Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013

Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος θὰ μᾶς διδάξει τὴν προσευχή

Ι-Μ-Μεγίστης Λαύρας-Σταυρός στον ουρανόὉ ἄνθρωπος ζητάει στὸν οὐρανὸ τὴ χαρὰ καὶ τὴν εὐτυχία. Ζητάει τὸ αἰώνιο μακριὰ ἀπ’ ὅλους κι ἀπ’ ὅλα, ζητάει νὰ βρεῖ τὴ χαρὰ στὸν Θεό. Ὁ Θεὸς εἶναι μυστήριο. Εἶναι σιωπή, εἶναι ἄπειρος, εἶναι τὸ πᾶν. Τὴν τάση τῆς ψυχῆς γιὰ τὸν οὐρανὸ τὴν ἔχει ὅλος ὁ κόσμος. Ὅλοι ζητᾶνε κάτι τὸ οὐράνιο. Σ’ Αὐτὸν στρέφονται ὅλα τὰ ὄντα, ἔστω καὶ ἀσυνειδήτως.
Σ’ Αὐτὸν νὰ στρέφετε διαρκῶς τὸ νοῦ σας. Ἀγαπῆστε τὴν προσευχή, τὴν κουβέντα μὲ τὸν Κύριο. Τὸ πᾶν εἶναι ἡ ἀγάπη, ὁ ἔρωτας μὲ τὸν Κύριο, τὸν Νυμφίο Χριστό. Γίνετε ἄξιοι τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ. Γιὰ νὰ μὴ ζεῖτε στὸ σκοτάδι, γυρίστε τὸ διακόπτη τῆς προσευχῆς, ὥστε νὰ ἔλθει τὸ θεῖο φῶς στὴν ψυχή σας. Στὸ βάθος τοῦ εἶναι σας θὰ φανεῖ ὁ Χριστός. Ἐκεῖ, στὸ βάθος, εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. “Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστίν” (Λουκ. 17, 21).
Ἡ προσευχὴ γίνεται μόνο μὲ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Αὐτὸ διδάσκει τὴν ψυχὴ πῶς νὰ προσεύχεται. “Τὸ γὰρ τί προσευξόμεθα καθ’ ὃ δεῖ οὐκ οἴδαμεν, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ Πνεῦμα ὑπερεντυγχάνει ὑπὲρ ἡμῶν στεναγμοῖς ἀλαλήτοις” (Ρωμ. 8, 26). Ἐμεῖς δὲν χρειάζεται νὰ κάνουμε καμία προσπάθεια. Ν’ ἀπευθυνόμαστε στὸν Θεό, μὲ ὕφος ταπεινοῦ δούλου, μὲ φωνὴ παρακλητικὴ καὶ ἱκετευτική. Τότε ἡ προσευχή μας εἶναι εὐέρεστη στὸν Θεό. Νὰ στεκόμαστε μὲ εὐλάβεια ἐνώπιον τοῦ Ἐσταυρωμένου καὶ νὰ λέμε: “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με”. Αὐτὸ τὰ λέει ὅλα. Ὅταν κινηθεῖ γιὰ προσευχὴ ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, στὸ δευτερόλεπτο τοῦ δευτερολέπτου ἔρχεται ἡ θεία χάρις. Τότε ὁ ἄνθρωπος γίνεται χαριτωμένος καὶ βλέπει μὲ ἄλλα μάτια τὰ πάντα. Τὸ πᾶν εἶναι ν’ ἀγαπήσουμε τὸν Χριστό, τὴν προσευχή, τὴ μελέτη. Παίρνουμε ἕνα ἑκατομμύριο καὶ τὸ κόβουμε κομματάκια. Τοῦ ἀνθρώπου ἡ προσπάθεια εἶναι τὸ ἕνα ἑκατομμυριοστό.
Πρὶν ἀπ’ τὴν προσευχὴ ἡ ψυχὴ πρέπει νὰ προετοιμάζεται μὲ προσευχή. Προσευχὴ γιὰ τὴν προσευχή. Ἀκοῦστε τί εὔχετε ὁ ἱερέας μυστικά, τὴν ὥρα ποὺ διαβάζεται ὁ Ἀπόστολος κατὰ τὴν Θεία Λειτουργία:
“Ἔλλαμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν φιλάνθρωπε Δέσποτα τὸ τῆς Σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς καὶ τοὺς τῆς διανοίας ἡμῶν διάνοιξον ὀφθαλμοὺς εἰς τὴν τῶν εὐαγγελικῶν Σου κηρυγμάτων κατανόησιν. Ἔνθες ἡμῖν τὸν τῶν μακαρίων Σου ἐντολῶν φόβον, ἵνα τὰς σαρκικὰς ἐπιθυμίας πάσας καταπατήσαντες πνευματικὴν πολιτείαν μετέλθωμεν, πάντα τὰ πρὸς εὐαρέστησιν τὴν σὴν καὶ φρονοῦντες καὶ πράττοντες. Σὺ γὰρ εἶ ὁ φωτισμὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεός, καὶ Σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν σὺν τῷ ἀνάρχῳ Σου Πατρὶ καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ Σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων”.
