Κυριακή 13 Μαρτίου 2016

Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου,

 

ἀπό τήν ἱστοσελίδα floga.gr, ἐπάνω στό χωρίο τοῦ κατά Λουκᾶν Εὐαγγελίου, κεφάλαιο 18ο, στίχοι 18 ἕως 27, στά πλαίσια τῆς ἑρμηνείας πού ἔγινε στό κήρυγμα τῆς Κυριακῆς 28-11-2010.

Τό ἀφετηριακό ἐρώτημα τό ὁποῖο ὑποβάλλει αὐτός ὁ ἄρχων στόν Χριστό εἶναι ἐρώτημα πανανθρώπινο καί διαχρονικό. Τό ἀκούσατε καί τό ξέρετε πολύ καλά: «Τί πρέπει νά κάνω γιά νά κληρονομήσω τήν αἰώνια ζωή». Ἀλλά αὐτό τό γενικό ἐρώτημα ἔτσι μόνο του δέν λέει τίποτε, γιατί μπορεῖ κάποιος νά τό ἀπαντήσει φιλοσοφικά, νά τό ἀπαντήσει μέ λογισμικά συστήματα ἄλλων θρησκειῶν, ἀλλά πρέπει νά τό ἀκουμπήσει χριστιανικά τε καί ὀρθόδοξα αὐτό τό ἐρώτημα καί νά βρεῖ τά βαθύτατα ἐρείσματά του γιά νά γίνει καί μιά βιωματική πραγματικότητα.
Νά μποῦμε στήν ἀνάλυση τῆς πορείας, ἀλλά νά ξεκαθαρίσουμε δύο πράγματα -ἄς τό πῶ ἔτσι- σάν κατήχηση, γιά νά μείνει στή μνήμη τοῦ λαοῦ. «Ποιά εἶναι ἡ διαχρονικότητα, ἀπό πότε ἀρχίζει ἡ αἰωνιότητα;» εἶναι τό πρῶτο ἐρώτημα καί τό δεύτερο: «σέ ποιά ἐμβέλεια βιώνεται πάνω μου καί ποῦ ἀλλοῦ πιάνει;» καί μετά: «ποιός ὁ τρόπος;». Θά ἀπαντήσω ὅπως εἶπα κατηχητικά στά δύο πρῶτα ἐρωτήματα, «ποιά εἶναι ἡ ἐμβέλεια;». Ἡ αἰωνιότητα εἶναι αἰωνιότητα, ἀλλά ἀπό ποῦ ἀρχίζει; Ὁ Χριστός δίνει μιά σαφέστατη ἀπάντηση, γιατί ἀπαντάει μέ τά πρῶτα λόγια «οὐ κλέψεις, οὐ μοιχεύσεις» - ἀπό τώρα. Νά λοιπόν μιά πεντακάθαρη ἀπάντηση: Ἡ αἰωνιότητα ἀρχίζει ἀπό τώρα. Αὐτό δέν κουβεντιάζεται, θεολογικά. Δίνεται ἔτσι ἁπλά δοσμένη ἡ ἀπάντηση ἀπό τόν Χριστό. Ποιά εἶναι ἡ ἐμβέλειά του; Ἀκουμπάει τόν νοῦ μου, τή διάνοιά μου, τά προσωπικά μου, τά ἀτομικά μου, ἤ ἀκουμπάει καί τίς κοινωνικές δομές; Καί πάλι ἡ ἀπάντηση δίνεται μέ πολύ λιτό τρόπο ἀπό τόν Χριστό, ὅταν λέει: «πώλησε τά ὑπάρχοντά σου καί δῶσε τοῖς πτωχοῖς». Ἀκουμπάει ἄρα καί τό κοινωνικό θέμα. Βλέπετε, τό λέω σάν κατήχηση γιά νά συλλαμβάνουμε ἁπλές ἀπαντήσεις ἀπό τά λιτά καί συγκλονιστικά βαθιά λόγια τοῦ Χριστοῦ.
Τώρα νά πᾶμε στήν οὐσία τοῦ θέματος. Αὐτά ἦταν τά εἰσαγωγικά σημεῖα πού εἶπα νά τά ξέρετε σάν κατήχηση. Ποιός εἶναι ὁ τρόπος γιά νά μπορῶ νά κληρονομήσω τήν αἰώνια Βασιλεία; Ὁ Χριστός ἀκολουθεῖ ἕνα δρόμο, καί πάλι ἁπλό καί λιτό, τόν ὁποῖο ἀκολούθησε ὅλη ἡ Ἐκκλησία μας στίς ἐκφράσεις τῆς σωτηριολογίας της ἤ στόν δρόμο τῆς νηπτικῆς θεολογίας τῆς καθάρσεως. Νά ἀκολουθήσουμε λοιπόν τόν δρόμο τοῦ Χριστοῦ γιατί εἶναι δρόμος μας, ὁ ὁποῖος πιάνει, ὅπως εἶπα, καί τό πρόσωπό μας καί τά κοινωνικά δεδομένα μετά ἀπό τό πρόσωπό μας.
Ξεκινάει πρῶτα-πρῶτα ὁ Χριστός ἀπό μερικές προτάσεις τοῦ Δεκαλόγου: «Οὐ μοιχεύσῃς, οὐ κλέψῃς, οὐ φονεύσῃς». Πρῶτα-πρῶτα ξεκινάει ἀπό τόν τρόπο ἀντιμετωπίσεως ἀνθρωπίνων πραγμάτων πού τά ἀντιμετωπίζεις λανθασμένα. Τό «οὐ μοιχεύσῃς» σημαίνει μιά διαστρέβλωση μιᾶς ἀνθρώπινης λειτουργίας, ὅπου μιά ἀνθρώπινη λειτουργία διαστρεβλώνεται καί λειτουργεῖ σάν ἀνάγκη πού καταστρέφει τό πρόσωπό σου. Ἄρα ξεκινάει ὁ Χριστός ἀπό τίς προσωπικές στάσεις καθάρσεως πάνω στά προσωπικά μας πάθη πού προέρχονται ἀπό λανθασμένη ἀντιμετώπιση λεγομένων λανθασμένων ἀναγκῶν. Ἀκόμη καί τό «οὐ κλέψῃς»: μιά λανθασμένη ἀντιμετώπιση τῆς πείνας. Ἡ πείνα εἶναι ἕνα δεδομένο ἀνάγκης, ἀλλά [ἡ κλεψιά εἶναι] λανθασμένη ἀντιμετώπιση τῆς πείνας.
Ξεκινάει ὁ Χριστός, βλέπετε, ἀπό τά πρῶτα, τά ἀνθρώπινα στοιχεῖα. Πάει λίγο βαθύτερα μετά ὅταν μπαίνει στό «οὐ ψευδομαρτυρήσῃς», ὅταν πηγαίνει στό «τίμα τόν πατέρα σου καί τήν μητέρα σου». Θίγει τά δεδομένα τῆς βαθύτερης ἐκφράσεως τῆς διαστρεβλώσεως τῆς προσωπικῆς μας τάσεως πρός τή ζωή - τοῦ ἐγωισμοῦ δηλαδή. Ὅταν λέει «τίμα τόν πατέρα σου» σημαίνει ἐδῶ πέρα ὅτι ὑπάρχει μιά στρέβλωση στίς σχέσεις τίς ἀνθρώπινες. Ὅταν λέει «οὐ ψευδομαρτυρήσῃς» κρύβεται μιά ὑποκρισία γιά νά μπορεῖς νά σταθεῖς ὄρθιος, νά δώσεις καλό κοινωνικό πρόσωπο μέ ἕνα λανθασμένο τρόπο. Ἀφοῦ λοιπόν ἀκούμπησε τή λανθασμένη χρήση τῶν ἀναγκῶν, πηγαίνει στή βαθύτερη ἔκφραση τῆς λανθασμένης χρήσεως τοῦ «ἐγώ» καί τῆς προσωπικότητάς μας ἡ ὁποία, διαστρεβλούμενη, προβάλλει ἄλλο πρόσωπο ἀπό αὐτό πού εἶναι.
