Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2014

Ιωάννης Ε. Θεοδωρόπουλος - Καθηγητής Παιδαγωγικής Η ζωή της ησυχίας στο πέλαγος της θείας Χάριτος



[Προηγούμενη δημοσίευση: http://www.pemptousia.gr/?p=83590]
Η ασκημένη ύπαρξη του ασκητή-φορέα αυτής της επιθυμητότητας παραμένει αλώβητη από πάθη και αγωνία φόβο θανάτου. Από το ανεξιχνίαστο βάθος της αναβλύζει κάλλος ιλαρό, πυρακτωμένο από την «άκρα ταπείνωση» του Χριστού. Ο ησυχαστής φιλιώθηκε τόσο πολύ με το μυστήριο, που το τελευταίο του αποκαλύφθηκε και τον έντυσε με κάλλος. Έγινε όλος κάλλος, αλλά τι κάλλος; Τι είναι αυτό που ακτινοβολεί; Είναι η απεραντοσύνη της αθανασίας, που σε γεμίζει κι εσένα ελευθερία. Η κτιστότητα έχει υποχωρήσει έναντι της λαμπρότητας του μακαρίου κάλλους. «Των μεν ουν αγίων η θεοειδής του Πνεύματος εικών από του νυν ένδον ώσπερ εντυπωθείσα και το σώμα θεοειδές έξω και ουράνιον απεργάζεται» λέγει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής (Πόποβιτς 1992, 168). Από τούδε  φέρει επάνω του ο ησυχαστής αυτό που ο  ίδιος άγιος ονομάζει «καλλονή λαμπρότητος και ωραιότητος ουρανίου» (ό.π.α.).Μια νέα πραγματικότητα καταυγάζει, αφού ισχύει αυτό που ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος τονίζει για τη γνώση:«τα αρχαία παρήλθε, γέγονε καινά τα πάντα»(ό.π.α.,193). Κυριαρχεί η  «Θεία Ειρήνη»,οι αντιφάσεις του χρόνου και του χώρου δεν είναι θανατηφόρες(ό.π.α.).
HSYX8XARH2
Ο ησυχαστής δεν είναι ούτε ένα  εμπερίστατο ον, ούτε υπεράνθρωπος. Αλλά ούτε και προβάλλει έναν κοινό πρότυπο βίου για όλους τους θνητούς.  Αυτό που αδιαφιλονίκητα προβάλλει είναι οι δυνατότητες του ανθρώπου όχι να έχει οράματα (πολύ της μόδας ήταν πάντα η έννοια αυτή), αλλά να διαθέτει τη σωματικότητά του στην υπηρεσία του ακτίστου κάλλους! Ενός κάλλους που δεν το δημιουργεί η φύση, αφού είναι ανίκανη να το φτιάξει, ενδημεί όμως σε όλη την κτίση ως ποίημα Θεού. Δεν το φτιάχνει η επαγγελματίας αισθητικός, ούτε και ο ευρηματικός καλλιτέχνης. Είναι κάλλος που κρατάει τον άνθρωπο στην αντίπερα της επαληθευσιμότητας και της θέλησης για δύναμη όχθης, στη χώρα της μη αναγωγιμότητας. Εκεί, στη χώρα του έρωτα, υπέρ κάθε έρωτα, της επιθυμητότητας υπέρ πάσαν επιθυμία, πρωταρχικό ρόλο δεν έχει η κάθε μία αίσθηση ξεχωριστά, αλλά η σύνολη σωματικότητα. Και γι’ αυτό εξάλλου ο ασκητής ακούει με τα μάτια και βλέπει με τα αυτιά, οσφρύζεται το γλυκύ και γεύεται την ευωδία. Και για να μην ξεχνάμε την ποίηση του Ελύτη: «άκου, άκου ομορφιά»(Ελεγείο τουGruningen).
Εάν ορισμένοι ησυχαστές έχουν τη Χάρη κρυφή, δεν είναι δική τους επιλογή, δεν είναι μοναδικοί, ούτε εξάλλου οι ίδιοι πιστεύουν κάτι τέτοιο για τον εαυτό τους. Ούτε είναι δική τους επιλογή να δείχνουν τη Χάρη. Ο καθένας όμως από εμάς είναι συνόμιλος τους και έχει το μερίδιο συναιτιότητας- σε ένα αποτέλεσμα «χωρίς» αίτιο!- που του αναλογεί: οφείλει να αναλάβει αυτό το μερίδιο από τη ζωή του ησυχαστή και να συν-αλλοιωθεί μαζί του κατανοώντας το μέχρις ενός σημείου, όχι γνωρίζοντάς το. Το κάλλος αυτό δεν  είναι ένα αντι-κείμενο, ούτε ένα θέαμα προς απόλαυση, αλλά  μια κατάσταση, που σε κάνει να μεταστοιχειώνεις τις  επιθυμίες σε δοξολογία. Διαδικασία ασφαλώς επισφαλής, αφού δεν υπάρχει εδώ μέθοδος προσέγγισης. Αν υπήρχε κάποια, σίγουρα θα τις ακρωτηρίαζε. Υπάρχει όμως η αλλοιωμένη οντότητα του ησυχαστή που σε συν-αναλλοιώνει και δεν βλέπεις απλώς κάποιο «ατεμάχιστο» κάλλος, αλλά μετέχεις σε αυτό ανακτώντας κάτι από την ανακτημένη, μέχρι αφέλειας, παιδικότητά του και μεταλλάσσεις  τότε με τη σειρά σου τον εαυτό σου. Γίνεσαι όλος επιθυμία, γιατί δεν έχεις καμία, γίνεσαι ολάκαιρος μακάριο κάλλος
Πολλοί, ενδεχομένως, διαβάζοντας το βιβλίο του π. Εφραίμ ίσως σκανδαλισθούν, θεωρώντας ότι ο γέροντας Ιωσήφ ήταν, ως θιασώτης εξοντωτικής άσκησης, σωματοκτόνος. Ίσως οι πιο θεωρητικοί θα πουν  ότι διακατεχόταν από την πλατωνική ή την πλωτινική, και την εν γένει αρχαιοελληνική, αντίληψη, την απαξιωτική για το σώμα. Ο Γέροντας Ιωσήφ, όμως, ήταν σύμφωνα με την πατερική παράδοση, όπως π.χ. εκφράζεται από τον άγιο Μάξιμο, έμψυχο σώμα και ένσωμη ψυχή, ήτοι ένας, τη ευδοκία του Θεού, ψυχοσωματικός άνθρωπος, που αγιάζει όντας ουσιωμένος από το Θεό. Φέρει επάνω στο σώμα του τον άκτιστο προαιώνιο λόγο του Θεού. Στον πυρήνα του σώματός του έχει ψήγματα θείας λογικότητας. Συνεπώς, είναι προπτωτικός ως προς τη φύση του, όχι όμως σε σχέση με ένα  χαμένο παρελθόν, αλλά ως μέτοχος των Εσχάτων. Είναι ένα όλος. Η σχέση σώματος και ψυχής είναι άρρηκτη οντολογική σχέση,  όπου «ουκ έστιν ουν όλως σώμα δυνατόν ή ψυχήν ευρείν ή λέγειν άσχετον»(ό.π.α., 168).
Το άκτιστο-μακάριο κάλλος του ησυχαστή αντλείται από τη Χάρη και καταφάσκει στην σωματικότητά του. Το σώμα του ασκητή δεν τιμωρείται, ακόμα και όταν ο ίδιος αυτομαστιγώνεται. Δεν πρόκειται για συναίσθηση ενοχών. Η αστοχία του όλου  Είναι του είναι που τον θλίβει και η συνείδησή του τον ελέγχει, καθώς διαπιστώνει αυτή την αστοχία. Δεν πρόκειται για επιβολή προκαθορισμένων ποινών επί τελεσμένων αμαρτημάτων. Το σώμα του, περιέχον θείας βουλής, δεν είναι χημικές ουσίες, αλλά θεουργημένο με τη θεία λαμπρότητα, με την, κατά τον ανωτέρω άγιο, «θείαν της μακαρίας δόξης λαμπρότητα, μεθ‘ ήν ουκ έστι τι επινοήσαι λαμπρότερον ή υψηλότερον»(ό.π.α.,170).
Εξ αυτού του λόγου είναι σώμα ταγμένο να διατηρεί το θείο άκτιστο-μακάριο-αθάνατο κάλλος. Αυτό το πετυχαίνει λογικοποιημένο (ό.π.α.,172 κ.εξ.), ήτοι αγιασμένο, θεωμένο με τη Χάρη, ικανό για αθανασία, συνεπώς πανωραίο. Το σώμα λαμβάνει το άκτιστο κάλλος, επειδή και αυτό πάσχει μαζί με τις αισθήσεις τα «μακάρια θεία πάθη»(άγιος Νικόδημος)(ό.π.α.329). Ο ησυχαστής είναι ένας εξαιρετικά λογικός άνθρωπος. Έχει τα ένστικτά του ως άνθρωπος, έχει τις ανάγκες της φύσης του, αλλά δεν τις αφήνει ανεξέλεγκτες. Βάζει θεληματικά μπροστά τη  λογική του, με αυτή λέει όχι στο παράλογο, με τον ιδρώτα της άσκησής του και τη λογική του χαλιναγωγεί τα πάθη του. Διαπιστώνει τις εσωτερικές του αντιφάσεις και  τις αστοχίες που του στερούν τη Χάρη. Δεν ανέχεται ένα αντιφατικό σώμα, πασχίζει να το διατηρήσει ενωμένο με το μακάριο κάλλος.
Ουδεμία σχέση έχει αυτή η στάση με μαζοχισμούς. Απόγνωση νοιώθει, που λοξεύει το εν κοινωνία γίγνεσθαι προς τα έσχατα, απόγνωση επειδή υπονομεύεται η ακτιστοποίησή του(ό.π.α.). «Ο  Θεός Λόγος φωτίζει το σώμα, ενώ το σύγχρονο αφώτιστο σώμα παραπαίει μέσα στο σκοτεινό ναρκισσισμό του»(ό.π.α.,182). Το σώμα και η ψυχή του ησυχαστή είναι ταγμένα να διατηρούν το μακάριο κάλλος, να το εκπέμπουν και να το πολλαπλασιάζουν. Παράδειγμα συνιστά ο π. Πορφύριος (δες: αρχ.Γοντικάκης ό.π.α., 2005).

