶ  ὁ Χριστός ὅταν λέει, λέει ποιά [εἶναι] ἡ πρώτη ἐντολή. Διαφέρει τό μεγάλο ἀπ᾽ τό πρῶτο. Τί εἶναι τό μεγάλο; Εἶναι τό ὀγκῶδες, εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖο κάνει ἐμφάνιση. Εἶναι ἐκεῖνο πού θέλει νά παρουσιαστεῖ, νά δείξει πού  ὑπάρχει. Ἄλλο τό πρῶτο. «Ἐγώ ὁ Θεός εἶμαι πρῶτος». Κι ὅμως ὁ Θεός κρύβεται. «Ὁ πρῶτος ἐξ ὑμῶν ἔστω πάντων διάκονος». Τελευταῖος. Ἄλλο πρῶτος κι ἄλλο τό μεγάλο. Προσέξτε. Λέει ποιά εἶναι ἡ μεγάλη ἐντολή. Ἐδῶ φαίνεται μιά σαφής διαστρέβλωση ἤ μιά θά ἔλεγα διαφημιστική διάθεση, ποιά εἶναι ἡ μεγάλη ἐντολή. Βλέπετε, ἤδη χρησιμοποιεῖ ἐγκεφαλικά ἐπιχειρήματα κι εἶναι αὐτό πού κάνει ὁ κόσμος. Μέ τά μεγάλα, τά ὀγκώδη, τά φανφαρώδη, πάει νά μᾶς  ἐπηρεάσει. Εἶναι τά μεγάλα.
Ἤδη τό κείμενο εἶναι καθοριστικό. Καί ἔρχεται ὁ Χριστός τώρα νά μπεῖ σέ μιά θεραπευτική καί ἡ ἐρώτηση πού ὑποβάλει εἶναι ποιά εἶναι ἡ μεγάλη ἐντολή. Καί ὁ Χριστός τώρα κάνει τή θεραπευτική. Προσέξτε. Ὁ Χριστός δέν ἀντιπαλαίει ὡς ἕνας διαλεκτικός φιλόθεος, πού θέλει νά πεῖ μιά ἄλλη ἀλήθεια γιατί ἔχει μιά ἀντίθεση. Ὁ Χριστός γιατρεύει καί ὁ λόγος Του, μπορεῖ νά φαίνεται ἀντιθετικός ἀλλά δέν εἶναι· [οὔτε ἀντιθετικός], οὔτε γελοιοποιητικός. Εἶναι θεραπευτικός.
Καί μπαίνει καί στήν ἀπάντηση ὁ Χριστός, στή θεραπευτική ἀπάντηση. Καί τί λέει; Λέει «ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας».
Προσέξτε τώρα τήν ἀπάντηση, εἶναι γνωστή ἡ ἀπάντηση. Ἀλλά ποιό εἶναι τό δομικό ὑλικό πού χρησιμοποιεῖ ὁ Χριστός; Τί πρέπει νά ἀγαπήσεις; Λέει ἡ ψυχή καί μετά βάζει τά βασικά ἐκφραστικά μεγέθη τῆς ψυχῆς, πού εἶναι ἡ καρδιά καί ἡ διάνοια. Εἶναι ἡ ψυχή πού ἔχει ὄργανό της, κατά τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ἔχει τήν καρδιά καί τή διάνοια. Καί λέει αὐτά, ὅλα μαζί πρέπει νά γιατρευτοῦν. Καί αὐτά θά γιατρευτοῦν ἄν ἀγαπήσεις τόν Θεό, πού σημαίνει ἀγαπῶ, σημαίνει ἀκολουθῶ, προσκολλῶμαι, τάσσομαι, ὑποτάσσομαι, ὑπακούω. Κι ὅποιον ἀγαπῶ, τόν ἀγαπῶ ἔτσι. Δέν ἀντιτίθεμαι.
Κι ἐδῶ ἀντί ὁ Χριστός νά κάνει μιά ἀντιπαλότητα θεολογική, θά μποροῦσε νά τό κάνει χίλιες φορές ἀφοῦ Ἐκεῖνος εἶναι ὁ Δοτήρ τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἀντί νά μπεῖ σέ ἄλλα λογικά ἐπιχειρήματα, νά στρέψει τή λογική του, μπαίνει στή θεραπευτική. Καί μπορεῖ γιά τόν ἄλλον ἡ ἀπάντηση ἐφόσον [εἶναι] τόσο λογοκρατούμενος καί μόνο μέ τόν ἐγκέφαλο νά κινεῖται, νά μή λέει τίποτα, ἀλλά τοῦ διεγείρει τά ἄλλα τά μεγέθη νά ξυπνήσουν. Ὄχι μόνο τά ἐγκεφαλικά μεγέθη. Ἔστω νά ξεφύγει ἀπό μιά νομική ἀνάλυση τῶν πραγμάτων, ἐγκεφαλική. Καί  αὐτός μετά θά γιατρευτεῖ. Κι αὐτός [μετά] θά εἰσέλθει θεολογικά. Ἀλλά μπαίνει βλέπετε στήν καρδιά. Μπαίνει στή διάνοια. Ἡ διάνοια μπαίνει στό νοῦ. Ἔτσι λοιπόν τό κείμενο ἀποκτᾶ μιά βαθιά θεραπευτική διάσταση.