Βλέπετε, ἡ πορεία εἶναι νηπτική: Οἱ ἀνάγκες, τό πρόσωπο, ὁ ἐγωισμός· καί μετά, μέσα σέ αὐτή τήν πραγματικά ἐκρηκτική λιτότητα τοῦ κειμένου καί τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ, -μέσα ἀπό τό προσωπικό, μέσα ἀπό τή νήψη τήν προσωπική- περνάει στό θέμα τό κοινωνικό. Λέει: -τώρα προσέξτε- «πώλησε τά ὑπάρχοντά σου “καί διάδος πτωχοῖς”». Πρῶτα-πρῶτα ἐδῶ χρειάζεται μιά ἀπελευθέρωση ἀπό τά δεσίματα πού ἔχουμε μέ τά πράγματα, γι᾽ αὐτό εἶναι μιά ἐσωτερική κατάσταση, μιά ἀπελευθέρωση. Ἄρα εἴμαστε δουλωμένοι καί μᾶς ζητάει ὁ Χριστός νά κάνουμε μιά ἀπο-δούλωση καί -προσέξτε- «πώλησον τά ὑπάρχοντά σου» ἀλλά δέν λέει κάνε τα κάτι ἄλλο, νά τά βάλεις στό χρηματιστήριο. Λέει: «διάδος πτωχοῖς». Σέ αὐτό τό σημεῖο ἀκριβῶς γίνεται τό πέρασμα στό κοινωνικό μέγεθος, ἀκριβῶς σέ αὐτό τό καίριο σημεῖο· καί λέει μετά ὅτι πόσο δύσκολο εἶναι ἕνας πλούσιος νά μπεῖ στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, γιατί αὐτό δέν τό κάνει. Ἤδη ἀξιοποίησε τήν ἐσωτερική πορεία, τή νηπτική πορεία τῆς μετανοίας, τῆς λανθασμένης χρήσεως τῶν ἀναγκῶν, τῆς τάσεως τοῦ ἐγωισμοῦ μας. Πηγαίνει στό κοίταγμα τῆς ἐλευθερίας ἀπό τά πράγματα (καίριο σημεῖο). «Διάδος πτωχοῖς» -προσέξτε- «καί ἀκολούθει μοι». Ἀκόμη καί ἄν τά πουλήσεις κι ἀκόμη ἄν τά δώσεις στούς φτωχούς καί δέν μέ ἀκολουθήσεις, αὐτό δέν θά σέ ὁδηγήσει στή σωτηρία.
Ἐδῶ τό θέμα γίνεται κεντρικό. Ὁ Χριστός γίνεται τό κέντρο καί ὅλα αὐτά γίνονται γιά τόν Χριστό. Δέν γίνονται γιά νά κάνουμε φιλανθρωπία, γιά κανένα κοινωνικό σύστημα, γιά κανένα φιλανθρωπικό ὀργανισμό. Ἔτσι ἡ Ἐκκλησία ξεπερνάει μέν ὁποιοδήποτε παραλήρημα κάποιου καπιταλιστικοῦ συστήματος πού στρέφει τό πρόσωπό μας στήν ἐγωιστική χρήση τοῦ κόσμου καί ὁποιουδήποτε ἀριστερίστικου συστήματος, τό ὁποῖο μιλάει γιά φιλανθρωπική ἰσότητα τῶν πραγμάτων, ἀλλά εἶναι χωρίς Χριστό. Λέει «καί ἀκολούθει μοι» καί διαλύει τό ὁποιοδήποτε κοίταγμα τῶν παρατηρήσεων γιά τά συστήματα, κάνει δηλαδή μιά πρόσθετη θεραπευτική γιά τό σύνολο τοῦ κόσμου. Γι᾽ αὐτό σᾶς εἶπα θεραπεύεται ὁ ἄνθρωπος καί θεραπεύεται ταυτόχρονα καί αὐτό πού λέμε: «τρόπος λειτουργίας τῶν συστημάτων τοῦ κόσμου». Χωρίς αὐτό τό πράγμα δέν μπορεῖ νά βιωθεῖ ἀπό τώρα -τό εἴπαμε αὐτό, τό ξεκαθαρίσαμε, μέ τά λόγια τοῦ Χριστοῦ- ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Ἐκεῖ μέσα κρύβονται ὅλες οἱ κρίσεις μας (οἱ προσωπικές μας κρίσεις, οἱ ἀποτυχίες μας, οἱ μελαγχολίες μας, τά λεγόμενα ψυχολογικά μας) καί οἱ κρίσεις τοῦ κόσμου, οἱ πολιτικές καί οἱ κοινωνικές. Ὅλη αὐτή τήν πορεία, ἄν τήν ἀκουμπήσεις κάπου σχετικά καί ὄχι ἀπόλυτα, στήν πορεία αὐτή τήν ἀπόλυτη μέχρι «καί ἀκολούθει μοι» - ἀλλά ὄχι μόνο τό «ἀκολούθει μοι»· καί τά προηγούμενα, τά νηπτικά τῆς καρδιᾶς καί ἀπελευθέρωσης ἀπό τά πάθη καί ἀπό τό δέσιμο μέ τά πράγματα πού ἔχεις γύρω σου - τότε δέν δίνεις ἀπάντηση στό ἐρώτημα καί δέν ἀπαντᾶς προσωπικά τό ἐρώτημα γιά τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ («πῶς θά ζήσω τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ;»). Μπορεῖ νά καταλήξεις νά μιλᾶς γιά μιά μελλοντική Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί τώρα νά ζεῖς σέ μιά μεγάλη ἀπελπισία, ὁπότε εἶναι μιά τραγωδία αὐτό τό κοίταγμα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Τώρα νά κάνεις μερικές καλές πράξεις, νά λές «νά, ἐγώ βοηθῶ κάποιους» καί νά μήν ἀκολουθεῖς τόν Χριστό κι αὐτό εἶναι μιά τραγωδία. Νά πᾶς νά διορθώσεις τά συστήματα χωρίς νά ξέρεις Χριστό κι αὐτό εἶναι μιά τραγωδία. Νά πᾶς νά πεῖς ὅτι: «θά κάνω τά συστήματα νά ἀλλάξουν μέ τόν Χριστό» καί χωρίς νά ζεῖς τόν Χριστό νά λές ὅτι εἶσαι χριστιανός, πού θά ἀλλάξει τό σύστημα καί πάλι μιά τραγωδία. Καί ἐδῶ δίνεται μιά συγκλονιστική ἀπάντηση, στό καθολικό ἐπίπεδο πιά, τῆς κρίσεως τοῦ κόσμου, πού εἶναι προσωπική τε καί κοινωνική, μέσα ἀπό αὐτό τό ὁριστικό πεδίο τῆς προσωπικῆς καθάρσεως, τῆς κοινωνικῆς καθάρσεως, ἐν Χριστῷ.
Γι᾽ αὐτό, αὐτό τό κείμενο εἶναι πραγματικά καθοριστικός ὁδηγός γιά τίς ὁποιεσδήποτε ἀναζητήσεις τῶν ὁποιωνδήποτε ἐπαϊόντων, ἐπιστημόνων, πολιτικῶν, οἰκονομολόγων καί σέ ὅλα τά ἄλλα ἐπίπεδα, πού ψάχνουν καλά, ψάχνουν τίς αἰτίες τῆς κρίσεως γιά νά τίς θεραπεύσουν καί δέν μποροῦν ποτέ νά δώσουν ἀπάντηση ἄν δέν δοῦν αὐτό τό κείμενο.
«Δεῦρο ἀκολούθει μοι» λέει «καί διάδος πτωχοῖς» καί τότε δίνεται ἡ λύση τοῦ προβλήματος. Ἡ πορεία τοῦ χριστιανοῦ εἶναι μιά πορεία ἐλευθερίας: ἐλευθερίας ἀπό τά πάθη του, ἀπό τά πράγματα ἀπό τά ὁποῖα δεσμεύεται καί ἀπό τίς ἰδέες πού τόν δεσμεύουν γιά νά μήν μπορεῖ νά ἀκολουθήσει τόν Χριστό. Διαβάστε τό κείμενο. Μελετῆστε το, ὄχι ἁπλῶς γιά ὁποιαδήποτε κουλτούρα, [ἀλλά] γιατί εἶναι θέμα ζωῆς. Αὐτό τό θέμα μᾶς καίει. Ἤ ζοῦμε ἤ πεθαίνουμε.


ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΝΗΠΤΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ...



Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, ἐπάνω στό χωρίο τοῦ κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου, κεφάλαιο 22ο, στίχοι 35 ἔως 46, στά πλαίσια τῆς ἐρμηνείας τοῦ κηρύγματος τῆς Κυριακῆς, πού ἔγινε τήν Κυριακή στίς 03-02-2013.

Ἄν ἀκούσατε καλά τό κείμενο τό εὐαγγελικό, πού ἀνεγνώσθη πρίν ἀπό λίγο καί εἶναι πολύ γνωστό καί ἀρκετά γνωστό, θά κατανοήσατε τά βασικά διαγραμματικά στοιχεῖα αὐτῆς τῆς κουβέντας τοῦ Χριστοῦ μέ αὐτό τό νομικό. Ἄν λοιπόν  ἀκούσατε αὐτό τό Εὐαγγέλιο καί ἔβγαινα καί σᾶς ἔλεγα [ὅτι] σέ αὐτό τό κείμενο, ὑπάρχει ἡ βάση ὅλης τῆς νηπτικῆς θεωρίας τῶν νηπτικῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, γιά τόν πόλεμο μέ τούς λογισμούς, θά λέγατε ἄλλο πράγμα μᾶς λέει αὐτός.
Κι ὅμως πράγματι αὐτό τό κείμενο εἶναι ἡ βάση, δηλαδή τό κύτταρο, πάνω στό ὁποῖο στηρίζεται ἡ νηπτική θεολογία τῶν Πατέρων, γιά τήν κάθαρση καί τόν πόλεμο μέ τούς λογισμούς.
Καί γιά νά μπορῶ νά γίνω σαφής καί βατός γι᾽ αὐτήν τήν πρόταση πού ἔκανα, γιά νά μή νομίζετε πού ἄλλο Εὐαγγέλιο ἄκουσα ἐγώ καί ἄλλο ἐσεῖς, νά τό προσδιορίσω καί ἀπό τήν ἑρμηνευτική τοῦ κειμένου, νά μποῦμε λιγάκι στό μεδούλι, στό κύτταρο τοῦ κειμένου νά τό κατανοήσουμε. Κι ὅπως γνωρίζετε, ἡ βασική ἐκφραστική δυνατότητα, τό ὅπλο τῆς ἑρμηνευτικῆς, εἶναι οἱ λέξεις οἱ ὁποῖες περνοῦν μέσα ἀπό τό κείμενο. Καί οἱ λέξεις εἶναι τό δομικό ὑλικό. Νά ἀκούσουμε τίς λέξεις τοῦ κειμένου· ἦταν πολύ μικρό ἀλλά οἱ λέξεις [ἦταν] σαφεῖς.
Πρῶτα-πρῶτα ἡ συνάντηση γίνεται μέ ἕνα νομικό. Προσέξτε! Ἔχουν σημασία οἱ λέξεις. Ἐνῶ εἶναι γνωστή στήν ἱστορία τοῦ Ἰσραήλ ἡ λέξη τοῦ νομοδιδασκάλου, καί ὁ Χριστός κάποτε ἄλλοτε εἶπε, «Οὐαί ὑμῖν τοῖς νομικοῖς». Δέν εἶπε «τοῖς νομοδιδασκάλοις». Εἶναι πολύ σπουδαῖο αὐτό τό πράγμα. Ἄλλο νομοδιδάσκαλος, πού διδάσκει τό Νόμο καί μπορεῖ νά μήν τόν πιστεύει ἀλλά τόν διδάσκει. Ἄς φανταστοῦμε πού εἶναι κύμβαλον ἀλαλάζον ἀλλά τόν διδάσκει. Λέει μπλά, μπλά, μπλά, ἀλλά λέει ἀλήθειες, λέει τό Νόμο. Ἄλλο ὁ νομικός. Δέν λέει νομοδιδάσκαλος.
Ὁ νομικός εἶναι αὐτός πού ἑρμηνεύει τό Νόμο μέ δική του ἐγκεφαλική ἐπιχειρηματολογία. Γι᾽ αὐτό ὁ Χριστός ἔκανε τή διάκριση σέ ἄλλη περικοπή καί εἶπε «Οὐαί ὑμῖν τοῖς νομικοῖς», ὄχι «τοῖς νομοδιδασκάλοις». Εἶναι πολύ σπουδαία ἡ λέξη νομικός. «Προσῆλθε σέ αὐτόν νομικός». Μπορεῖ νά ἦταν καί νομοδιδάσκαλος ἀλλά τό κείμενο δίνει ἔμφαση στό νομικό. Εἶναι γνωστό πιά ἡ λέξη νομικός, μέσα ἀπό αὐτή τήν προσέγγιση, εἶναι μιά προσέγγιση τοῦ Νόμου μέ δικά του ἐγκεφαλικά ἐπιχειρήματα ἤ ἡ κατανόηση τοῦ Νόμου διά ἐγκεφαλικῶν ἐπιχειρημάτων.
«Προσῆλθε, λοιπόν, νομικός πειράζων». Βλέπετε; Ἔχει ἐγκεφαλικά ἐπιχειρήματα καί προσπαθεῖ νά πειράξει. Ἡ λέξη «πειρασμός», ἀφετηριακά στήν ἑρμηνευτική Θεολογία [τήν] ξέρετε· ὁ πρῶτος πειρασμός, εἶναι ὁ πειρασμός πού μπαίνει στούς πρωτοπλάστους. Καί ποῦ μπαίνει ὁ πειρασμός; Μπαίνει ὁ πειρασμός μέσα στό νοῦ. Γι᾽ αὐτό ἀποκτοῦν οἱ πρωτόπλαστοι μετά ἀπό τήν ἀποδοχή τοῦ πειρασμοῦ ἐσκοτισμένο νοῦ.
Ἄρα λοιπόν βλέπετε «πειράζων», εἶναι κάτι πού πάει νά μπεῖ στό μυαλό, νά πειράξει, νά διαστρέψει, νά σκοτίσει τό νοῦ· κι αὐτό τό κάνει μέ ποιό ὅπλο; Μέ τό λόγο, μέ τό λέγων, τό λέγει. Καί ὁ λόγος δέν εἶναι μονάχα λόγια, εἶναι καί λόγος. Ἐδῶ εἶναι λόγος, ἀλλά δέν εἶναι πάντα ἔτσι. Εἶναι οὐσιαστικά καί μιά πρόσβαση μέσα στή λογική.
Νά λοιπόν προσέξτε, ὁ νομικός, μιά ἐγκεφαλική προσέγγιση. Κι αὐτός ὁ ἐγκέφαλος μόνο ἐγκεφαλικά προσεγγίζει τά πράγματα. Τό μόνο πού μπορεῖ νά κάνει εἶναι νά προσέλθει καί νά ἀκουμπήσει τόν ἐγκέφαλο, τό νοῦ, νά τό  ᾽λεγα ἔτσι. Αὐτή ἡ διεργασία εἶναι τοῦ πειρασμοῦ.