Στὴν προσευχὴ μπαίνουμε χωρὶς νὰ τὸ καταλάβουμε. Χρειάζεται νὰ βρεθοῦμε καὶ σὲ κατάλληλο κλίμα. Ἡ ἀναστροφὴ μὲ τὸν Χριστό, ἡ συζήτηση, ἡ μελέτη, ἡ ψαλτική, τὸ καντηλάκι, τὸ θυμίαμα γίνονται τὸ κατάλληλο κλίμα, ὥστε ὅλα νὰ γίνουν ἁπλά, “ἐν ἀπλότητι καρδίας” (Σοφ. Σολ. 1, 13). Διαβάζοντας τὶς ψαλμωδίες, τὶς ἀκολουθίες, μὲ ἔρωτα, χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνουμε γινόμαστε ἅγιοι. Εὐφραινόμαστε μὲ τὰ θεῖα λόγια. Αὐτὴ ἡ εὐφροσύνη, αὐτὴ ἡ χαρὰ εἶναι ἡ δική μας προσπάθεια, γιὰ νὰ μποῦμε εὔκολα στὴν ἀτμόσφαιρα τῆς προσευχῆς, ἡ προθέρμανση ὅπως λέμε. Μποροῦμε καὶ νὰ φέρνουμε στὸ νοῦ μας ὡραῖες εἰκόνες ἀπὸ τοπία ποὺ εἴδαμε. Αὐτὴ ἡ προσπάθεια εἶναι ἁπαλή, ἀναίμακτη. Ἀλλὰ μὴν ξεχνᾶμε αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Κύριος: “Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν” (Ἰωάν. 15, 5).
Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος θὰ μᾶς διδάξει τὴν προσευχή. Δὲν θὰ τὴ μάθουμε μόνοι μας, οὔτε ἄλλος κανεὶς θὰ μᾶς τὴ μάθει. Μὴ λέμε, “ἔκαμα τόσες μετάνοιες, ἐξασφάλισα τώρα τὴ χάρη”, ἀλλὰ νὰ ζητοῦμε νὰ λάμψει ἐντός μας τὸ ἀκήρατον φῶς τῆς θείας γνώσεως καὶ νὰ ἀνοίξει τὰ πνευματικά μας μάτια, γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὰ θεῖα Του λόγια.
Μὲ τὸν τρόπο αὐτό, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβουμε, ἀγαπᾶμε τὸν Θεὸ χωρὶς σφιξίματα, προσπάθεια κι ἀγώνα. Αὐτὰ ποὺ εἶναι δύσκολα στοὺς ἀνθρώπους, γιὰ τὸν Θεὸ εἶναι πολὺ εὔκολα. Τὸν Θεὸ θὰ Τὸν ἀγαπήσουμε ξαφνικά, ὅταν ἡ χάρις θὰ μᾶς ἐπισκιάσει. Ἂν ἀγαπήσουμε πολὺ τὸν Χριστό, ἡ εὐχὴ θὰ λέγεται μόνη της. Ὁ Χριστὸς θὰ εἶναι συνεχῶς στὸ μυαλό μας καὶ στὴν καρδιά μας.
Γιὰ νὰ μένουμε, ὅμως, σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση καὶ νὰ μὴν τὴ χάνουμε, θέλει ἔρωτα θεῖο, θέλει θεία, φλογερὴ ἀγάπη στὸν Χριστό. Ὁ ἔρως ἀπευθύνεται σὲ ἕνα ὂν ἀνώτερο. Ὁ ἐραστής, ὁ Θεός, ποθεῖ τὸν ἐρωμένο καὶ ὁ ἐρωμένος θέλει νὰ φτάσει τὸν ἐραστή. Ὁ ἐραστὴς ἀγαπάει τὸν ἐρωμένο μὲ μία θεία καὶ τέλεια ἀγάπη. Ὁ Θεός, ποὺ ἀγαπάει τὸν ἄνθρωπο, εἶναι ἀνιδιοτελής.
Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ εἶναι ἀνώτερη, ὅταν ἐκφράζεται ὡς εὐγνωμοσύνη. Εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀγαπᾶμε, ὄχι ὡς καθῆκον, ἀλλ’ ὅπως εἶναι ἡ ἀνάγκη νὰ τρῶμε. Πολλὲς φορὲς ἐμεῖς πλησιάζουμε στὸν Θεὸ ἀπὸ ἀνάγκη ν’ ἀκουμπήσουμε, ἐπειδὴ δὲν μᾶς ἀναπαύουν ὅλα γύρω μας καὶ νιώθουμε ἐρημιά.
Βίος καὶ Λόγοι Γέροντος Πορφυρίου, σελ. 239-242
Φωτογραφία: π. Θεολόγου, μοναχοῦ Ἁγιορείτου. Ι.Μ. Μεγ. Λαύρας 2/2011 – 4:16μ.μ.
Δυτικά πάνω από το όρος Τσακμάκι σε σπαθιστό σύννεφο εμφανίστηκε το σημείο του Τιμίου Σταυρού. Παρέμεινε εκεί για περίπου 20΄της ώρας. Πίσω από το όρος Τσακμάκι είναι ο Άθως.