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2014

Η ΘΗΡΙΟΜΑΧΙΑ ΠΡΙΝ...ΤΗΝ ΘΗΡΙΟΜΑΧΙΑ Περί τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου

Πορεία μελλοθανάτου ἦτο ἡ πορεία τοῦ γέροντος ἐπισκόπου (Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου) τῆς Ἀντιοχείας. Πορεία πού ἐκράτησε δέκα περίπου μῆνας. Ποῖοι θά συνώδευαν τόν Ἰγνάτιον εἰς τήν Ρώμην; Οἱ φρουροί του, οἱ ρωμαῖοι στρατιῶται. Καί ἕνας στρατιώτης ἦτο ἀρκετός διά τόν Ἰγνάτιον. Καί μόνον του ἐάν τόν ἄφηναν καί χωρίς τά δεσμά, θά ἐβάδιζε χαίρων πρός τήν Ρώμην, διά νά μαρτυρήση εἰς τό ἀμφιθέατρον. Τόν ἐτραβοῦσε πρός τήν κοσμοκράτειρα ἡ ἀκατανίκητος ἕλξις τοῦ μαρτυρίου, ὅπως ἑλκύει κάθε πρωταθλητήν ὁ στίβος. Οἱ εἰδωλολάτραι ὅμως ἐφοβοῦντο καί διά μεγαλυτέραν ἀσφάλειαν, ἀνέθεσαν τήν φρούρησιν τοῦ καταδίκου εἰς δέκα στρατιώτας. Τίς οἶδε, τί διαταγάς ἔλαβαν ἀπό τόν ἡγεμόνα τῆς Ἀντιοχείας οἱ φρουροί τοῦ Ἰγνατίου! Τί ἄνθρωποι νά ἦσαν οἱ στρατιῶται; Σπλαγχνικοί, πονόψυχοι ἤ ἄσπλαγχνοι, τραχεῖς καί σκληροί; Καί μόνον ἡ θέα ἑνός μελλοθανάτου μαλάσσει τήν καρδιά, πού δέν ἐσκληρύνθη πέρα ὡς πέρα, πού δέν ἔγινε πέτρινη. Ἡ ἰδική των καρδιά ποτέ δέν ἐλύγισε. Ἕνας λόγος συμπαθείας δέν ἐβγῆκε ἀπό τά χείλη των διά τόν Ἰγνάτιον. Τό βλέμμα των ποτέ δέν ἔπεσεν ἥμερον, γλυκύ καί ἱλαρόν εἰς τό πρόσωπον τοῦ ἁγίου ἐπισκόπου. Καί οἱ δέκα ἦσαν ἐγκληματικαί φύσεις, ἄνθρωποι ζυμωμένοι μέ τό αἷμα. Ἐάν εἶχαν τό δικαίωμα, θά ἐκτελοῦσαν τόν Ἰγνάτιον, μόλις ἐβγῆκεν ἀπό τήν Ἀντιόχειαν, διά νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό τήν ταλαιπωρίαν τοῦ μακροῦ ταξειδίου. Τώρα πού ἦσαν ὑποχρεωμένοι νά τόν συνοδεύσουν, ἐπῆραν τήν ἀπόφασιν νά τόν βασανίσουν κάθε στιγμή καί ὥρα. Πῶς παίζει ἡ τίγρις μέ τό θήραμά της; Ἔτσι ἐδοκίμαζαν ἱκανοποίησιν καί οἱ στρατιῶται νά ταλαιπωροῦν τόν Ἰγνάτιον. Ἔπειτα αὐτός ἦτο ὁ ἀρνητής τῶν θεῶν των, ὁ περιφρονητής τοῦ Καίσαρος, ὁ καταδικασμένος νά ξεσχισθῆ ἀπό τά θηρία. Διατί νά τόν λυπηθοῦν αὐτοί τώρα; Ἀς φανοῦν φοβερώτεροι ἀπό τά θηρία τοῦ Κολοσσαίου.

Μήπως οἱ στρατιῶται δέν εἶχαν ἀφορμάς νά συμπαθήσουν τόν Ἰγνάτιον καί νά ἐλαφρώσουν κάπως τά δεινά του μέ μίαν ἀνθρωπίνην τέλος πάντων συμπεριφοράν; Εἶχαν ἐνώπιόν των ἕνα ἀπό τούς μεγαλυτέρους ἁγίους. Τό πρόσωπόν του ἀκτινοβολοῦσε ἀπό ἁγιότητα καί καλωσύνην. Μεγάλη δύναμις ἡ ἁγιότης. Ὡρισμένοι ἅγιοι, πού ἔζησαν εἰς τάς ἐρήμους, μέ τήν ἀγιότητά των ἐτιθάσσευσαν καί ἡμέρεψαν καί τά θηρία ἀκόμη, τούς λέοντας καί τάς τίγρεις. Ἔπειτα ὁ Ἰγνάτιος καί δέσμιος πού ἦτο, εὐεργετοῦσε τούς στρατιώτας. Τούς ἔδιδε φαίνεται συχνά τρόφιμα καί ἄλλα εἴδη, ἀπό αὐτά πού τοῦ πρόσφεραν οἱ Χριστιανοί εἰς τάς πόλεις πού ἐστάθμευε. Ὅλα ὅμως εἰς μάτην. Ἀνήμερα θηρία οἱ δέκα στρατιῶται. Μέ κάθε νέαν εὐεργεσίαν ἐγίνοντο χειρότεροι. Δέν ὑπερβάλλομεν τά πράγματα. Δέν υἱοθετοῦμεν τίποτε τό φανταστικόν διά τήν συμπεριφοράν τῶν στρατιωτῶν πρός τόν Ἰγνάτιον. ‘Ας ἀκούσωμεν τόν ἴδιον τόν μάρτυρα πῶς ὁμιλεῖ διά τούς συνοδούς του: «’Από Συρίας μέχρι Ρώμης θηριομαχῶ διά γῆς καί θαλάσσης, νυκτός καί ἡμέρας δεδεμένος δέκα λεοπαρδάλοις, ὅ ἐστι στρατιωτικόν τάγμα, οἵ καί εὐεγετούμενοι, χείρους γίνονται, ἐν δέ τοῖς ἀδικήμασιν αὐτῶν μᾶλλον μαθητεύομαι, ἀλλ’ οὐ παρά τοῦτο δεδικαίωμαι». Διά νά θηριομαχήση εἰς τήν Ρώμην κατεδικάσθη ὀ Ἰγνάτιος. Μέσα εἰς τό κολοσσαῖον θά ἀνεδεικνύετο ὁ μεγάλος πρωταθλητής τῆς πίστεως εἰς τόν Χριστόν.