Καί μάλιστα προσέξτε κι ἕνα ἐπιχείρημα. Τί τοῦ λέει; Λέει ποιά εἶναι ἡ μεγάλη ἐντολή. Ἐνῶ  ὁ Χριστός ὅταν λέει, λέει ποιά [εἶναι] ἡ πρώτη ἐντολή. Διαφέρει τό μεγάλο ἀπ᾽ τό πρῶτο. Τί εἶναι τό μεγάλο; Εἶναι τό ὀγκῶδες, εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖο κάνει ἐμφάνιση. Εἶναι ἐκεῖνο πού θέλει νά παρουσιαστεῖ, νά δείξει πού  ὑπάρχει. Ἄλλο τό πρῶτο. «Ἐγώ ὁ Θεός εἶμαι πρῶτος». Κι ὅμως ὁ Θεός κρύβεται. «Ὁ πρῶτος ἐξ ὑμῶν ἔστω πάντων διάκονος». Τελευταῖος. Ἄλλο πρῶτος κι ἄλλο τό μεγάλο. Προσέξτε. Λέει ποιά εἶναι ἡ μεγάλη ἐντολή. Ἐδῶ φαίνεται μιά σαφής διαστρέβλωση ἤ μιά θά ἔλεγα διαφημιστική διάθεση, ποιά εἶναι ἡ μεγάλη ἐντολή. Βλέπετε, ἤδη χρησιμοποιεῖ ἐγκεφαλικά ἐπιχειρήματα κι εἶναι αὐτό πού κάνει ὁ κόσμος. Μέ τά μεγάλα, τά ὀγκώδη, τά φανφαρώδη, πάει νά μᾶς  ἐπηρεάσει. Εἶναι τά μεγάλα.
Ἤδη τό κείμενο εἶναι καθοριστικό. Καί ἔρχεται ὁ Χριστός τώρα νά μπεῖ σέ μιά θεραπευτική καί ἡ ἐρώτηση πού ὑποβάλει εἶναι ποιά εἶναι ἡ μεγάλη ἐντολή. Καί ὁ Χριστός τώρα κάνει τή θεραπευτική. Προσέξτε. Ὁ Χριστός δέν ἀντιπαλαίει ὡς ἕνας διαλεκτικός φιλόθεος, πού θέλει νά πεῖ μιά ἄλλη ἀλήθεια γιατί ἔχει μιά ἀντίθεση. Ὁ Χριστός γιατρεύει καί ὁ λόγος Του, μπορεῖ νά φαίνεται ἀντιθετικός ἀλλά δέν εἶναι· [οὔτε ἀντιθετικός], οὔτε γελοιοποιητικός. Εἶναι θεραπευτικός.
Καί μπαίνει καί στήν ἀπάντηση ὁ Χριστός, στή θεραπευτική ἀπάντηση. Καί τί λέει; Λέει «ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας».
Προσέξτε τώρα τήν ἀπάντηση, εἶναι γνωστή ἡ ἀπάντηση. Ἀλλά ποιό εἶναι τό δομικό ὑλικό πού χρησιμοποιεῖ ὁ Χριστός; Τί πρέπει νά ἀγαπήσεις; Λέει ἡ ψυχή καί μετά βάζει τά βασικά ἐκφραστικά μεγέθη τῆς ψυχῆς, πού εἶναι ἡ καρδιά καί ἡ διάνοια. Εἶναι ἡ ψυχή πού ἔχει ὄργανό της, κατά τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ἔχει τήν καρδιά καί τή διάνοια. Καί λέει αὐτά, ὅλα μαζί πρέπει νά γιατρευτοῦν. Καί αὐτά θά γιατρευτοῦν ἄν ἀγαπήσεις τόν Θεό, πού σημαίνει ἀγαπῶ, σημαίνει ἀκολουθῶ, προσκολλῶμαι, τάσσομαι, ὑποτάσσομαι, ὑπακούω. Κι ὅποιον ἀγαπῶ, τόν ἀγαπῶ ἔτσι. Δέν ἀντιτίθεμαι.
Κι ἐδῶ ἀντί ὁ Χριστός νά κάνει μιά ἀντιπαλότητα θεολογική, θά μποροῦσε νά τό κάνει χίλιες φορές ἀφοῦ Ἐκεῖνος εἶναι ὁ Δοτήρ τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἀντί νά μπεῖ σέ ἄλλα λογικά ἐπιχειρήματα, νά στρέψει τή λογική του, μπαίνει στή θεραπευτική. Καί μπορεῖ γιά τόν ἄλλον ἡ ἀπάντηση ἐφόσον [εἶναι] τόσο λογοκρατούμενος καί μόνο μέ τόν ἐγκέφαλο νά κινεῖται, νά μή λέει τίποτα, ἀλλά τοῦ διεγείρει τά ἄλλα τά μεγέθη νά ξυπνήσουν. Ὄχι μόνο τά ἐγκεφαλικά μεγέθη. Ἔστω νά ξεφύγει ἀπό μιά νομική ἀνάλυση τῶν πραγμάτων, ἐγκεφαλική. Καί  αὐτός μετά θά γιατρευτεῖ. Κι αὐτός [μετά] θά εἰσέλθει θεολογικά. Ἀλλά μπαίνει βλέπετε στήν καρδιά. Μπαίνει στή διάνοια. Ἡ διάνοια μπαίνει στό νοῦ. Ἔτσι λοιπόν τό κείμενο ἀποκτᾶ μιά βαθιά θεραπευτική διάσταση.
Κι ὅμως τό κείμενο πού ἀκούσατε δέν τελείωσε ἐκεῖ. Θά νόμιζε κάποιος πού τελειώνει αὐτή ἡ συνάντηση τοῦ Χριστοῦ μέ τό νομικό. Καί ὑπάρχει μιά ἄλλη περιπέτεια ἐδῶ καί [ποιά] εἶναι ἡ ἄλλη περιπέτεια; Εἶναι ἡ συνέχεια τοῦ κειμένου. Καί βάζει τόν Χριστό, ἐκείνη τή στιγμή, νά διαλέγεται καί νά ὑποβάλλει ἐρωτήματα στούς  ῾Εβραίους πού εἶναι ἐκεῖ παρόντες.
Ἐδῶ εἶναι τό σπουδαῖο τοῦ κειμένου. Καί δέν τελειώνει τό κείμενο. Καί τότε ἀντί νά ὑποστεῖ ὁ Χριστός ἕνα ἐρώτημα, ποιά εἶναι ἡ μεγάλη ἐντολή, πού ἀπήντησε θεραπευτικά μ᾽ ἕναν ἄλλο τρόπο, ταυτόχρονα τώρα ὁ Χριστός ὑποβάλει ἕνα ἐρώτημα. Καί ὑποβάλει ὁ Χριστός ἕνα βαθύ θεολογικό ἐρώτημα. Προσέξτε ἐδῶ τώρα τήν ἱστορία. Δέν τό κάνει ὁ Χριστός γιά νά τούς γελοιοποιήσει. «Ρωτᾶτε; Δέν ξέρετε, τί ρωτᾶτε; Σᾶς ἔδωσα ἀπάντηση. Τώρα πάρτε καί μιά ἐρώτηση νά γελάσω μαζί σας». Ὄχι. Ἡ συνέχεια τοῦ κειμένου εἶναι ἀκόμα πιό βαθιά θεραπευτική. Προσέξτε καί αὐτό τό σημεῖο. Πῶς προσλαμβάνουμε τά κείμενα δηλαδή. Καί ρωτάει ἕνα βαθύ θεολογικό