Ἡ σχέση μὲ τὸν Χριστὸ εἶναι ἔρωτας

Ιησούς Χριστός

Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ χαρά, τὸ φῶς τὸ ἀληθινό, ἡ εὐτυχία. Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ἐλπίδα μας. Ἡ σχέση μὲ τὸν Χριστὸ εἶναι ἀγάπη, εἶναι ἔρωτας, εἶναι ἐνθουσιασμός, εἶναι λαχτάρα τοῦ θείου. Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ πᾶν. Αὐτὸς εἶναι ἡ ἀγάπη μας, αὐτὸς ὁ ἔρωτάς μας. Εἶναι ἔρωτας ἀναφαίρετος ὁ ἔρωτας τοῦ Χριστοῦ. Ἀπὸ κεῖ πηγάζει ἡ χαρά.
Ἡ χαρὰ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Εἶναι μιὰ χαρά, ποὺ σὲ κάνει ἄλλο ἄνθρωπο. Εἶναι μιὰ πνευματικὴ τρέλα, ἀλλὰ ἐν Χριστῷ. Σὲ μεθάει σὰν τὸ κρασὶ τὸ ἀνόθευτο, αὐτὸ τὸ κρασὶ τὸ πνευματικό. Ὅπως λέει ὁ Δαβίδ: “Ἐλίπανας ἐν ἐλαίῳ τὴν κεφαλήν μου καὶ τὸ ποτήριόν σου μεθύσκον με ὡσεὶ κράτιστον”. Ὁ πνευματικὸς οἶνος εἶναι ἄκρατος, ἀνόθευτος, πολὺ δυνατὸς κι ὅταν τὸν πίνεις, σὲ μεθάει. Αὐτὴ ἡ θεία μέθη εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ, ποὺ δίνεται στοὺς “καθαροὺς τῇ καρδίᾳ”.
Ὅσο μπορεῖτε, νὰ νηστεύετε, ὅσες μετάνοιες μπορεῖτε νὰ κάνετε, ὅσες ἀγρυπνίες θέλετε ν’ ἀπολαμβάνετε, ἀλλὰ νὰ εἶστε χαρούμενοι. Νὰ ἔχετε τὴ χαρὰ τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἡ χαρὰ ποὺ διαρκεῖ αἰώνια, ποὺ ἔχει αἰώνια εὐφροσύνη. Εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ Κυρίου μας, ποὺ δίνει τὴν ἀσφαλὴ γαλήνη, τὴν γαλήνια τερπνότητα καὶ τὴν πάντερπνη εὐδαιμονία. Ἡ χαρὰ ἡ πασίχαρη, ποὺ ξεπερνᾶ κάθε χαρά. Ὁ Χριστὸς θέλει κι εὐχαριστεῖται νὰ σκορπάει τὴ χαρά, νὰ πλουτίζει τοὺς πιστούς Του μὲ χαρά. Εὔχομαι “ἵνα ἡ χαρὰ ἡμῶν ᾗ πεπληρωμένη”. (Α΄ Ἰωάν. 1, 4).
Αὐτὴ εἶναι ἡ θρησκεία μας.Ἐκεῖ πρέπει νὰ πᾶμε. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Παράδεισος, παιδιά μου. Τί εἶναι Παράδεισος; Ὁ Χριστὸς εἶναι. Ἀπὸ δῶ ἀρχίζει ὁ Παράδεισος. Εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἴδιο. Ὅσοι ἐδῶ στὴ ζοῦν τὸν Χριστό, ζοῦν τὸν Παράδεισο. Ἔτσι εἶναι ποὺ σᾶς τὸ λέω. Εἶναι σωστό, ἀληθινὸ αὐτό, πιστέψτε με! Ἔργο μας εἶναι νὰ προσπαθοῦμε νὰ βροῦμε ἕναν τρόπο νὰ μποῦμε μέσα στὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ. Δὲν εἶναι νὰ κάνει κανεὶς τὰ τυπικά. Ἡ οὐσία εἶναι νὰ εἴμαστε μαζὶ μὲ τὸν Χριστό. Νὰ ξυπνήσει ἡ ψυχὴ καὶ ν’ ἀγαπήσει τὸν Χριστό, νὰ γίνει ἁγία. Νὰ ἐπιδοθεῖ στὸν θεῖο ἔρωτα. Ἔτσι θὰ μᾶς ἀγαπήσει κι Ἐκεῖνος. Θὰ εἶναι τότε ἡ χαρὰ ἡ ἀναφαίρετη. Αὐτὸ θέλει πιὸ πολὺ ὁ Χριστός, νὰ μᾶς γεμίζει ἀπὸ χαρά, διότι εἶναι ἡ πηγὴ τῆς χαρᾶς. Αὐτὴ ἡ χαρὰ εἶναι δῶρο τοῦ Χριστοῦ. Μέσα σ’ αὐτὴ τὴ χαρὰ θὰ γνωρίσουμε τὸν Χριστό. Δὲν μποροῦμε νὰ Τὸν γνωρίσουμε, ἂν Ἐκεῖνος δὲν μᾶς γνωρίσει. Πῶς τὸ λέει ὁ Δαβίδ; “Ἐὰν μὴ Κύριος οἰκοδομήσει οἶκον, εἰς μάτην ἐκοπίασαν οἱ οἰκοδομοῦντες. ἐὰν μὴ Κύριος φυλάξῃ πόλιν, εἰς μάτην ἠγρύπνησεν ὁ φυλάσσων” (Ψαλμ. 126, 1).