Καί νά τώρα, εἶναι ὑποχρεωμένος νά θηριομαχῆ καθημερινῶς μέ τά ἀνθρωπόμορφα θηρία, τούς δέκα φρουρούς του, μέ τάς δέκα λεοπαρδάλεις. Τούς εὐεργετεῖ καί ἀγριεύουν περισσότερον. Σπείρει ἀγάπην εἰς τήν καρδιά των καί θερίζει μῖσος, ἐκδίκησιν, κακίαν, ἐγκληματικότητα. Δέν κουράζεται ἐκεῖνος νά εὐεργετῆ. Δέν κουράζονται αὐτοί νά χύνουν ὅλον τό δηλητήριον τῆς κακούργου ψυχῆς των. Τί ἀσύλληπτα δεινά διά τόν Ἰγνάτιον κρύπτονται κάτω ἀπό τήν φράσιν, «ἀπό Συρίας μέχρι Ρώμης θηριομαχῶ διά γῆς καί θαλάσσης, νυκτός καί ἡμέρας δεδεμένος δέκα λεοπαρδάλοις»! Τήν ὥραν πού ἦτο κατάκοπος καί ἐξηντλημένος ἀπό τήν πορείαν ὁ γέρων δεσμώτης καί ἐζητοῦσε νά ἀναπαυθῆ, αὐτοί τόν ἐπίεζαν νά συνεχίση τήν πορείαν. Πόσα κτυπήματα ἐδέχθη ὁ Ἰγνάτιος ἀπό τούς συνοδούς, πόσας χυδαίας ὕβρεις ἤκουσε, ποίας ἀθλιότητας τῆς διαγωγῆς των ἀντίκρυσε, εἰς ποίας στερήσεις καί ἀγρυπνίας ὑπεβλήθη! Πόσες φορές θά ἔπεσεν εἰς τόν δρόμον, διότι παρέλυσαν ἀπό τήν πορείαν τά τρεμάμενα γεροντικά του γόνατα καί θά ἐσύρετο βίαια ἀπό τάς δέκα λεοπαρδάλεις. Καί ὅλα αὐτά νά παρατείνωνται ὄχι μίαν καί δύο ἑβδομάδες, ἀλλά δέκα μῆνες!

Μάχην μέ τά θηρία ἔδιδεν ὁ Ἰγνάτιος. Καί ποῖον τό ὅπλον του εἰς τήν μάχην αὐτήν; Ἡ ἀγάπη καί ἡ ὑπομονή. Ἡ εὐεργεσία καί ἡ χριστιανική, ἡ ἁγία συμπεριφορά. Γογγυσμός, διαμαρτυρία, λόγος παραπόνου δέν ἐβγῆκεν ἀπό τά χείλη τοῦ Ἰγνατίου: «’Εν δέ τοῖς ἀδικήμασι αὐτῶν μᾶλλον μαθητεύομαι», γράφει πρός Ρωμαίους. Ἐμαθήτευεν εἰς τήν ὑπομονήν, ὅταν οἱ συνοδοί του τόν ἐταλαιπωροῦσαν. Ἀλήθεια, τί ὑπέροχον ἠθικόν μεγαλεῖον φανερώνει ἡ στάσις αὐτή τοῦ μελλοθανάτου ἐπισκόπου! Ὅ,τι καί νά ὑποφέρη ὁ Χριστιανός, ὅσην καταδρομήν καί ἄν ὑφίσταται ἀπό τούς ἄλλους, ὅσας προσβολάς καί ὕβρεις καί διωγμούς καί ἄν ἀντιμετωπίζη, ποτέ δέν πρέπει νά ἀνταποδίδη τά ἴδια, ἀλλά νά ὑπομένη καί νά μαθητεύη «ἐν τοῖς ἀδικήμασιν αὐτῶν». Αὐτό εἶναι τό μεγάλο σύνθημα, πού μᾶς δίδει μέ τά «θεοπρεπῆ δεσμά» εἰς χέρια του ὁ Ἰγνάτιος.

Ἔπειτα ὁ ἀθλητής τοῦ Κυρίου εἶχε νά παλαίση καί μέ τά στοιχεῖα τῆς φύσεως, μέ τόν ἀφόρητον καύσωνα τοῦ θέρους καί μέ τό δριμύτατον ψῦχος τοῦ χειμῶνος. Διότι συνελήφθη τό 107 μ.Χ., ἀλλ’ εἰς τήν Ρώμην ἔφθασε μετά 10 μῆνας. Ἡ πορεία του ἑπομένως ἦτο θερινή καί χειμερινή. Πότε εὑρίσκετο εἰς ἐκτεταμένας πεδιάδας καί πότε εἰς ὑψηλά, ἀπότομα καί χιονισμένα βουνά. Τί τεράστιον ἀπόθεμα πίστεως εἶχε, γιά νά χαλυβδώνη καθημερινῶς τήν θέλησίν του καί νά ἀντιμετωπίζη τήν θηριωδίαν τῶν ἀνθρώπων καί τάς φοβεράς δυσκολίας, πού δημιουργοῦν εἰς τήν πορείαν αἱ ἀντιθέσεις, χειμῶνος καί θέρους, ψύχους καί καύσωνος.

http://kirykos.livejournal.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια: Σύνδεσμοι σε αυτήν την ανά

ΤΟΥ ΔΕΙΠΝΟΥ ΣΟΥ ΤΟΥ ΜΥΣΤΙΚΟΥ...

 
 
 
 

 

Όραμα Αγ. Ιωάννη της Κροστάνδης


Ο Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης (1829-1908), από τη Ρωσία, διηγείται αυτό το όραμα που είχε τον Ιανουάριο του 1901





Μετά τις βραδινές προσευχές, ξάπλωσα λίγο να ξεκουραστώ στο αμυδρά φωτισμένο κελί μου, καθώς ήμουν κουρασμένος. Μπροστά από την εικόνα της Μητέρας του Θεού βρισκόταν κρεμασμένη η λαμπάδα μου. Δεν είχε περάσει πάνω από μισή ώρα, όταν άκουσα ένα θρόισμα. Κάποιος ακούμπησε τον αριστερό μου ώμο και με τρυφερή φωνή μου είπε: «σήκω δούλε του Θεού Ιωάννη, και ακολούθησε το θέλημα του Θεού!»