ἐρώτημα. Πού θά ἔλεγα, ἄν δέν καταλάβαινε κανείς τή θεραπευτική διάσταση τοῦ κειμένου, θά ἔλεγα πώς θέλει νά παίξει μαζί τους. Λέει, ποιός εἶναι ὁ Πατέρας τοῦ Κυρίου. Ἕνα πολύ βαθύ θεολογικό ἐρώτημα. Ἐπειδή ἔχουν λανθασμένη θεολογική κατανόηση τῶν κειμένων, λένε ὁ Δαυίδ. Καί ὁ Χριστός τούς ἀνατρέπει καί λέει πώς «ὁ Δαυίδ λέει τόν Θεό Κύριο. Πῶς εἶναι Κύριός του ἄν εἶναι ὁ Πατέρας του;». Ἕνα βαθύ θεολογικό ἐρώτημα πού ἀπαντιέται γιατί ὁ Χριστός εἶναι ὁ Κύριος τῶν πάντων. Τί σημαίνει αὐτό τό ἐρώτημα τώρα πού ὑποβάλει ὁ Χριστός; Ἀνατρέπει μέν τή λογική τους καί τί λέει; Προσέξτε ἐδῶ εἶναι ἡ ἱστορία. Λέει: «Τί λέει ὁ Δαυίδ; Ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ τό λέει». Προσέξτε. Ἄ!!!!! Στήν ἱστορία αὐτή, ὁ Δαυίδ λέει κάτι ἀλλά ὁ νοῦς του δέν εἶναι ἕνας νοῦς πού εἶναι μόνο ἐγκέφαλος πού κάνει μιά διεργασία σχημάτων. Ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι τό λέει. Τό σπουδαῖο τοῦ κειμένου εἶναι ἐδῶ πιά. Ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι τό λέει ὁ Δαυίδ. Ἄρα ὁ νοῦς του ἔχει καταυγαστεῖ ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα -πιά πήγαμε στήν ἱστορία τῆς ψυχῆς, τῆς καρδίας καί τοῦ νοῦ- ἔχει καθαριστεῖ ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, καί τό λέει ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Καί τούς κάνει καί τή θεραπευτική, τούς δίνει καί τήν πρόταση θεραπευτικῆς καί τούς μαθαίνει πῶς νά ξεπεράσουν τή νομική διάσταση. Γιά νά μποῦνε σέ μιά ἄλλη ἀνάλυση, κατανόηση, ἑρμηνεία τοῦ Νόμου. Πῶς θά τό καταλάβουν αὐτό [γιά] νά τό κάνουνε; Ἄν εἶναι ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Ἄν καθαρθεῖ ἡ ψυχή, ὁ νοῦς [καί] ἡ καρδιά τους. Αὐτά λοιπόν τά δεδομένα, εἶναι αὐτά πού ἔδωσαν ἀφορμή νά σᾶς πῶ, ὅτι τό κείμενο αὐτό, εἶναι ἀφετηρία τῆς νηπτικῆς θεραπευτικῆς θεωρίας τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, γιά τήν κατανόηση τῶν πραγμάτων, τήν ἐγκεφαλική λειτουργία καί ἀκόμα περισσότερο, δευτερευόντως μέν ἀλλά περισσότερο, ἀκόμη καί γιά τήν ἑρμηνεία τῶν κειμένων. Οἱ ἑρμηνευτικές τῆς Ὀρθοδοξίας μας σέ αὐτά στηρίζεται. Δέν μπαίνει σ᾽ ἕναν ἐγκέφαλο πού τόν μελετάει, μελετάει καί κάνει ἀναλύσεις. Μπαίνει στή νηπτική θεωρία. Βλέπετε οἱ Πατέρες ἦταν ἄνθρωποι πού λειτουργοῦσαν, μετάνιωναν, ἔκλαιγαν, νήστευαν. Ὅλα μπαίνουν σέ μιά ἄλλη διαδικασία. Τό κείμενο λοιπόν πραγματικά, ὁρίζει, καί κρατῆστε το πολύ, ὁρίζει τήν προσέγγιση ὅλης τῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ζωῆς μας δηλαδή, τόν τόπο πού ζοῦμε, τό σπίτι μας, τή μητέρα μας ὁρίζει. Καί πῶς θά τήν προσεγγίζουμε. Καί χωρίς νά καταργήσει τόν ἐγκέφαλο καί τό νοῦ ὡς ἐξωτερικές διαδικασίες. Τά καθαρίζει καί τά ἐντάσσει μέσα σ᾽ ἕνα γενικότερο πλαίσιο ἁγιοπνευματικό. Ὅπου ἔτσι, ζώντας στήν Ἐκκλησία ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, μποροῦμε νά καταλάβουμε ὄχι μόνο τά κείμενα, ὄχι μόνο τή ζωή μας. Νά καταλάβουμε τόν ἄλλο, τόν παρακάτω. Νά καταλάβουμε τά δρώμενα. Νά καταλάβουμε τί θέλει ἀπό μᾶς ἡ πολιτική, τί θέλει ἡ οἰκονομία, τί θέλουν ἀπό μᾶς… Ὅλα μπαίνουν σέ μιά ἄλλη ἱστορία. Τολμῶ νά πῶ πιά, μέσα ἀπό αὐτό τό κείμενο, καταλαβαίνω, πώς ἡ ἱστορία, τό εἶναι μου, τό τώρα μου, ἡ γειτονιά μου, μποροῦν νά γίνουν κατανοητά, ἑρμηνεύσιμα, ὄχι ἀναλυτικά ἐγκεφαλικά, μέσα ἀπό ἄλλες διαστάσεις. Ἄν τά δεῖς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Πράγματι αὐτή ἡ συνάντηση εἶναι καθοριστική.
Τελειώνοντας λέω, γιατί ἔκανα αὐτή τήν ἀνάλυση; Γιά νά μάθετε καλύτερα τήν ἑρμηνεία τοῦ κειμένου; Πιστέψτε με [πώς] ὄχι. Ἡ διάθεσή μας δέν εἶναι νά μάθετε πολλά. [Τήν ἔκανα] γιά νά μπεῖτε στήν πρακτική αὐτοῦ τοῦ κειμένου.
Γιά νά μπορεῖτε νά καταλάβετε καί νά ζήσετε πραγματικά τή ζωή σας ὡς ὄντως ζωή καί ὄχι ὡς περιγραφή ἐγκεφαλικῶν διαγραμμάτων! 