Κι ὅμως τό κείμενο πού ἀκούσατε δέν τελείωσε ἐκεῖ. Θά νόμιζε κάποιος πού τελειώνει αὐτή ἡ συνάντηση τοῦ Χριστοῦ μέ τό νομικό. Καί ὑπάρχει μιά ἄλλη περιπέτεια ἐδῶ καί [ποιά] εἶναι ἡ ἄλλη περιπέτεια; Εἶναι ἡ συνέχεια τοῦ κειμένου. Καί βάζει τόν Χριστό, ἐκείνη τή στιγμή, νά διαλέγεται καί νά ὑποβάλλει ἐρωτήματα στούς  ῾Εβραίους πού εἶναι ἐκεῖ παρόντες.
Ἐδῶ εἶναι τό σπουδαῖο τοῦ κειμένου. Καί δέν τελειώνει τό κείμενο. Καί τότε ἀντί νά ὑποστεῖ ὁ Χριστός ἕνα ἐρώτημα, ποιά εἶναι ἡ μεγάλη ἐντολή, πού ἀπήντησε θεραπευτικά μ᾽ ἕναν ἄλλο τρόπο, ταυτόχρονα τώρα ὁ Χριστός ὑποβάλει ἕνα ἐρώτημα. Καί ὑποβάλει ὁ Χριστός ἕνα βαθύ θεολογικό ἐρώτημα. Προσέξτε ἐδῶ τώρα τήν ἱστορία. Δέν τό κάνει ὁ Χριστός γιά νά τούς γελοιοποιήσει. «Ρωτᾶτε; Δέν ξέρετε, τί ρωτᾶτε; Σᾶς ἔδωσα ἀπάντηση. Τώρα πάρτε καί μιά ἐρώτηση νά γελάσω μαζί σας». Ὄχι. Ἡ συνέχεια τοῦ κειμένου εἶναι ἀκόμα πιό βαθιά θεραπευτική. Προσέξτε καί αὐτό τό σημεῖο. Πῶς προσλαμβάνουμε τά κείμενα δηλαδή. Καί ρωτάει ἕνα βαθύ θεολογικό ἐρώτημα. Πού θά ἔλεγα, ἄν δέν καταλάβαινε κανείς τή θεραπευτική διάσταση τοῦ κειμένου, θά ἔλεγα πώς θέλει νά παίξει μαζί τους. Λέει, ποιός εἶναι ὁ Πατέρας τοῦ Κυρίου. Ἕνα πολύ βαθύ θεολογικό ἐρώτημα. Ἐπειδή ἔχουν λανθασμένη θεολογική κατανόηση τῶν κειμένων, λένε ὁ Δαυίδ. Καί ὁ Χριστός τούς ἀνατρέπει καί λέει πώς «ὁ Δαυίδ λέει τόν Θεό Κύριο. Πῶς εἶναι Κύριός του ἄν εἶναι ὁ Πατέρας του;». Ἕνα βαθύ θεολογικό ἐρώτημα πού ἀπαντιέται γιατί ὁ Χριστός εἶναι ὁ Κύριος τῶν πάντων. Τί σημαίνει αὐτό τό ἐρώτημα τώρα πού ὑποβάλει ὁ Χριστός; Ἀνατρέπει μέν τή λογική τους καί τί λέει; Προσέξτε ἐδῶ εἶναι ἡ ἱστορία. Λέει: «Τί λέει ὁ Δαυίδ; Ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ τό λέει». Προσέξτε. Ἄ!!!!! Στήν ἱστορία αὐτή, ὁ Δαυίδ λέει κάτι ἀλλά ὁ νοῦς του δέν εἶναι ἕνας νοῦς πού εἶναι μόνο ἐγκέφαλος πού κάνει μιά διεργασία σχημάτων. Ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι τό λέει. Τό σπουδαῖο τοῦ κειμένου εἶναι ἐδῶ πιά. Ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι τό λέει ὁ Δαυίδ. Ἄρα ὁ νοῦς του ἔχει καταυγαστεῖ ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα -πιά πήγαμε στήν ἱστορία τῆς ψυχῆς, τῆς καρδίας καί τοῦ νοῦ- ἔχει καθαριστεῖ ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, καί τό λέει ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Καί τούς κάνει καί τή θεραπευτική, τούς δίνει καί τήν πρόταση θεραπευτικῆς καί τούς μαθαίνει πῶς νά ξεπεράσουν τή νομική διάσταση. Γιά νά μποῦνε σέ μιά ἄλλη ἀνάλυση, κατανόηση, ἑρμηνεία τοῦ Νόμου. Πῶς θά τό καταλάβουν αὐτό [γιά] νά τό κάνουνε; Ἄν εἶναι ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Ἄν καθαρθεῖ ἡ ψυχή, ὁ νοῦς [καί] ἡ καρδιά τους. Αὐτά λοιπόν τά δεδομένα, εἶναι αὐτά πού ἔδωσαν ἀφορμή νά σᾶς πῶ, ὅτι τό κείμενο αὐτό, εἶναι ἀφετηρία τῆς νηπτικῆς θεραπευτικῆς θεωρίας τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, γιά τήν κατανόηση τῶν πραγμάτων, τήν ἐγκεφαλική λειτουργία καί ἀκόμα περισσότερο, δευτερευόντως μέν ἀλλά περισσότερο, ἀκόμη καί γιά τήν ἑρμηνεία τῶν κειμένων. Οἱ ἑρμηνευτικές τῆς Ὀρθοδοξίας μας σέ αὐτά στηρίζεται. Δέν μπαίνει σ᾽ ἕναν ἐγκέφαλο πού τόν μελετάει, μελετάει καί κάνει ἀναλύσεις. Μπαίνει στή νηπτική θεωρία. Βλέπετε οἱ Πατέρες ἦταν ἄνθρωποι πού λειτουργοῦσαν, μετάνιωναν, ἔκλαιγαν, νήστευαν. Ὅλα μπαίνουν σέ μιά ἄλλη διαδικασία. Τό κείμενο λοιπόν πραγματικά, ὁρίζει, καί κρατῆστε το πολύ, ὁρίζει τήν προσέγγιση ὅλης τῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ζωῆς μας δηλαδή, τόν τόπο πού ζοῦμε, τό σπίτι μας, τή μητέρα μας ὁρίζει. Καί πῶς θά τήν προσεγγίζουμε. Καί χωρίς νά καταργήσει τόν ἐγκέφαλο καί τό νοῦ ὡς ἐξωτερικές διαδικασίες. Τά καθαρίζει καί τά ἐντάσσει μέσα σ᾽ ἕνα γενικότερο πλαίσιο ἁγιοπνευματικό. Ὅπου ἔτσι, ζώντας στήν Ἐκκλησία ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, μποροῦμε νά καταλάβουμε ὄχι μόνο τά κείμενα, ὄχι μόνο τή ζωή μας. Νά καταλάβουμε τόν ἄλλο, τόν παρακάτω. Νά καταλάβουμε τά δρώμενα. Νά καταλάβουμε τί θέλει ἀπό μᾶς ἡ πολιτική, τί θέλει ἡ οἰκονομία, τί θέλουν ἀπό μᾶς… Ὅλα μπαίνουν σέ μιά ἄλλη ἱστορία. Τολμῶ νά πῶ πιά, μέσα ἀπό αὐτό τό κείμενο, καταλαβαίνω, πώς ἡ ἱστορία, τό εἶναι μου, τό τώρα μου, ἡ γειτονιά μου, μποροῦν νά γίνουν κατανοητά, ἑρμηνεύσιμα, ὄχι ἀναλυτικά ἐγκεφαλικά, μέσα ἀπό ἄλλες διαστάσεις. Ἄν τά δεῖς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Πράγματι αὐτή ἡ συνάντηση εἶναι καθοριστική.
Τελειώνοντας λέω, γιατί ἔκανα αὐτή τήν ἀνάλυση; Γιά νά μάθετε καλύτερα τήν ἑρμηνεία τοῦ κειμένου; Πιστέψτε με [πώς] ὄχι. Ἡ διάθεσή μας δέν εἶναι νά μάθετε πολλά. [Τήν ἔκανα] γιά νά μπεῖτε στήν πρακτική αὐτοῦ τοῦ κειμένου.
Γιά νά μπορεῖτε νά καταλάβετε καί νά ζήσετε πραγματικά τή ζωή σας ὡς ὄντως ζωή καί ὄχι ὡς περιγραφή ἐγκεφαλικῶν διαγραμμάτων! 