Αὐτὰ ἡ ψυχή μας θέλει νὰ ἀποκτήσει. Ἂν προετοιμαστοῦμε ἀνάλογα, ἡ χάρις θὰ μᾶς τὰ δώσει. Δὲν εἶναι δύσκολο. Ἂν ἀποσπάσουμε τὴ χάρη, ὅλα εἶναι εὔκολα. χαρούμενα κι εὐλογία Θεοῦ. Ἡ θεία χάρις διαρκῶς κρούει τὴν πόρτα τῆς ψυχῆς μας καὶ περιμένει ν’ ἀνοίξουμε, γιὰ νὰ ἔλθει στὴν διψῶσαν καρδίαν μας καὶ νὰ τὴν πληρώσει. Τὸ πλήρωμα εἶναι ὁ Χριστός, ἡ Παναγία μας, ἡ Ἁγία Τριάς. Τί ὡραῖα πράγματα!
Ἅμα ἀγαπάεις, ζεῖς στὴν Ὁμόνοια καὶ δὲν ξέρεις ὅτι βρίσκεσαι στὴν Ὁμόνοια. Οὔτε στὰ αὐτοκίνητα βλέπεις, οὔτε κόσμο βλέπεις, οὔτε τίποτε. Εἶσαι μέσα σου μὲ τὸ πρόσωπο ποὺ ἀγαπάεις. Τὸ ζεῖς, τὸ εὐχαριστεῖσαι, σὲ ἐμπνέει. Δὲν εἶναι ἀληθινὰ αὐτά; Σκεφτεῖτε αὐτὸ τὸ πρόσωπο ποὺ ἀγαπᾶτε νὰ εἶναι ὁ Χριστός. Ὁ Χριστὸς στὸ νοῦ σου, ὁ Χριστὸς στὴν καρδιά σου, ὁ Χριστὸς σ’ ὅλο σου τὸ εἶναι, ὁ Χριστὸς παντοῦ.
Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ζωή, ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς, ἡ πηγὴ τῆς χαρᾶς, ἡ πηγὴ τοῦ φωτὸς τοῦ ἀληθινοῦ, τὸ πᾶν. Ὅποιος ἀγαπάει τὸν Χριστὸ καὶ τοὺς ἄλλους, αὐτὸς ζεῖ τὴ ζωή. Ζωὴ χωρὶς Χριστὸ εἶναι θάνατος, εἶναι κόλαση δὲν εἶναι ζωή. Αὐτὴ εἶναι ἡ κόλαση, ἡ μὴ ἀγάπη. Ζωὴ εἶναι ὁ Χριστός. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ. Ἢ θὰ εἶσαι στὴ ζωὴ ἢ στὸ θάνατο. Ἀπὸ σένα ἐξαρτᾶται νὰ διαλέξεις.
Ἕνας νὰ εἶναι ὁ στόχος μας, ἡ ἀγάπη στὸν Χριστό, στὴν Ἐκκλησία, στὸν πλησίον. Ἡ ἀγάπη, ἡ λατρεία πρὸς τὸν Θεό, ἡ λαχτάρα, ἡ ἕνωση μὲ τὸν Χριστὸ καὶ μὲ τὴν Ἐκκλησία εἶναι ὁ ἐπὶ γῆς Παράδεισος. Ἡ ἀγάπη στὸν Χριστὸ εἶναι κι ἀγάπη στὸν πλησίον, σ’ ὅλους, καὶ στοὺς ἐχθρούς. Ὁ Χριστιανὸς πονάει γιὰ ὅλους, θέλει ὅλοι νὰ σωθοῦν, ὅλοι νὰ γευτοῦν τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸς εἶναι ὁ χριστιανισμός. Μέσῳ τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν ἀδελφὸ θὰ κατορθώσουμε ν’ ἀγαπήσουμε τὸν Θεό. Ἐνῶ τὸ ἐπιθυμοῦμε, ἐνῶ τὸ θέλουμε, ἐνῶ εἴμαστε ἄξιοι, ἡ θεία χάρις ἔρχεται μέσῳ τοῦ ἀδελφοῦ. Ὅταν ἀγαπᾶμε τὸν ἀδελφό, ἀγαπᾶμε τὴν Ἐκκλησία, ἄρα τὸν Χριστό. Μέσα στὴν Ἐκκλησία εἴμαστε κι ἐμεῖς. Ἄρα ὅταν ἀγαπᾶμε τὴν Ἐκκλησία, ἀγαπᾶμε καὶ τὸν ἑαυτό μας.