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΑΚΟΥΣΙΩΝ ΘΛΙΨΕΩΝ


 
-Σκοπός μιας ενορίας είναι να θεραπεύσει τον νου του ανθρώπου. -Αν μια ενορία κάπου διασπαστεί σ'ένα έργο ενοριακό, σε μία κοσμική συμβατικότητα, και σ'ένα μπλα-μπλα προβολής έργων, τότε θα χάσει το κέντρο της, που 'ναι οι ακολουθίες της και η Θεία Λειτουργία. -Η Εκκλησία θεραπεύει τα συστήματα της κοινωνίας, όχι με διοικητικές αποφάσεις αλλά ως ένα σώμα, που λειτουργεί μέσα απ' την ενορία. -Τι είναι ανάγκη; Μόνο ό,τι μας κρατάει στην ζωή. Στον προσδιορισμό της ανάγκης κρύβεται η αιτία της εκάστοτε οικονομικής κρίσης. Διότι μπορεί μία ολόκληρη κοινωνία ν' αναλώνει και να σπαταλά τις παραγωγικές της δυνάμεις, για την κάλυψη περιττών αναγκών. -Ζούμε σε μία κοινωνία που τόσο πολύ μας έχει διαλύσει, από ρεμβασμούς, φαντασίες και χρησιμοθηρίες, και μας έχει βάλει με την βία σε μία δουλεία εργασιομανίας, που να μην μπορούμε να προσευχηθούμε. -Ο Ιησούς Χριστός δεν είναι κάποιο απωθημένο απλησίαστο ιδανικό μοντέλο!
 