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΑΚΟΥΣΙΩΝ ΘΛΙΨΕΩΝ


 
-Σκοπός μιας ενορίας είναι να θεραπεύσει τον νου του ανθρώπου. -Αν μια ενορία κάπου διασπαστεί σ'ένα έργο ενοριακό, σε μία κοσμική συμβατικότητα, και σ'ένα μπλα-μπλα προβολής έργων, τότε θα χάσει το κέντρο της, που 'ναι οι ακολουθίες της και η Θεία Λειτουργία. -Η Εκκλησία θεραπεύει τα συστήματα της κοινωνίας, όχι με διοικητικές αποφάσεις αλλά ως ένα σώμα, που λειτουργεί μέσα απ' την ενορία. -Τι είναι ανάγκη; Μόνο ό,τι μας κρατάει στην ζωή. Στον προσδιορισμό της ανάγκης κρύβεται η αιτία της εκάστοτε οικονομικής κρίσης. Διότι μπορεί μία ολόκληρη κοινωνία ν' αναλώνει και να σπαταλά τις παραγωγικές της δυνάμεις, για την κάλυψη περιττών αναγκών. -Ζούμε σε μία κοινωνία που τόσο πολύ μας έχει διαλύσει, από ρεμβασμούς, φαντασίες και χρησιμοθηρίες, και μας έχει βάλει με την βία σε μία δουλεία εργασιομανίας, που να μην μπορούμε να προσευχηθούμε. -Ο Ιησούς Χριστός δεν είναι κάποιο απωθημένο απλησίαστο ιδανικό μοντέλο!
 
-Πώς εκπαιδεύουμε τους νέους κληρικούς μας; Η Εκκλησία τι έχει να δώσει στον λαό της; Μία κατ’ἐπίφαση μελλοντική σωτηριολογία; Και πώς θα ζήσει ο λαός της σήμερα; Σερνάμενος μεταξύ ταραχών & ψυχολογικών μεθοδολογιών; -Όταν η σάρκα αποκτήσει δικό της θέλημα, αντιστρατεύεται τους Πνευματικούς νόμους, ο άνθρωπος πεθαίνει απ’τόν Θεό & ζει την δική του φύση. -Εγκράτεια είναι η εξάλειψη του θελήματος της σαρκός. Η προσευχή μ’ ἐγκράτεια είναι το μόνο κλειδί οποιασδήποτε οικονομίας & οικονομικής κρίσεως. -Όχι μόνο να μην κάνουμε τα εφάμαρτα του κόσμου αλλά & να μην ταρασσόμασθε με τα πράγματα του κόσμου, διότι η κάθε ταραχή δηλώνει αποστασία απ’ τόν Θεό. -Γίνω ή όχι καλά σκοπός είναι να γίνει το Θέλημα του Θεού, διότι Εκείνος ξέρει που πάει την ιστορία. Αν έχουμε την τόλμη να πούμε γεννηθείτο το Θέλημά Σου, τότε κάπου λίγο προχωρήσαμε στα Πνευματικά & θ’ ἀπελευθερωθοῦμε από πολλά άγχη κι αυτό είναι Ευχαριστία!!!
 