Βίος καὶ Λόγοι Γέροντος Πορφυρίου, σελ. 207

Ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ οἱ Πατέρες καλλιεργοῦν τὸν θεῖο ἔρωτα


Μέσα ἀπ’ τὴν Ἁγία Γραφὴ βγαίνουν ὅλα. Πρέπει νὰ τὴ διαβάζετε συνεχῶς, γιὰ νὰ μάθετε τὰ μυστικὰ τοῦ ἀγώνα τοῦ πνευματικοῦ. Στὴν ἀγαπημένη μου Σοφία Σολομῶντος, στὸ ἔνατο κεφάλαιο, λέει:
«Θεὲ πατέρων καὶ Κύριε τοῦ ἐλέους, ὁ ποιήσας τὰ πάντα ἐν λόγῳ Σου καὶ τῇ σοφίᾳ Σου κατεσκεύασας ἄνθρωπον, ἵνα δεσπόζῃ τῶν ὑπὸ Σοῦ γενομένων κτισμάντων καὶ διέπῃ τὸν κόσμον ἐν ὁσιότητι καὶ δικαιοσύνῃ καὶ ἐν εὐθύτητι ψυχῆς κρίσιν κρίνῃ, δός μοι τὴν τῶν σῶν θρόνων πάρεδρον σοφίαν καὶ μὴ μὲ ἀποδοκιμάσῃς ἐκ παίδων σου, ὅτι ἐγὼ δοῦλος σὸς καὶ υἱὸς τῆς παιδίσκης σου, ἄνθρωπος ἀσθενὴς καὶ ὀλιγοχρόνιος καὶ ἐλάσσων ἐν συνέσει κρίσεως καὶ νόμων» (Σοφ. Σολομ. 9, 1-5).
Βλέπουμε ἐδῶ τὸν σοφὸ Σολομῶντα νὰ ζητάει μὲ τόσο ταπεινὸ τρόπο ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴ σοφία Του. Κι ὁ Θεὸς τοῦ τὴν ἔδωσε πλουσιοπάροχα. Ὅλ’ αὐτὰ τὰ σοφὰ πράγματα ποὺ γράφει δὲν εἶναι δικά του. Ἐμπνέονται ἀπὸ τὸ αὐτὸ πνεῦμα μὲ τὰ λόγια τῶν κανόνων, ποὺ ἔγραψαν οἱ ὑμνογράφοι. Γι’ αὐτὸ κι ἐγὼ πολὺ τ’ ἀγαπάω. Αὐτὰ νὰ διαβάζετε, σ’ αὐτὰ νὰ ἐντρυφᾶτε. Ἔτσι θ’ ἀποκτήσετε τὸν θεῖο ἔρωτα. Ἀκοῦστε κάτι ἀπ’ τὸν Τριαδικὸ Κανόνα:
«Τρεῖς ὑποστάσεις ὑμνοῦμεν θεαρχικάς, ἑνιαίας φύσεως, ἀπαράλλακτον μορφή, ἀγαθὸν φιλάνθρωπον Θεόν, τῶν πταισμάτων ἱλασμὸν ἡμῖν δωρούμενον».
Πές μου, πῶς τὰ ξέρω; Ἔχω τρέλα, μέθη, θεία μέθη. Δὲν τὰ χορταίνω. Λέει καὶ στὴν Ἀκολουθία τῆς Θείας Μεταλήψεως: «Καὶ οὕτω τοῦ τῇδε βίου ἀπάρας ἐπ’ ἐλπίδι ζωῆς αἰωνίου, εἰς τὴν ἀΐδιον καταντήσω ἀνάπαυσιν, ἔνθα ὁ τῶν ἑορταζόντων ἦχος ὁ ἀκατάπαυστος καὶ ἡ ἀπέραντος ἡδονὴ τῶν καθορώντων τοῦ Σοῦ προσώπου τὸ κάλλος τὸ ἄρρητον. Σὺ γὰρ εἶ τὸ ὄντως ἐφετὸν καὶ ἡ ἀνέκφραστος εὐφροσύνη τῶν ἀγαπώντων Σέ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν καὶ Σὲ ὑμνεῖ πᾶσα ἡ Κτίσις εἰς τοὺς αἰῶνας».
Εἶναι μιὰ πανήγυρις καὶ τὸ κέντρο ὅλης τῆς χαρᾶς εἶναι τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Τί εἶναι ἀκριβῶς, δὲν μποροῦμε στὸ βάθος νὰ τὸ καταλάβουμε, διότι ὁ Θεὸς εἶναι μυστήριο, εἶναι σιωπή, εἶναι ἄπειρος. Ὁ Θεὸς εἶναι πολὺ μυστικός, ἀλλὰ ὑπάρχει παντοῦ. Θεὸ ζοῦμε, Θεὸ ἀναπνέουμε, ἀλλὰ δὲν μποροῦμε νὰ αἰσθανθοῦμε τὸι μεγαλεῖο Του, τὴν πρόνοιά Του. Συχνὰ κρύβει τὶς ἐνέργειες τῆς Θείας Του πρόνοιας. Ὅταν, ὅμως, ἀποκτήσουμε τὴν ἁγία ταπείνωση, τότε τὰ βλέπουμε ὅλα κι ὅλα τὰ ζοῦμε. Ζοῦμε τὸν Θεὸ ὁλοφάνερα κι αἰσθανόμαστε τὰ μυστήριά Του. Τότε πιὰ ἀρχίζουμε νὰ Τὸν ἀγαπᾶμε. Κι αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ τὸ ζητάει Ἐκεῖνος. Εἶναι τὸ πρῶτο ποὺ ζητάει γιὰ τὴ δική μας εὐτυχία, ὅπως λέει: «Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐν ὅλῃ καρδίᾳ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου. αὕτη ἐστὶ πρώτη καὶ μεγάλη ἐντολή» (Ματθ. 22, 37-38).