-Πώς εκπαιδεύουμε τους νέους κληρικούς μας; Η Εκκλησία τι έχει να δώσει στον λαό της; Μία κατ’ἐπίφαση μελλοντική σωτηριολογία; Και πώς θα ζήσει ο λαός της σήμερα; Σερνάμενος μεταξύ ταραχών & ψυχολογικών μεθοδολογιών; -Όταν η σάρκα αποκτήσει δικό της θέλημα, αντιστρατεύεται τους Πνευματικούς νόμους, ο άνθρωπος πεθαίνει απ’τόν Θεό & ζει την δική του φύση. -Εγκράτεια είναι η εξάλειψη του θελήματος της σαρκός. Η προσευχή μ’ ἐγκράτεια είναι το μόνο κλειδί οποιασδήποτε οικονομίας & οικονομικής κρίσεως. -Όχι μόνο να μην κάνουμε τα εφάμαρτα του κόσμου αλλά & να μην ταρασσόμασθε με τα πράγματα του κόσμου, διότι η κάθε ταραχή δηλώνει αποστασία απ’ τόν Θεό. -Γίνω ή όχι καλά σκοπός είναι να γίνει το Θέλημα του Θεού, διότι Εκείνος ξέρει που πάει την ιστορία. Αν έχουμε την τόλμη να πούμε γεννηθείτο το Θέλημά Σου, τότε κάπου λίγο προχωρήσαμε στα Πνευματικά & θ’ ἀπελευθερωθοῦμε από πολλά άγχη κι αυτό είναι Ευχαριστία!!!
 
-Κρίση είναι όταν δεν αναζητούμε πρώτα την Βασιλεία των Ουρανών. -Κάθε τι κακό που μας συμβαίνει είναι επακόλουθο των δικών μας πράξεων, που πρέπει να μας οδηγήσει σε μετάνοια και όχι σε αντίσταση. -Για τα μέτρα της σκέψεως του κόσμου υπάρχει οικονομική κρίση, για τα μέτρα της εν Χριστώ μωρίας δεν υπάρχει. -Η Θεία Λειτουργία είναι η αποφατική, η άλλη απάντηση που έχει η Εκκλησία στα προβλήματα του κόσμου. -Υπομονή με πραότητα κάνουμε μόνο όταν εμπιστευόμαστε απόλυτα τον Χριστό. -Προσευχή με ταπεινοφροσύνη και όχι κενοδοξία και βιοτική μέριμνα.
 
-Η διεύρυνση του χώρου και του χρόνου μας, δεν θ’αλλάξει τίποτε πάνω μας, εάν δεν μετανοήσουμε κι αν δεν έχουμε αγιασμένη ζωή. -Το έργο της Εκκλησίας δεν προσμετράται. -Παραμένουμε σε μια συνεχή μαθητεία σ’αυτή και πέρα απ’αυτήν την ζωή, πορευόμενοι από δόξαν εις δόξαν. -Αν ο λόγος μας δεν είναι αναπαυτικός και αν είναι για να καταξιωθεί ο εγωισμός μας, καλύτερα να μην μιλάμε. -Αν η ενορία είναι ζωντανή δεν μπορεί να υπάρχει συνενορίτης που να πεινάει. -Δεν έχουμε ένα σύστημα σκέψεως και κάποια ιδεολογία. Εμείς εμπιστευόμασθε ότι μας λέει ο Χριστός μέσα από την Εκκλησία.
 
Μεταφορά στον εξωτερικό δεσμό: Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ

†. Κυ 29-12-2013, O ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ H ΙΣΤΟΡΙΑ ΩΣ ΜΥΣΤΗΡΙΟ

  O ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ H ΙΣΤΟΡΙΑ ΩΣ ΜΥΣΤΗΡΙΟ. Πώς συνειδητοποιούμε, και πώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε την προσωπική μας ιστορία, τον πόνο μας, την τραγωδία μας, και το κάθε γιατί, το οποίο προκύπτει κάθε μέρα στη ζωή μας;
ΚΥ 29-12-2013 (Κατά Ματθαίον, Κεφ.2, στιχ. 13-23)

†. Κυ 14-01-2007, ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΕΘΝΗ


 
Η ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ ΚΑΙ Η ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΕ ΟΛΑ ΤΑ ΕΘΝΗ. Χωρίς τήν κατανόηση τοῦ ἄλλου πολιτισμοῦ, τοῦ ξένου, τοῦ ἀλλόκοτου, τήν ὁποία σήμερα ζοῦμε πάρα πολύ ἔντονα καί ἐκρηκτικά σέ ὅλες τίς διαστάσεις της, ἀναιροῦμε τόν ἑαυτό μας, τήν πνευματική μας ζωή καί ταυτόχρονα τήν ἐκκλησιολογία μας!
Κυ 14-01-2007 (Κατά Ματθαίον, Κεφ.1, στιχ. 1-8)
 

†. Κυ 16-01-2005, ΦΩΤΙΣΜΟΣ : Η ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΗ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ

  Ο φωτισμός, αυτή η ευχαριστιακή θεραπευτική της προαιρέσεως, που την έχει η Εκκλησία μας με ένα μοναδικό τρόπο και μας το προτείνει να το ζήσουμε, να το καλλιεργήσουμε πάνω μας, για μία ολοκληρωτική θεραπεία!
Κυ 16-01-2005 (Κατά Λουκάν, Κεφ.17, στιχ. 12-19)

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΜΑΓΕΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΩΝ





Η συνάντηση
Η σύγχρονη ιεραποστολική αναζήτηση της εκκλησίας μας δημιούργησε μία ιδιότυπη συνάντηση. Είναι μία συνάντηση με κοινωνίες που βιώνουν πρωτόγνωρες για μας θρησκευτικές εμπειρίες. Οι γνωστοί λόγοι των Πατέρων κατά Ελλήνων, Ιουδαίων και Εθνικών, παρ’ όλη την ευρύτητα τους, δεν καλύπτουν το χώρο των αναζητήσεων των λαών που βρίσκονται μέσα στο χώρο των παραδοσιακών θρησκειών της Αφρικής και της Ασίας. Η συνάντηση αυτή απαιτεί ουσιαστική μελέτη των θρησκευτικών συντεταγμένων των λαών αυτών προκειμένου να γίνει «ξεκαθάρισμα» εννοιών εκεί που υπάρχει ο κίνδυνος του συγκρητισμού. Οι απολογητές Πατέρες των πρώτων αιώνων γνώριζαν πολύ καλά π.χ. την έννοια που απέδιδε ο Πλάτων στην ψυχή προκειμένου να ομιλήσουν για την αθανασία της ψυχής δίδοντας έμφαση στα στοιχεία που διαφοροποιούν τις έννοιες.

Η πανσπερμία των απόψεων και η λιτότητα των εργαλείων
Μιλήσαμε πριν από λίγο για τις παραδοσιακές θρησκείες της Αφρικής και της Ασίας. Θα ήταν αφελές να προσπαθήσουμε να περιγράψουμε με κοινούς ορισμούς τις θρησκευτικές διαφοροποιήσεις που κρύβονται μέσα στο γεωγραφικό αυτό τόξο που χαράσσει έναν ορίζοντα απέραντο. Μέσα, όμως, στην πανσπερμία των απόψεων μπορούμε διακριτικά να προσδιορίσουμε κάποια λιτά εργαλεία που έχουν την ιδιότητα να αγγίζουν μεγάλο αριθμό θρησκευτικών συστημάτων και Ιδεολογιών.