Σηκώθηκα και είδα κοντά στο παράθυρο έναν ένδοξο στάρετς (γέροντα) με ψαρά μαλλιά, φορώντας ένα μαύρο μανδύα, και κρατώντας μια ράβδο στο χέρι του. Με κοιτούσε τρυφερά και κρατιόμουν με δυσκολία να μην πέσω εξαιτίας του μεγάλου φόβου μου. Τα χέρια και τα πόδια μου έτρεμαν, ήθελα να μιλήσω, άλλα η γλώσσα μου δεν με υπάκουε. Ο γέροντας έκανε το σημείο του σταυρού σε μένα και σύντομα γέμισα με γαλήνη και χαρά. Έπειτα, έκανα το σταυρό μου κι ο ίδιος. Στη συνέχεια, έδειξε με τη ράβδο του προς το δυτικό τοίχο του κελιού μου, έτσι ώστε να παρατηρήσω ένα συγκεκριμένο σημείο. Ο γέροντας είχε χαράξει στον τοίχο τους ακόλουθους αριθμούς:1913, 1914, 1917, 1922, 1924 και 1934. Ξαφνικά ο τοίχος εξαφανίστηκε και περπατούσα με το γέροντα σε ένα πράσινο λιβάδι και είδα πλήθος από χιλιάδες σταυρούς σαν σημάδια τάφων. Ήταν ξύλινοι, πήλινοι ή χρυσοί. Ρώτησα τον γέροντα, για πιο λόγο υπήρχαν αυτοί οι σταυροί. Μου απάντησε γαλήνια, ότι οι σταυροί αυτοί υπάρχουν γι΄ αυτούς που υπέφεραν και δολοφονήθηκαν για την πίστη τους στο Χριστό και για τον Λόγο του Θεού, και έγιναν μάρτυρες. Και έτσι συνεχίσαμε να περπατάμε. Ξαφνικά είδα ένα ολόκληρο ποτάμι από αίμα και ρώτησα τον γέροντα, ποια είναι η σημασία αυτού του αίματος και πόσο είχε χυθεί. Ο γέροντας κοίταξε γύρω και απάντησε: «Αυτό είναι το αίμα των αληθινών Χριστιανών!» Έδειξε έπειτα σε κάποια σύννεφα , και είδα πλήθος από αναμμένα καντήλια που έκαιγαν με άσπρη φλόγα. Άρχισαν να πέφτουν προς το έδαφος το ένα μετά το άλλο κατά δεκάδες και εκατοντάδες. Κατά την πτώση τους, σκοτείνιαζαν και γινόταν στάχτες. Τότε ο γέροντας μου είπε, «Κοίτα!», και είδα σε ένα σύννεφο εφτά καιγόμενα καντήλια. Ρώτησα ποιο είναι το νόημα των καιγομένων καντηλιών που πέφτουν στο έδαφος και μου απάντησε: «Αυτές είναι οι εκκλησίες του Θεού που έχουν πέσει σε αίρεση, άλλα αυτά τα εφτά καντήλια στα σύννεφα είναι οι εφτά Εκκλησίες της μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, που θα μείνουν μέχρι τέλους του κόσμου!». Ο γέροντας στη συνέχεια, έδειξε ψηλά στον αέρα και είδα και άκουσα αγγέλους να ψάλλουν: « Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ!».Ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων με κεριά στα χέρια τους μας προσπέρασαν, ενώ η χαρά φαινόταν να λάμπει στα πρόσωπά τους. Ήταν αρχιεπίσκοποι, μοναχοί, μοναχές, ομάδες λαικών, ενήλικες, νέοι, ακόμα και παιδιά και μωρά. Ρώτησα το θαυματουργό γέροντα ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι κι αυτός αποκρίθηκε: « Όλοι αυτοί είναι οι άνθρωποι που υπέφεραν για την Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία και για τις άγιες εικόνες που βρέθηκαν στα χέρια αμαρτωλών καταστροφέων». Έπειτα ρώτησα το μεγάλο γέροντα, αν θα μπορούσα να κάτσω δίπλα τους. Ο γέροντας είπε: « Είναι πολύ νωρίς για σένα να υποφέρεις, επομένως το να καθίσεις μαζί τους δεν είναι ευλογημένο από το Θεό!» Είδα πάλι ένα μεγάλο πλήθος από νεογέννητα που υπέφεραν για το Χριστό από τον Ηρώδη και έλαβαν στέμμα από τον Επουράνιο Βασιλέα. Προχωρήσαμε περισσότερο και πήγαμε σε μια μεγάλη εκκλησία. Ήθελα να κάνω το σημείο του σταυρού, άλλα ο γέροντας με συμβούλευσε: «Δεν είναι ανάγκη να κάνεις το σταυρό σου, επειδή αυτό το μέρος είναι το βδέλυγμα της ερημώσεως». Η εκκλησία ήταν σκοτεινή και καταθλιπτική. Στην Αγία Τράπεζα ήταν ένα αστέρι και ένα Ευαγγέλιο με αστέρια. Κεριά καμωμένα από πίσσα καιγόντουσαν και έτριζαν σαν καυσόξυλα. Το δισκοπότηρο στεκόταν εκεί, καλυμμένο με μια απαίσια βρωμιά. Υπήρχε κι ένα πρόσφορο με αστέρια. Ένας ιερέας στεκόταν μπροστά από την Αγία Τράπεζα με ένα πρόσωπο κατάμαυρο σαν πίσσα, και μια γυναίκα βρισκόταν κάτω από την Αγία Τράπεζα, καλυμμένη με κόκκινα και με ένα αστέρι στα χείλη της και ούρλιαζε και γελούσε σε όλη την εκκλησία λέγοντας: «Είμαι ελεύθερη!» Σκέφτηκα: « Θεέ μου, πόσο τρομερό!».
Οι άνθρωποι σαν τρελοί άρχισαν να τρέχουν γύρω από την Αγία Τράπεζα, φωνάζοντας, σφυρίζοντας και χειροκροτώντας. Μετά, άρχισαν να τραγουδούν άσεμνα τραγούδια. Ξαφνικά, ένας κεραυνός άστραψε, ένα φοβερό αστροπελέκι αντήχησε, η γη σείσθηκε και η εκκλησία κατέρρευσε, στέλνοντας τη γυναίκα, τους ανθρώπους, τον παπά και τους υπόλοιπους στην άβυσσο. Σκέφτηκα: «Θεέ μου πόσο τρομερό, σώσε μας!». Ο γέροντας είδε αυτό που είχε γίνει όπως και εγώ. Τον ρώτησα:»Πάτερ, πείτε μου, ποια είναι η σημασία αυτής της φοβερής εκκλησίας»; Αποκρίθηκε: «Αυτοί είναι οι κοσμικοί άνθρωποι, οι αιρετικοί, οι οποίοι εγκατέλειψαν την Αγία, Καθολική, Αποστολική Εκκλησία και αναγνώρισαν την πρόσφατη νεωτερίζουσα εκκλησία την οποία ο Θεός δεν έχει ευλογήσει. Σ' αυτή την εκκλησία δεν νηστεύουν, δεν παρακολουθούν ακολουθίες και δεν λαμβάνουν τη Θεία Κοινωνία»! Φοβήθηκα και είπα: « Ο Θεός μας ελεεί μα καταριέται αυτούς με θάνατο»! Ο γέροντας με διέκοψε και είπε: « Μη θρηνείς, μόνο προσευχήσου».