Μιὰ τέτοια ἀγάπη εἶχαν οἱ ἅγιοι. Τέτοια ἀγάπη εἶχε καὶ ὁ Ἅγιος, τοῦ ὁποίου φέρω τὸ ὄνομα, ὁ Ἅγιος Πορφύριος, Ἐπίσκοπος Γάζης. Τὸ πρῶτο τροπάριο τῆς ἕκτης ᾠδῆς στὸν κανόνα του λέει:
«Ἐφέσεως ἀληθοῦς ἐπέτυχες, ἐγκρατείᾳ ταπεινώσας τὰ πάθη καὶ πρὸν Θεὸν προσεχώρησας χαίρων, καὶ ὀρεκτῶν ἀκροτάτῳ παρίστασαι, Πορφύριε, ἱεραρχῶν καὶ ποιμένων κανὼν ἀκριβέστατος».
«Ἐφέσεως ἀληθοῦς ἐπέτυχες … καὶ πρὸς Θεὸν προσεχώρησας χαίρων: Ἀπὸ τὸ ἐπιθυμητὸ στὸ ἀνώτερο, ἀγάπησες τὸ ἄκρον ἐφετόν. Τὸ ἄκρον ἐφετὸν εἶναι ὁ Θεός, ὁ Πατέρας, ὁ Υἱός, τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ἕνα εἶναι ὅλα τὰ πρόσωπα μεταξύ τους καὶ εἶναι ἕνα καὶ μὲ τὴν Ἐκκλησία.
Χριστέ μου, εἶσαι ἡ ἀγάπη μου!
Δὲν σκέφτομαι τὸν θάνατο. Ὅ,τι θέλει ὁ Κύριος. Ἐγὼ θέλω νὰ σκέφτομαι τὸν Χριστό. Ἀνοῖξτε καὶ σεῖς τὰ χέρια σας καὶ ριχτεῖτε στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Χριστοῦ. Τότε ζεῖ μέσα σας. Κι ὅλο νομίζετε ὅτι δὲν Τὸν ἀγαπᾶτε πολὺ καὶ θέλετε πιὸ πολὺ νὰ Τὸν πλησιάσετε καὶ νὰ εἶστε ἕνα μαζί Του. Περιφρονῆστε τὰ πάθη, μὴν ἀσχολεῖσθε μὲ τὸν διάβολο. Στραφεῖτε στὸν Χριστό. Γιὰ νὰ γίνει αὐτό, χρειάζεται νὰ ἔλθει ἡ χάρις. «Ἡ θεία χάρις ἡ πάντοτε τὰ ἀσθενῆ θεραπεύουσα καὶ τὰ ἐλλείποντα ἀναπληροῦσα» (Εὐχὴ ἐπὶ χειροτονίᾳ).

Βίος καὶ Λόγοι Γέροντος Πορφυρίου, σελ. 233-
Ὅταν τοῦ εἶπα ὅτι φεύγω ὁριστικὰ γιὰ τὸ μοναστήρι καὶ ὅτι σὲ λίγες ἡμέρες θὰ μὲ χειροθετοῦσαν, σκίρτησε ὁ Γέροντας ἀπὸ χαρά. Πόσα δὲ μοῦ εἶπε καὶ δὲ μὲ συμβούλευσε αὐτὴ τὴ μέρα! Στὸ τέλος, ὅταν θὰ ἀποχαιρετιόμασταν, πῆρε πολὺ φυσικὰ τὸ χέρι μου καὶ τὸ φίλησε… Ἐγώ, ζώντας μέσα στὸ μυστήριο ποὺ μὲ περιέβαλλε, ἀναρωτήθηκα μέσα μου τί σημασία νὰ εἶχε αὐτό. Ὁπότε μοῦ λέει:
- Βλέπεις τί ἔκανα τώρα;
- Μάλιστα. Μοῦ φιλήσατε το χέρι, ἐμένα τοῦ ἀθλίου  καὶ ἀναξίου.
- Λοιπόν, πρέπει νὰ ξέρεις, ὅτι μὲ τὴ χειροθεσία σου ὁ Χριστὸς θὰ σὲ ἐναγκαλισθεῖ, θὰ σὲ καταφιλήσει, θὰ γίνεις δικός Του. Θὰ γίνει δικός σου.
Ὁ Χριστός μας κάνει νύμφη Του τὴν ψυχή σου, γιὰ πάντα. Γιὰ τὴν αἰωνιότητα.
Νὰ ξέρεις ὅτι ἐγὼ θὰ προσευχηθῶ γιὰ σένα, διότι σ’ ἀγαπῶ πολύ. Ἡ ψυχή σου εἶναι εὐαίσθητη καὶ ἔχει ὅλες τὶς καλὲς προϋποθέσεις νὰ ἀγαπήσεις πολὺ τὸν Χριστό, ὅπως πρέπει.