Το στοιχείο του μαγικού ως εργαλείο ερεύνης
Ένα από τα εργαλεία ερεύνης είναι το στοιχείο του μαγικού. Φωλιάζει σ' όλες σχεδόν τις θρησκευτικές παραλλαγές. Παρ’ όλο που η εξωτερική του εμφάνιση έχει διαφορετικά τελετουργικά και πρακτικές, έχει, στη ρίζα του, το ίδιο πρόσωπο. Από τη φανερή μαγική αντίληψη του κόσμου που κρύβει η κάθε παραλλαγή των αφρικανικών θρησκειακών αντιλήψεων, μέχρι την αφηρημένη και φιλοσοφική προσέγγιση του βουδισμού κυριαρχεί το μαγικό στοιχείο. Ο βουδισμός μάλιστα, παρ' όλη την υπερβατική διαλογιστική του, το χρησιμοποιεί κατ’ εξοχήν όταν θελήσει να προσεγγίσει τις απαιτήσεις της θρησκευόμενης μάζας για μια θρησκεία που εξασφαλίζει στον πιστό πρακτικές παροχές και προφυλάσσει από το κακό και τις προσβολές του. Αν θέλαμε να προσδιορίζαμε το μαγικό, θα στεκόμασταν σε κάποια πρακτική που αφ' εαυτής εξασφαλίζει τον πιστό ή σε αντικείμενα που μόνα τους, λόγω μαγικής τελετουργικής φορτίσεως έχουν αυτονομία για να δίνουν προστασία και ευλογία. Από το μαγικό απουσιάζει σχεδόν η προσωπική επιθυμία και άσκηση καθώς και η συνάντηση η προσωπική με τον Θεό. Ακόμη και οι ποιo «υψηλές» μορφές θρησκευτικότητας, όπως ο διαλογισμός, η γιόγκα, η εμβάθυνση στο μάντρα, οδεύουν σταθερά στην αφαίρεση του προσώπου και στην εξαφάνιση στο πέλαγος μιας απρόσωπης εννοίας νιρβάνα.

Η σπουδαιότητα τον μαγικού ως εργαλείου αποφυγής συγκρητισμού
Η Ιεραποστολική πρακτική πρέπει να σταθεί κατηχητικά στο σημείο αυτό. Ο κατηχούμενος που προέρχεται από τις παραδοσιακές θρησκευτικές εμπειρίες κινδυνεύει άμεσα να εντάξει τα μυστήρια της Εκκλησίας, όπως και τα Ιερά σκεύη και αντικείμενα, στο γνωστό χώρο του μαγικού. Είναι πολύ πιο βολικό γι' αυτόν να έχει τη νέα θρησκεία που του εξασφαλίζει και ορατά φετίχ, τα οποία μπορεί να χρησιμοποιεί για κάθε περίπτωση. Όπου έγινε πρόχειρη η ανεπαρκής κατήχηση, στο σημείο αυτό ήταν φανερή η αποτυχία στη συγκρότηση πραγματικά ορθόδοξων κοινοτήτων. Η συχνή και παράλληλη προσφυγή στο μάγο και στον ιερέα δηλώνει του λόγου το αληθές. Κάθε φορά που ξεσπούν τάσεις διχασμού, χαρισματικών φαινομένων, προβλημάτων εκκλησιολογικής φύσεως και τυπολατρικού συγκρητισμού μπορεί ο νηφάλιος παρατηρητής να συλλάβει στο κέντρο του προβλήματος κάποια μορφή μαγικού στοιχείου που υποκρύπτεται επιμελώς.

Δυνατότητες θεραπείας
Οι ευθύνες για τη συγκατοίκηση του μαγικού στοιχείου με το χριστιανισμό δεν βαρύνουν τους κατηχούμενους και τους νεοφώτιστους. Εκείνοι έτσι μεγάλωσαν. Ήταν η αγωγή εξ απαλών ονύχων και έτσι εμαθήτευσαν παρά τους πόδας κάποιου «Γαμαλιήλ» της παραδόσεώς τους. Μια παλαιά πίστη μπορεί να την αλλάξεις. Και το πράγμα είναι σίγουρα πιο εύκολο αν ακούσεις τη φωνή της θείας χάριτος. Το δέσιμο όμως με μια παράδοση που έχει επεκτείνει τα πλοκάμια της σε κοινωνικές, πολιτιστικές, εθιμοτυπικές και διανθρώπινες σχέσεις δύσκολα το αποτάσσεις. Είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις τα ζιζάνια από τον καρπό. Αν αποβάλλοντας τα ζιζάνια, δηλαδή το μαγικό, απορρίψεις κοινωνικές συνθήκες και τρόπους διαβιώσεως, μπορεί να τραυματίσεις βαθύτατα το πρόσωπο ενός τόπου. Η μόνη θεραπευτική πρόσβαση είναι η βαθειά μελέτη των δεδομένων της υπό κατήχηση κοινωνίας και η μακροχρόνια παραμονή του ιεραποστολικά εργαζομένου στον τόπο της Ιεραποστολής με άσκηση και προσευχή. Ο φωτισμός του νου και το ζύμωμα με το περιβάλλον θα δώσει τις δυνατότητες για να διαπιστωθεί που κρύβεται το μαγικό και που όχι. Η μακροχρόνια φυσικά και συστηματική κατήχηση, χωρίς την αγωνία των αριθμών, θα διευκολύνει την όλη προσπάθεια.
Στώμεν, λοιπόν, καλώς και μετά φόβου ενώπιον της προσπάθειας του ευαγγελισμού των λαών. Η μαγική διάσταση έχει ζυμωθεί με τον πολιτισμό πολλών τριτοκοσμικών κοινωνιών. Αφορκισμοί, συνθήματα και συγκινητικές Ιεραποστολικές περιγραφές δεν προσεγγίζουν το πρόβλημα. Το φαινόμενο δεν μπορούμε να το παραβλέψουμε. Η απώθηση δεν δίνει λύσεις. Χρειάζεται ανατομία της μαγικής νοοτροπίας, αν δεν θέλουμε σε λίγα χρόνια οι κοινότητες των νεοφώτιστων να έχουν μεταφέρει μέσα στα πλαίσια της ορθόδοξης παραδόσεως τα χαρακτηριστικά ενός μαγικού χριστιανισμού.

† π.Κ.Σ.
Πηγή: Περιοδικό «ΣΥΝΑΞΗ». Τεύχος 67, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1998. Τίτλος περιοδικού: Η μαγεία εντός των τειχών: στρεβλώσεις της εκκλησιαστικής συνείδησης.