Έπειτα, είδα μια κοσμοσυρροή, καθένας από τους οποίους είχε ένα αστέρι στα χείλη και ήταν τρομερά εξαντλημένοι από τη δίψα, περπατώντας εδώ και εκεί. Μας είδαν και φώναξαν δυνατά: «Άγιοι Πατέρες, προσευχηθείτε για μας. Είναι πολύ δύσκολο για μας, επειδή εμείς οι ίδιοι δεν μπορούμε. Οι πατέρες και οι μητέρες μας δεν μας δίδαξαν το Νόμο του θεού. Ούτε το όνομα του Χριστού δεν έχουμε και δεν έχουμε λάβει ειρήνη. Απορρίψαμε το Άγιο Πνεύμα και το σημείο του σταυρού. Άρχισαν να κλαίνε. Ακολούθησα το γέροντα. «Κοίτα!», μου είπε δείχνοντας με το δάκτυλο του. Είδα ένα βουνό από ανθρώπινα πτώματα βαμμένα στο αίμα. Φοβήθηκα πολύ και ρώτησα τον γέροντα ποιο είναι το νόημα αυτών των νεκρών πτωμάτων. Μου απάντησε: «Αυτοί είναι οι άνθρωποι που έζησαν μοναστική ζωή, απορρίφθηκαν από τον Αντίχριστο, και δεν έλαβαν τη σφραγίδα του. Υπέφεραν για την πίστη τους για τον Χριστό και την Αποστολική Εκκλησία και έλαβαν τους στεφάνους του μαρτυρίου πεθαίνοντας για τον Χριστό. Να προσεύχεσαι γι΄ αυτούς τους δούλους του θεού!». Χωρίς προειδοποίηση ο γέροντας γύρισε στο βορρά και έδειξε με το χέρι του. Είδα ένα αυτοκρατορικό παλάτι, γύρω από το οποίο έτρεχαν σκυλιά. Άγρια τέρατα και σκορπιοί ούρλιαζαν και επιτίθονταν έχοντας προτεταμένα τα δόντια τους. Και είδα τον Τσάρο να κάθεται σ' ένα θρόνο. Το πρόσωπό του ήταν χλωμό, άλλα ανδρείο. Έλεγε την ευχή του Ιησού. Ξαφνικά έπεσε σαν νεκρός άνθρωπος. Το στέμμα του έπεσε. Τα άγρια θηρία, οι σκύλοι και οι σκορπιοί τσαλαπάτησαν τον βασιλιά. Ήμουν φοβισμένος και έκλαιγα πικρά. Ο γέροντας με πήρε από το δεξί ώμο. Είδα μια φιγούρα σαβανωμένη στα άσπρα ήταν ο Νικόλαος ο Β'. Στο κεφάλι του ήταν ένα στεφάνι από πράσινα φύλλα, και το πρόσωπό του ήταν άσπρο και κάπως ματωμένο. Φορούσε ένα χρυσό σταυρό γύρω από το λαιμό του και ψιθύριζε ήσυχα μια προσευχή. Και μετά μου είπε με δάκρυα: «Προσευχήσου για μένα, Πάτερ Ιωάννη.
Πες σε όλους τους Ορθοδόξους Χριστιανούς ότι εγώ ο Τσάρος μάρτυρας, πέθανα ανδρείως για την πίστη μου στο Χριστό και την Ορθόδοξη Εκκλησία. Πες στους Άγιους Πατέρες ότι πρέπει να κάνουμε μια Παννυχίδα για μένα τον αμαρτωλό, αλλά δεν θα υπάρξει τάφος για μένα!» Σύντομα όλα έγιναν άφαντα στην ομίχλη. Έκλαψα πικρά προσευχόμενος για τον Τσάρο μάρτυρα. Τα χέρια μου και τα πόδια μου έτρεμαν από φόβο. Ο γέροντας είπε: «Κοίτα!». Μετά είδα μια κοσμοσυρροή από ανθρώπους διασκορπισμένους γύρω στη γη που είχαν πεθάνει από πείνα, ενώ οι άλλοι έτρωγαν γρασίδι και φυτά. Τα σκυλιά κατέτρωγαν τα σώματα των πεθαμένων, ενώ η δυσοσμία ήταν τρομερή. Σκέφτηκα: «Κύριε, αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν πίστη». Από τα στόματά τους έβγαιναν βλασφημίες και γι' αυτό δέχθηκαν το θυμό του Κυρίου. Είδα, επίσης, ένα ολόκληρο βουνό από βιβλία και ανάμεσα στα βιβλία σέρνονταν σκουλήκια εκπέμποντας μια τρομερή δυσοσμία. Ρώτησα το γέροντα ποια ήταν η σημασία αυτών των βιβλίων. Αυτός είπε: «Αυτά τα βιβλία είναι ασέβεια και βλασφημία που θα μολύνουν όλους τους Χριστιανούς με αιρετικές διδασκαλίες! Μετά ο γέροντας ακούμπησε το ραβδί του σε κάποια από τα βιβλία και άρπαξαν φωτιά. Ο άνεμος διασκόρπισε τις στάχτες. Στη συνέχεια είδα μια εκκλησία γύρω από την οποία ήταν στοίβα από δεήσεις για τους αποθανόντες. Έσκυψα και θέλησα να τις διαβάσω, αλλά ο γέροντας είπε: «Αυτές οι δεήσεις για τους πεθαμένους βρίσκονται εδώ πολλά χρόνια και οι ιερείς τις έχουν ξεχάσει. Δεν πρόκειται ποτέ να τις διαβάσουν, αλλά οι νεκροί θα ζητούν κάποιον να προσευχηθεί γι' αυτούς!» Εγώ τον ρώτησα: «Ποιοι θα προσευχηθούν γι' αυτούς;». Ο γέροντας αποκρίθηκε: « Οι Άγγελοι θα προσευχηθούν γι' αυτούς».
Προχωρήσαμε πιο πέρα, και ο γέροντας τάχυνε το βήμα του τόσο που με δυσκολία τον προλάβαινα. «Κοίτα!», μου είπε. Είδα ένα μεγάλο πλήθος από ανθρώπους να καταδιώκονται από τους δαίμονες οι οποίοι τους κτυπούσαν με πασσάλους, με δίκρανα και γάντζους. Ρώτησα τον γέροντα ποιο είναι το νόημα αυτών των ανθρώπων. Μου αποκρίθηκε: «Αυτοί είναι εκείνοι που απαρνήθηκαν την πίστη τους και άφησαν την Αγία, Καθολική, Αποστολική Εκκλησία και δέχθηκαν την καινούρια νεωτερίζουσα εκκλησία. Αυτή η ομάδα, εκπροσωπεί τους ιερείς, τους μοναχούς, τις μοναχές, και τους λαικούς οι οποίοι απαρνήθηκαν τους όρκους τους, ή το γάμο τους, και δεσμεύθηκαν με το ποτό, την ανηθικότητα, και όλου του είδους τις βλασφημίες και τις διαβολές. Όλοι αυτοί έχουν τρομακτικά πρόσωπα και μια τρομερή δυσοσμία βγαίνει από τα στόματά τους. Οι δαίμονες τους κτυπούσαν, οδηγώντας τους στην τρομερή άβυσσο, από την οποία βγαίνουν οι φλόγες της κολάσεως. Ήμουν πολύ φοβισμένος. Έκανα το σημείο του σταυρού ενώ προσευχόμουν, ο Κύριος να μας αποτρέψει από τέτοια μοίρα!. Μετά, αντίκρισα μια ομάδα ανθρώπων, νέοι και γέροι μαζί, που ήταν όλοι ντυμένοι άσχημα, και κρατούσαν ψηλά ένα μεγάλο αστέρι με 5 σημεία. Σε κάθε γωνία ήταν 12 δαίμονες και στην μέση ήταν ο Σατανάς ο ίδιος με κέρατα και αχυρένιο κεφάλι. Έβγαλε ένα βλαβερό αφρό στους ανθρώπους, ενώ ανακοίνωνε αυτές τις λέξεις: «Σηκωθείτε εσείς οι καταραμένοι με τη σφραγίδα μου...» Ξαφνικά εμφανίστηκαν πολλοί δαίμονες με σιδερένιες σφραγίδες και πάνω σε όλους τους ανθρώπους τοποθέτησαν τη σφραγίδα: στα χείλη τους, στους αγκώνες και στο δεξί χέρι. Ρώτησα τον γέροντα: «Τι σημαίνει αυτό;» Και αποκρίθηκε: «Αυτό είναι το σημάδι του Αντιχρίστου!». έκανα το σταυρό μου και ακολούθησα το γέροντα.