Τέτοιες ψυχὲς θέλει νύμφες Του ὁ Χριστός. Καὶ συμπλήρωσε:
Ἅμα ἀγαπήσεις μ’ ὅλη τὴ δύναμης τῆς καρδιᾶς σου τὸ Χριστό μας, ὅλα θὰ εἶναι εὔκολα. Καὶ ἡ ὑπακοὴ καὶ ἡ ταπείνωση. Τότε ὅλους τοὺς ἀδελφοὺς θὰ τοὺς ἀγαπᾶς ἀβίαστα καὶ αὐθόρμητα, μὲ τὴν ἴδια τοῦ Χριστοῦ ἀγάπη. Διότι δὲν θὰ εἶσαι ἐσὺ ποὺ ἀγαπᾶς, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ποὺ κατέχει τὴν καρδιά σου.

Περιοδικό ΣΥΝΑΞΗ: “Ἕνας ἡσυχαστὴς τοῦ Ἁγίου Ὄρους στὴν καρδιὰ τῆς πόλης …” Μέρος Γ

Περιοδικό Σύναξη, τεύχος 117ΟΙ ΔΥΟ ΑΓΑΠΕΣ

Ὅπως προανέφερα, βασικὴ πεποίθηση τοῦ γέροντα Πορφυρίου ἦταν ὅτι τὸ σκοτάδι τὸ διώχνει τὸ ἄναμμα τοῦ φωτός. Ὅτι, μὲ ἄλλα λόγια, ἡ οὐσία τῆς χριστιανικῆς ζωῆς εἶναι ἡ πραγμάτωση τῆς ἀγάπης. Ἡ ἀγάπη εἶναι τὸ θεμελιώδες στοιχεῖο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, ἐνῶ ὅλα τὰ ἄλλα στοιχεῖα της (ὅσο, ἐνδεχομένως, θαυμαστὰ καὶ ἔκτακτα κι ἂν εἶναι) νοηματοδοτοῦνται ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ ἀποκτοῦν ἀξία μόνο ἂν νοηματοδοτοῦνται ἀπὸ τὴν ἀγάπη. Κατὰ τὴν ταπεινή μου αἴσθηση, εἶναι ὀφθαλμοφανὲς ὅτι ἡ ἀγάπη ὑπῆρξε ἡ ραχοκοκκαλιὰ τῆς ζωῆς καὶ τῆς θεολογίας τοῦ γέροντα Πορφυρίου, καὶ ὡς ἐκ τούτου εἶναι (ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ) ἐντυπωσιακὸ νὰ συναντᾶ κανεὶς ἀφηγήσεις ἀνθρώπων ποὺ τὸν ἔζησαν ἀπὸ κοντά, τὶς ὁποῖες σαρώνει ἡ ἔκπληξη προοράσεων, διοράσεων, θαυματουργιῶν, ὄχι ὅμως τὸ πρωτεῖο τῆς ἀγάπης! Ἢ, παρόμοια, ἀφηγήσεις οἱ ὁποῖες μνημονεύουν μὲν τὴν ἀγάπη του, ἀλλὰ τὴν ἀπαριθμοῦν ὡς μία, ἁπλῶς, ἀπὸ τὶς ἀρετές του, μὲ ἀποκορύφωμά τους τὸ προορατικὸ χάρισμα!
Ἕνα χαριτωμένο περιστατικό, ποὺ ἔχει διηγηθεῖ ἡ γερόντισσα Εὐφημία ἀπὸ τὴν Κέρκυρα, δείχνει αὐτὸ τὸν κυριαρχικὸ προσανατολισμὸ τοῦ Πορφυρίου στὴν ἀγάπη. Ὁ γέροντας ἔτρεφε πελώριο σεβασμὸ γιὰ τὴ λειτουργικὴ ζωὴ καὶ τὴν ἁγιαστική της δύναμη. Ὡστόσο, μὲ ἕναν περίπου παιδικὸ τρόπο, κάποια στιγμὴ ἐξέφρασε τὴ διαφωνία του πρὸς τὸν ἅγιο Ἀνδρέα Κρήτης, διότι στὸ κορυφαῖο ὑμνολογικὸ ἔργο του, τὸν Μεγάλο Κανόνα, δεσπόζει μιὰ ὀπτικὴ θρηνητική, στραμμένη στὴν κόλαση καὶ τὸν θάνατο, ἐνῶ ὁ ἴδιος ὁ Πορφύριος προτιμοῦσε νὰ κοιτάζει πρὸς τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν ἡ συνομιλήτριά του τοῦ ἀνέφερε ὡς ἀντίθετο δεῖγμα γραφῆς τὸν Κανόνα ποὺ συνέθεσε ὁ ἅγιος Ἀνδρέας γιὰ τὸν ἅγιο Ἰγνάτιο τὸν Θεοφόρο, τότε ὁ γέροντας Πορφύριος εἶπε τὸ καταπληκτικό: «Ὤ, αὐτὸς δὲν εἶναι κανόνας, εἶναι φωτιά. Σ’ αὐτὸν τὸν Κανόνα πάει ὁ ὑμνογράφος, χάθηκε! Τὸν κατάπιε, τὸν παρέσυρε ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος» (Γερόντισσα Εὐφημία, «Ἡ πνευματικὴ μέριμνα τοῦ Γέροντος Πορφυρίου γιὰ τὰ γυναικεῖα μοναστήρια», Ὁρόσημο ἁγιότητος, σ. 328). Ὑπενθυμίζω ὅτι τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου εἶναι τὰ φοβερὰ λόγια «ὁ ἐμὸς ἔρως ἐσταύρωται [...] Ἄρτον Θεοῦ θέλω, ὅ ἐστιν σὰρξ Ἰησοῦ Χριστοῦ [...], καὶ πόμα θέλω τὸ αἷμα αὐτοῦ, ὅ ἐστιν ἀγάπη ἄφθαρτος».