-Κρίση είναι όταν δεν αναζητούμε πρώτα την Βασιλεία των Ουρανών. -Κάθε τι κακό που μας συμβαίνει είναι επακόλουθο των δικών μας πράξεων, που πρέπει να μας οδηγήσει σε μετάνοια και όχι σε αντίσταση. -Για τα μέτρα της σκέψεως του κόσμου υπάρχει οικονομική κρίση, για τα μέτρα της εν Χριστώ μωρίας δεν υπάρχει. -Η Θεία Λειτουργία είναι η αποφατική, η άλλη απάντηση που έχει η Εκκλησία στα προβλήματα του κόσμου. -Υπομονή με πραότητα κάνουμε μόνο όταν εμπιστευόμαστε απόλυτα τον Χριστό. -Προσευχή με ταπεινοφροσύνη και όχι κενοδοξία και βιοτική μέριμνα.
 
-Η διεύρυνση του χώρου και του χρόνου μας, δεν θ’αλλάξει τίποτε πάνω μας, εάν δεν μετανοήσουμε κι αν δεν έχουμε αγιασμένη ζωή. -Το έργο της Εκκλησίας δεν προσμετράται. -Παραμένουμε σε μια συνεχή μαθητεία σ’αυτή και πέρα απ’αυτήν την ζωή, πορευόμενοι από δόξαν εις δόξαν. -Αν ο λόγος μας δεν είναι αναπαυτικός και αν είναι για να καταξιωθεί ο εγωισμός μας, καλύτερα να μην μιλάμε. -Αν η ενορία είναι ζωντανή δεν μπορεί να υπάρχει συνενορίτης που να πεινάει. -Δεν έχουμε ένα σύστημα σκέψεως και κάποια ιδεολογία. Εμείς εμπιστευόμασθε ότι μας λέει ο Χριστός μέσα από την Εκκλησία.
 
Μεταφορά στον εξωτερικό δεσμό: Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ

†. Κυ 29-12-2013, O ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ H ΙΣΤΟΡΙΑ ΩΣ ΜΥΣΤΗΡΙΟ

  O ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ H ΙΣΤΟΡΙΑ ΩΣ ΜΥΣΤΗΡΙΟ. Πώς συνειδητοποιούμε, και πώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε την προσωπική μας ιστορία, τον πόνο μας, την τραγωδία μας, και το κάθε γιατί, το οποίο προκύπτει κάθε μέρα στη ζωή μας;
ΚΥ 29-12-2013 (Κατά Ματθαίον, Κεφ.2, στιχ. 13-23)

†. Κυ 14-01-2007, ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΕΘΝΗ


 
Η ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ ΚΑΙ Η ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΕ ΟΛΑ ΤΑ ΕΘΝΗ. Χωρίς τήν κατανόηση τοῦ ἄλλου πολιτισμοῦ, τοῦ ξένου, τοῦ ἀλλόκοτου, τήν ὁποία σήμερα ζοῦμε πάρα πολύ ἔντονα καί ἐκρηκτικά σέ ὅλες τίς διαστάσεις της, ἀναιροῦμε τόν ἑαυτό μας, τήν πνευματική μας ζωή καί ταυτόχρονα τήν ἐκκλησιολογία μας!
Κυ 14-01-2007 (Κατά Ματθαίον, Κεφ.1, στιχ. 1-8)