Ξαφνικά, σταμάτησε και έδειξε προς την Ανατολή με το χέρι του. Είδα μια μεγάλη συγκέντρωση από ανθρώπους με χαρούμενα πρόσωπα που κουβαλούσαν σταυρούς και κεριά στα χέρια. Στο μέσο τους υπήρχε μια Αγία Τράπεζα τόσο λευκή όσο το χιόνι. Στην Αγία Τράπεζα υπήρχε ο σταυρός και το Άγιο Ευαγγέλιο και πάνω από την Αγία Τράπεζα ήταν ο αέρας με ένα χρυσό αυτοκρατορικό στέμμα πάνω στο οποίο ήταν γραμμένο με χρυσά γράμματα «Για το άμεσο μέλλον». Πατριάρχες, επίσκοποι, ιερείς, μοναχοί, μοναχές και λαικοί στέκονταν γύρω από την Αγία Τράπεζα. Όλοι έψαλαν: «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη». Από μεγάλη χαρά έκανα το σταυρό μου και δόξασα το Θεό. Ξαφνικά ο γέροντας κούνησε το σταυρό του προς τα πάνω τρείς φορές και είδα ένα βουνό από πτώματα καλυμμένα από ανθρώπινο αίμα και από πάνω τους πετούσαν Άγγελοι. Έπαιρναν τις ψυχές αυτών που είχαν δολοφονηθεί για το Λόγο του Θεού προς τα ουράνια ενώ έψαλλαν: «Αλληλούια!». Παρατήρησα όλα αυτά και έκλαψα δυνατά. Ο γέροντας με πήρε από το χέρι και μου απαγόρευσε να κλαίω. Ό,τι ευχαριστεί το Θεό είναι το ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός υπέφερε και έχυσε το πολύτιμο αίμα του για μας. Κάποιοι σαν αυτούς θα γίνουν μάρτυρες, που δε θα δεχθούν τη σφραγίδα του Αντιχρίστου, και όλοι αυτοί που θα χύσουν το αίμα τους θα λάβουν ουράνια στέμματα. Ο γέροντας έπειτα προσευχήθηκε γι' αυτούς τους δούλους του Θεού και στράφηκε στην Ανατολή καθώς τα λόγια του Προφήτη Δανιήλ βγήκαν αληθινά:
«Το βδέλυγμα της ερημώσεως».
Τελικά είδα το θόλο του ναού της Ιερουσαλήμ. Πάνω του ήταν ένα αστέρι. Μέσα στην εκκλησία εκατομμύρια άνθρωποι συνέρεαν και πάλι πολλοί προσπαθούσαν να μπούν. Ήθελα να κάνω το σημείο του σταυρού, άλλα ο γέροντας μου άρπαξε το χέρι και είπε: «Εδώ είναι το βδέλυγμα της ερημώσεως». Έτσι μπήκαμε στην εκκλησία, που ήταν γεμάτη κόσμο. Είδα μια Αγία Τράπεζα, που έκαιγαν κεριά από λίπος ζώων. Στην Αγία τράπεζα ήταν ένας βασιλιάς με κόκκινα, φλογισμένος, πορφυρός. Στο κεφάλι του ήταν ένα χρυσό στέμμα με ένα αστέρι. Ρώτησα το γέροντα: «ποιος είναι αυτός;» Μου απάντησε: « Ο Αντίχριστος». Ήταν πολύ ψηλός με μάτια σαν φωτιά, μαύρα φρύδια, ξυρισμένο μούσι, θηριώδης, πανούργος, διαβολικός με τρομακτικό πρόσωπο. Ήταν μόνος του στην Αγία Τράπεζα και έτεινε τα χέρια του στους ανθρώπους. Είχε νύχια σουβλερά σαν τίγρης και φώναζε: «Είμαι βασιλιάς, είμαι Θεός. Είμαι ο Αρχηγός. Αυτός που δεν έχει τη σφραγίδα μου θα θανατωθεί.». Όλοι οι άνθρωποι έπεσαν κάτω και τον προσκύνησαν και εκείνος άρχισε να βάζει τη σφραγίδα του στα χείλη τους και στα χέρια τους, έτσι ώστε να μπορέσουν να λάβουν λίγο ψωμί και να μην πεθάνουν από πείνα και δίψα. Γύρω από τον Αντίχριστο, υπηρέτες του οδηγούσαν αρκετούς ανθρώπους που τα χέρια τους ήταν δεμένα, και δεν είχαν πέσει να τον προσκυνήσουν. Αυτοί είπαν: «είμαστε Χριστιανοί, και όλοι πιστεύουμε στον Κύριο μας Ιησού Χριστό!» Ο Αντίχριστος σύντριψε τις κεφαλές τους αστραπιαία, και το Χριστιανικό αίμα άρχισε να ρέει. Ένα παιδί οδηγήθηκε μετά στην Αγία Τράπεζα του Αντιχρίστου να τον προσκυνήσει, άλλα τολμηρά διακήρυξε: «Είμαι Χριστιανός και πιστεύω στον Κύριο μας Ιησού Χριστό, άλλα εσύ είσαι υπηρέτης του Σατανά»! θάνατος σ΄ αυτόν!» , αναφώνησε ο Αντίχριστος. Άλλοι που δέχθηκαν το σφράγισμα του Αντιχρίστου έπεσαν και τον προσκύνησαν. Ξαφνικά μια βοή από κοσμοσυρροή ξανακούστηκε και χιλιάδες φωτισμένες αστραπές άρχισαν να αστράφτουν. Βέλη άρχισαν να χτυπούν τους υπηρέτες του Αντιχρίστου. Έπειτα, ένα μεγάλο φλεγόμενο βέλος άστραψε και χτύπησε τον Αντίχριστο τον ίδιο στο κεφάλι. Καθώς κουνούσε το χέρι του, το στέμμα του έπεσε και συνετρίβη στο έδαφος. Μετά εκατομμύρια πουλιά πέταξαν και κούρνιασαν στους υπηρέτες του Αντιχρίστου. Ένιωσα το γέροντα να με παίρνει από το χέρι. Προχωρήσαμε περισσότερο, και είδα πάλι πολύ αίμα Χριστιανών. Ήταν εδώ που θυμήθηκα τις λέξεις του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στο Βιβλίο της Αποκαλύψεως, ότι το αίμα θα έφτανε ως το χαλινάρι του αλόγου. Σκέφτηκα: «Θεέ μου σώσε μας!» Εκείνη τη στιγμή είδα Αγγέλους να πετούν και να ψάλουν « Άγιος, ‘Αγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ»!. Ο γέροντας κοίταξε πίσω και άρχισε να λέει: «Μη λυπάσαι, γιατί σύντομα, πολύ σύντομα θα έρθει το τέλος του κόσμου! Προσευχήσου στον Κύριο. Ο Θεός είναι εύσπλαχνος στους υπηρέτες του». Ο καιρός πλησίαζε στο τέλος του. Έδειξε στην Ανατολή, έπεσε στα γόνατα και άρχισε να προσεύχεται. Κι εγώ προσευχήθηκα μαζί του. Μετά ο γέροντας άρχισε να απομακρύνεται γρήγορα από τη γη εις τας ουρανίους μονάς. Καθώς έκανε αυτό, θυμήθηκα ότι δε γνώριζα το όνομά του και έτσι ικέτεψα δυνατά: «Πάτερ πιο είναι το όνομά σου;» Τρυφερά απάντησε: «Σεραφείμ του Σαρώφ». Ένα μεγάλο κουδούνι χτύπησε πάνω από το κεφάλι μου, άκουσα τον ήχο και σηκώθηκα από το κρεβάτι. « Κύριε, ευλόγησε και βοήθησέ με μέσω των προσευχών του Αγίου Γέροντα! Με φώτισες, τον αμαρτωλό δούλο σου, τον ιερέα της Κροστάνδης.»

Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2014

Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης – Για την ιερή και θεοποιό προσευχή. (Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, Τόμος E΄).


Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης
Για την ιερή και θεοποιό προσευχή
Κεφάλαιο 296
Αυτή λοιπόν η θεία προσευχή, η επίκληση του Σωτήρα μας, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με», είναι και προσευχή και ευχή και ομολογία της πίστεως· παρέχει το Άγιο Πνεύμα, είναι χορηγός θείων δωρεών, κάθαρση της καρδιάς, εκδίωξη των δαιμόνων, κατοίκηση μέσα μας του Ιησού Χριστού, πηγή πνευματικών εννοιών και θείων λογισμών, απολύτρωση από τις αμαρτίες, θεραπεία των ψυχών και των σωμάτων, χορηγός του θείου φωτισμού, βρύση του ελέους του Θεού, δωρητής θείων αποκαλύψεων και μυήσεων στον ταπεινό, και το μόνο σωτήριο, γιατί έχει το σωτήριο όνομα του Θεού μας, που είναι το μόνο όνομα που μας δόθηκε, το όνομα του Ιησού Χριστού, του υιού του Θεού, και δεν είναι δυνατό να σωθούμε με κανένα άλλο όνομα, όπως λέει ο Απόστολος.

Είναι εν πρώτοις προσευχή, γιατί με αυτή ζητούμε το θείο έλεος. Και ευχή, γιατί παραδίνομε τον εαυτό μας στο Χριστό με την επίκλησή Του. Και ομολογία, γιατί αυτό ομολόγησε ο Πέτρος και δέχτηκε το μακαρισμό του Κυρίου. Και παρέχει το Πνεύμα, γιατί κανένας δε λέει Κύριο τον Ιησού παρά μόνο με το Άγιο Πνεύμα. Είναι και χορηγός θείων δωρεών, αφού γι” αυτή την ομολογία υποσχέθηκε ο Χριστός στον Πέτρο να του δώσει τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών. Και κάθαρση της καρδιάς, γιατί βλέπει και καλεί το Θεό και καθαίρει αυτόν που Τον βλέπει. Και εκδίωξη δαιμόνων, γιατί με το όνομα του Ιησού Χριστού εκδιώχθηκαν και εκδιώκονται όλοι οι δαίμονες. Και κατοίκηση μέσα μας του Χριστού, γιατί με τη θύμησή Του ο Χριστός είναι μέσα μας και με αυτή είναι ένοικός μας και μας γεμίζει ευφροσύνη, όπως λέει και ο Ψαλμωδός: «Θυμήθηκα το Θεό και ένιωσα ευφροσύνη». Και πηγή πνευματικών εννοιών και λογισμών, γιατί ο Χριστός είναι ο θησαυρός κάθε σοφίας και γνώσεως και τις χορηγεί σε όποιους κατοικεί. Και απολύτρωση από τις αμαρτίες, επειδή γι” αυτή την ομολογία είπε στον Πέτρο ο Κύριος: «Όσα θα λύσεις, θα είναι λυμένα στον ουρανό». Και θεραπεία ψυχών και σωμάτων, γιατί ο Πέτρος είπε: «Στο όνομα του Ιησού Χριστού σήκω και βάδισε» καί: «Αινέα, σε θεραπεύει ο Ιησούς Χριστός». Και χορηγός θείου φωτισμού, γιατί ο Χριστός είναι το φως το αληθινό και μεταδίδει τη λαμπρότητα και τη χάρη Του σ” εκείνους που τον επικαλούνται· όπως λέει και ο Ψαλμωδός: «Ας είναι η λαμπρότητα του Κυρίου και Θεού μας επάνω μας», και ο Κύριος: «Όποιος με ακολουθεί, θα έχει το φως της ζωής». Και βρύση θείου ελέους, γιατί ζητούμε έλεος και ο Κύριος είναι ελεήμων και σπλαχνίζεται όλους όσοι τον επικαλούνται και αποδίδει το δίκαιο γρήγορα σ” εκείνους που φωνάζουν προς Αυτόν. Και δωρητής θείων αποκαλύψεων και μυήσεων στους ταπεινούς, γιατί και η ίδια δόθηκε με αποκάλυψη του ουράνιου Πατέρα στον Πέτρο που ήταν ένας ταπεινός ψαράς, και ο Παύλος ανυψώθηκε στο όνομα του Χριστού και άκουσε αποκαλύψεις, και πάντοτε ενεργεί με αυτό τον τρόπο. Και το μόνο σωτήριο, γιατί στο όνομα κανενός άλλου δεν μπορούμε να σωθούμε, όπως λέει ο Απόστολος και Αυτός είναι ο σωτήρας του κόσμου, ο Χριστός· γι” αυτό και κατά την έσχατη ημέρα όλοι θα ομολογήσουν και θα υμνήσουν θέλοντας μη θέλοντας, ότι Κύριος είναι ο Ιησούς Χριστός για τη δόξα του Θεού Πατέρα. Τούτο είναι το σημείο της πίστεώς μας, αφού και είμαστε και ονομαζόμαστε Χριστιανοί, και είναι και η μαρτυρία ότι είμαστε του Θεού. Γιατί λέει ο Απόστολος: «Κάθε πνεύμα που ομολογεί Κύριο τον Ιησού Χριστό που ήρθε με σάρκα ανθρώπου, είναι από το Θεό», όπως προείπαμε, και όποιο δεν το ομολογεί αυτό, δεν είναι από το Θεό• είναι από τον αντίχριστο όποιο δεν ομολογεί τον Ιησού Χριστό. Γι’αυτό πρέπει όλοι οι πιστοί να ομολογούμε αδιάλειπτα τούτο το όνομα και για τη διακήρυξη της πίστεως, και για την αγάπη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, από την οποία τίποτε ποτέ δεν πρέπει να μας χωρίσει, αλλά και γιατί το όνομά Του παρέχει χάρη και άφεση και απολύτρωση και θεραπεία, αγιασμό και φωτισμό και προπάντων τη σωτηρία. Γιατί με αυτό το θείο όνομα οι Απόστολοι έκαναν και δίδαξαν μεγάλα και θαυμαστά. Και ο θείος Ευαγγελιστής λέει: «Αυτά έχουν γραφεί για να πιστέψετε ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού» -ιδού η πίστη- «και πιστεύοντας να έχετε ζωή στο όνομά Του» -ιδού η σωτηρία και η ζωή.
Κεφάλαιο 297
Αυτή λοιπόν την ονομασία (του Ιησού Χριστού) ως προσευχή, ας λέει κάθε ευσεβής συνεχώς με το νου του και με τα χείλη, και όταν στέκεται και όταν βαδίζει και όταν κάθεται και όταν πλαγιάζει και ό,τι κι αν κάνει και λέει, και να βιάζει τον εαυτό του σε τούτο πάντοτε. Θα βρει έτσι πολύ μεγάλη γαλήνη και χαρά, όπως γνωρίζουν από την πείρα τους εκείνοι που φροντίζουν γι” αυτή. Επειδή όμως αυτό το έργο είναι ανώτερο από εκείνους που ζουν στον κόσμο, ακόμη και από τους μοναχούς που έχουν μέριμνες, γι” αυτό όλοι αυτοί ας έχουν τουλάχιστον ορισμένο καιρό γι” αυτό το έργο. Και όλοι ας έχουν ως κανόνα να ασκούν αυτή την προσευχή όσο μπορούν, και οι ιερωμένοι και οι μοναχοί και οι λαϊκοί. Οι μοναχοί λοιπόν ως ταγμένοι σ” αυτό κι επειδή την έχουν χρέος τους απαραίτητο· κι αν είναι στη μέριμνα των διακονημάτων, όμως ας βιάζουν τον εαυτό τους, αφού οφείλουν να ασκούν αυτή την ευχή και να προσεύχονται προς τον Κύριο αδιάκοπα, ακόμα και αν βρίσκονται σε ρεμβασμό και σύγχυση και στην όνομα και πράγμα αιχμαλωσία του νου, και να μην αμελούν γελασμένοι από τον εχθρό, αλλά να επιστρέφουν στην προσευχή και να χαίρονται που επιστρέφουν. Οι ιερωμένοι, ας την επιμελούνται ως αποστολικό έργο και θείο κήρυγμα κι επειδή η ευχή αυτή εκτελεί θεία ενεργήματα και παριστά την αγάπη του Χριστού. Οι κοσμικοί ας ασκούν κατά δύναμη την ευχή σαν σφραγίδα του εαυτού τους και σημείο της πίστεως και φύλαξη και αγιασμό και αποδίωξη κάθε πειρασμού. Όλοι επομένως, ιερωμένοι, λαϊκοί και μοναχοί, μόλις σηκωθούμε από τον ύπνο, πρέπει πρώτα να βάλομε στο νου μας το Χριστό και το Χριστό να θυμηθούμε πρώτα. Και αυτό ως απαρχή κάθε σκέψης και ως θυσία να προσφέρομε στο Χριστό. Γιατί πριν από κάθε άλλη σκέψη, πρέπει να θυμηθούμε το Χριστό που μας έσωσε και τόσο μας αγάπησε, αφού και Χριστιανοί είμαστε και ονομαζόμαστε, και Αυτόν ντυθήκαμε κατά το θείο βάπτισμα, σφραγιστήκαμε με το μύρο Του κι έχομε κοινωνήσει και κοινωνούμε την αγία Του σάρκα και το αίμα Του και είμαστε μέλη Του και ναός και Αυτόν έχομε ντυθεί και κατοικεί μέσα μας. Και γι” αυτό οφείλομε να Τον αγαπούμε και να Τον θυμόμαστε πάντα. Γι” αυτό και καθένας ας έχει ένα ορισμένο καιρό κατά τη δύναμή του και κάποιο μέτρο αυτής της προσευχής σαν χρέος. Ας σταθούμε ως εδώ γι” αυτό το θέμα. Επειδή για όσους ζητούν να μάθουν για τούτο, υπάρχουν πάρα πολλά για κατατόπισή τους.
Πηγή : Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, ε΄τόμος, σελ. 281-283.

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2014

Νά τιμᾶς τούς πατέρες καί ἀδελφούς πού συναντᾶς μέ μία ἐλαφρά ὑπόκλιση προσέχοντας νά μήν τούς κοιτάζεις ἐρευνητικά.

   

 Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ
 Έναν πολύ καλό τρόπο ασκήσεως της προσευχής του Ιησού προτείνει ο ιερομόναχος Δωρόθεος, Ρώσος ασκητής και πνευματικός συγγραφέας.
«Όποιος προσεύχεται με τα χείλη» λέει «αλλά δε ενδιαφέρεται για την ψυχή και δεν φυλάει την καρδιά προσεύχεται στον αέρα και όχι στον Θεό, γι΄αυτό κοπιάζει μάταια.
Γιατί  ο Θεός δίνει προσοχή στον νου, στον ζήλο και όχι στην πολυλογία.
Πρέπει να προσευχόμαστε με όλη μας την προθυμία με την ψυχήν και τον νου και την καρδιά μας, με φόβο Θεού και με όλη μας τη δύναμη.
Η νοερά προσευχή δεν επιτρέπει να μπαίνουν στο εσωτερικό του νου της ούτε περισπασμοί ούτε αισχροί λογισμοί.
Θέλεις να μάθεις την εργασία της νοεράς και καρδιακής προσευχής; Θα σου την διδάξω.
Άκουσέ με αγαπητέ μου με προσοχή και φρόνηση:
 Στην αρχή θα πρέπει να κάνεις την προσευχή του Ιησού προφορικά δηλαδή με τα χείλη και τη γλώσσα έτσι ώστε να την ακούς.
Όταν τα χείλη η γλώσσα κι οι αισθήσεις σου ικανοποιηθούν με τη μεγαλόφωνη προφορική προσευχή θα την σταματήσεις και θα αρχίσεις  να προσεύχεσαι ψιθυριστά. 
Κι έπειτα από αυτό πρέπει να προσεύχεσαι με τον νουν συγκεντρωμένο. Τότε η νοερά και καρδιακή προσευχή θα αρχίσει από μόνη της με την ενέργεια της θείας χάριτος να ασκείται αδιάλειπτα, να περιφέρεται και να ενεργεί σε κάθε στιγμή σε κάθε έργο και σε κάθε τόπο.
  Ο γέροντας Σεραφείμ του Σάρωφ συμβουλεύει εκείνον που θέλει να κάνει ζωή νηπτική:
  • Να μην ακούει άσχετες συζητήσεις που γεμίζουν το κεφάλι με κούφιες σκέψεις και μάταιες ενθυμήσεις.
  • Να μην ασχολείται με τις ξένες υποθέσεις.
  • Να μην συλλογίζεται. να μην κρίνει και να μην σχολιάζει τους άλλους.
  • Να αποφεύγει τις συνομιλίες και να φέρεται σαν ένας  περαστικός προσκυνητής.
  • Να τιμά τους πατέρες και αδελφούς που συναντά με μια ελαφρά υποκλιση προσέχοντας να μην τους κοιτάζει ερευνητικά.
Το ερευνητικό βλέμμα προκαλεί αναπόφευκτα στην ψυχή κάποιων εντύπωση που της φέρνει περισπασμό προσελκύοντας έτσι την  την προσοχή της και απομακρύνοντάς την από την προσευχή.
Γενικά όποιος κάνει νηπτική ζωή δεν πρέπει ούτε να κοιτάζει τίποτα με ερευνητικό βλέμμα ούτε να ακούει τίποτα με ιδιαίτερη προσοχή. Αλλά να βλέπει και να ακούει φευγαλέα. έτσι που η μνήμη και η δύναμη της προσοχής να είναι πάντα ελεύθερες απαλλαγμένες από τις εντυπώσεις του κόσμου κι έτσι ικανές να δέχονται τις θεϊκές εντυπώσεις.
Αποσπάσματα από το βιβλίο: Ασκητικές Εμπειριές Δ΄
Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ, σελ. 110-112

Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2014

Βασίλειος Γοντικάκης - Πανοσ. Αρχιμανδρίτης Το κάλλος θα σώση τον κόσμο – Μια αγιορείτικη θεώρησι



Όταν μιλούμε για το κάλλος που δεν είναι απλώς θέαμα εξωτερικό και πρόσκαιρο ή αισθητικό κατηγόρημα, αλλά δύναμι που σώζει τον κόσμο, τότε το Άγιον Όρος, με την ύπαρξι και τη ζωή του, έχει κάτι να μας πη· γιατί ονομάζεται Περιβόλι της Παναγίας και όρος της Μεταμορφώσεως.
Panagia Portaitissa, Adelfotis Ananaion, Skiti Agia Annis, Agion Oros 65
Και η Παναγία, κατά την υμνολογία της Εκκλησίας, είναι: Η πάναγνος και κεχαριτωμένη Κόρη η «ωραϊζομένη τω κάλλει των αρετών» που υπεδέχθη «τη αίγλη του Πνεύματος», «την καλλοποιόν ευπρέπειαν», (τον θεάνθρωπον Κύριον) «τον τ σύμπαντα καλλωπίσαντα»
Αλλά, για να πλησιάσωμε με το απαιτούμενο δέος και να κατανοήσωμε το μυστήριο του κάλλους που σώζει, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι δεν είναι άλλο το κάλλος, άλλο η αγάπη και άλλο το αγαθόν. «Ταγαθόν υμνείται προς των ιερών θεολόγων και ως καλόν, και ως κάλλος, και ως αγάπη και ως αγαπητών… και ως πάντα προς εαυτό καλούν, όθεν και κάλλος λέγεται». Δηλαδή ο Θεός, που είναι αγάπη και κάλλος αμήχανον, δημιουργεί τα πάντα «καλά λίαν». Και καλεί διά του κάλλους σε μετοχή ζωής όλη τη δημιουργία.
Ακούγοντας την κλήσι του θείου κάλλους ο άνθρωπος γίνεται κοινωνός της μακαρίας Τριαδικής ζωής. Αντιστεκόμενος και μη υπακούων δημιουργεί την κόλασι της μη κοινωνίας, την κατάρα της παρά φύσιν ασχήμιας, που δεν σώζει, αλλά καταστρέφει τον άνθρωπο και τη δημιουργία.
Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, εκτός από το αληθινό κάλλος που καλεί και σώζει, υπάρχει και κάποιο άλλο κίβδηλο, που προκαλεί και καταστρέφει, γιατί δεν είναι φανέρωσι καλοσύνης αλλά επίφασι κάλλους και λειτουργεί ως δέλεαρ. Ζαλίζει και παγιδεύει τον άνθρωπο και τον οδηγεί στην τελική υποδούλωσι και καταστροφή, υποσχόμενο μία, ως διά μαγείας εύκολη, σωτηρία.
Μέσα σ’ αυτόν τον αγώνα και στη δοκιμασία της εκλογής κάποιου κάλλους, εξελίσσεται η ιστορία του ανθρώπου και της ανθρωπότητας: Ποιο κάλλος θα μας ελκύση περισσότερο; Σε ποιο θα υποταχθούμε;
Από την πρώτη στιγμή μας παρέσυρε κάποιο κάλλος που μας κατέστρεψε, επειδή το χωρίσαμε από την αγάπη και την υπακοή στον Θεό. Κινηθήκαμε βιαστικά και απερίσκεπτα. «Ωραίος ην εις όρασιν και καλός εις βρώσιν, ο εμέ θανατώσας καρπός».
Στην καινή κτίσι πάλι μία γυναίκα γίνεται αφορμή της σωτηρίας. Η άγνωστη και ασήμαντη κοσμικά, αλλά ταπεινή και ακήρατη Κόρη της Ναζαρέτ, αναδεικνύεται η «εν γυναιξίν ευλογημένη», που δέχεται τον αρχαγγελικό ασπασμό και συλλαμβάνει τον Υιό και Λόγο του Θεού.
Το κάλλος της αρετής των δικαίων, ο ζήλος των Προφητών και η προσδοκία όλης της άνθρωπότητος ετοιμάζουν και κυοφορούν το κάλλος και την αρετή της Παρθένου.
Η Παρθένος, με την αγία ταπείνωσι και την εκούσια υπακοή της στο θέλημα του Θεού, ανεδείχθη το όργανο της σωτηρίας όλου του κόσμου. Είναι το «μεθόριον της κτίστης και ακτίστου φύσεως». Η «κλίμαξ, δι’ ης κατέβη ο Θεός». Και η γέφυρα η «μετάγουσα τους εκ γης προς ουρανόν». Το παιδί της είναι Θεός (ο Θεός Λόγος). Και ο Θεός είναι το παιδί που η ίδια εγέννησε. Ως «υπέρ φύσιν μητέρα και κατά φύσιν παρθένος», ζη την διά Πνεύματος Αγίου μητρότητα της αειπαρθενίας και απολαμβάνει την παρθενικότητα της θεοτοκίας. Ενώνει τον ουρανό και τη γη.
Και ενώ είχαμε αμαυρώσει το κάλλος της εικόνος του Θεου, γίνεται ο Θεός Λόγος, διά των αχράντων αιμάτων της Αειπαρθένου, τέλειος άνθρωπος και «την ρυπωθείσαν εικόνα τω θείω κάλλει συγκατέμιξε».
Δεν παρουσιάστηκε εξωτερικά ο Θεός Λόγος, αλλά συγκατέμιξε ολόκληρη τη φύσι μας «τω θείω κάλλει».
Η σωτηρία του ανθρώπου νοείται και βιούται ως συμμετοχή και αναμόρφωσι εις το αρχαίον κάλλος.
Το θείον κάλλος σώζει τον άνθρωπο όχι μαγικά, εν αγνοία του, ούτε έξωθεν, διά της βίας· έτσι, θα τον υποτιμούσε. Αντιθέτως, ο άνθρωπος σώζεται τιμώμενος, με το να γίνη ο ίδιος καλλιτέχνης, πηγή κάλλους και σωτηρίας για τους πολλούς· «πηγή ύδατος αλλομένου εις ζωήν αιώνιον». Να γεννηθή απ’ όλη του την ύπαρξι, ως ευχαριστία, ή δοξολογία προς τον Θεό.
Και η Παρθένος, ως θεογεννήτρια, ανέδειξε την ανθρώπινη φύσι Θεοτόκο. Με το παράδειγμα και τη βοήθεια της Παναγίας κάθε ψυχή που ησυχάζει και καθαρεύει, υποτασσόμενη στο θείο θέλημα, μπορεί να γίνη κατά χάριν Θεοτόκος. Να συλλάβη και να γεννήση μία μικρή χαρά που ξεπερνά τον θάνατο. Τότε ζη ο άνθρωπος την επίσκεψι της Χάριτος σε όλη του την ύπαρξι, την επίσκεψι της Παναγίας στον εσωτερικό του κόσμο. Και διερωτάται, όπως η Ελισάβετ: «πόθεν μοι τούτο, ίνα έλθη η μήτηρ του Κυρίου μου πρός με;»
Αυτή η παρουσία της Θεοτόκου παραμένει ως προστασία και τροφός του Αγίου Όρους.


Πηγή: Προηγούμενος της Ι.Μ. Ιβήρων Αρχιμ. Βασίλειος Γοντικάκης, Το κάλλος θα σώσει τον κόσμο – Μια αγιορείτικη θεώρηση, «Πειραϊκή Εκκλησία», Μηνιαίο περιοδικό Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς, Μάϊος 2009