Γιὰ τὸν γέροντα Πορφύριο ἡ ἀγάπη εἶναι ἀδιάζευκτα ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπο:
«Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστὸ δὲν ἔχει ὅρια, τὸ ἴδιο καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον». «Ἡ ἀγάπη στὸν Χριστὸ εἶναι κι ἀγάπη στὸν πλησίον, σ’ ὅλους, καὶ στοὺς ἐχθρούς [...]. Μέσω τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν ἀδελφὸ θὰ κατορθώσομε ν’ ἀγαπήσομε τὸν Θεόν. Ἐνῶ τὸ ἐπιθυμοῦμε, ἐνῶ τὸ θέλομε, ἐνῶ εἴμαστε ἄξιοι, ἡ θεία χάρις ἔρχεται μέσω τοῦ ἀδελφοῦ. Ὅταν ἀγαπᾶμε τὸν ἀδελφό, ἀγαπᾶμε τὴν Ἐκκλησία, ἄρα τὸν Χριστό. Μέσα στὴν Ἐκκλησία εἴμαστε κι ἐμεῖς. Ἄρα ὅταν ἀγαπᾶμε τὴν Ἐκκλησία, ἀγαπᾶμε καὶ τὸν ἑαυτό μας». «Ἕνα εἶναι τὸ ζητοῦμενο στὴ ζωή μας, ἡ ἀγάπη, ἡ λατρεία στὸν Χριστὸ καὶ ἡ ἀγάπη στοὺς συνανθρώπους μας [...]. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ φθάσει στὸν Θεό, ἂν δὲν περάσει ἀπ’ τοὺς ἀνθρώπους. Γιατὶ «ὁ μὴ ἀγαπῶν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ὃν ἑώρακε, τὸν Θεόν, ὃν οὐχ ἑώρακε, πῶς δύναται ἀγαπᾶν;».
Στὸν Πορφύριο ὁ ἀδελφὸς εἶναι ὅρος τῆς σωτηρίας. Κάθε ἐκκλησιαστικὸ μυστήριο στοιχειώνει ἀπὸ τὸ μυστήριο τοῦ ἀδελφοῦ, ἀλλιῶς ἐκφυλίζεται σὲ μηχανιστικὴ τελετή. Πνίγεται, θὰ λέγαμε, στὸν ριτουαλισμό.
«Ὁ παραμικρὸς γογγυσμὸς κατὰ τοῦ πλησίον ἐπηρεάζει τὴν ψυχή σας καὶ δὲν μπορεῖτε νὰ προσευχηθεῖτε. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ὅταν βρίσκει ἔτσι τὴν ψυχή, δὲν τολμάει νὰ πλησιάσει». «Οἱ προσευχές μας δὲν εἰσακούονται, διότι δὲν εἴμαστε ἄξιοι. Πρέπει νὰ γίνεις ἄξιος, γιὰ νὰ προσευχηθεῖς».
Τί θὰ περίμενε, ἄραγε, κανεὶς ὡς συνέχεια τῆς τελευταίας φράσης; Νὰ ὁρίσει, ἴσως, τὴν ἀξιοσύνη βάσει μιᾶς διαδικασίας προσωπικῆς κάθαρσης, φωτισμοῦ κ.ο.κ.; Ὁ Πορφύριος ὅμως συνέχισε ὡς ἑξῆς:
«Δὲν εἴμαστε ἄξιοι, διότι δὲν ἀγαπᾶμε τὸν πλησίον μας ὡς ἑαυτόν. Τὸ λέει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός: «Ἐὰν οὖν προσφέρῃς τὸ δῶρόν σου ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον κἀκεῖ μνησθῇς ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἔχει τι κατὰ σοῦ…».
Αὐτὴ τὴν εὐαγγελικὴ παράδοση ἀπηχεῖ καὶ μιὰ μαρτυρία ὅτι ὁ Πορφύριος διέγνωσε ἀδυναμία κάποιου πιστοῦ νὰ κοινωνήσει ἐπειδὴ εἶχε διαπράξει ἀδικία κατὰ ἑνὸς ἐργαζομένου, καὶ γιὰ τὴν ὁποία ἔπρεπε νὰ ἐπανορθώσει. Ἔχει, στὸ προκείμενο, ἐξαιρετικὴ σημασία το γεγονὸς ὅτι ὁ Πορφύριος θεωροῦσε τὴ νοερὴ προσευχή (τὴν «εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ») πολὺ περιεκτικὴ καὶ σημαντική, ὡστόσο τὴ θεμελίωνε στὴν ἄμεση, φλογερὴ καὶ ἀνεπιτήδευτη ἀγάπη τοῦ προσευχομένου πρὸς τὸν Χριστό, καὶ διαφωνοῦσε πρὸς τὴν ἐκμάθηση τεχνικῶν (κάθισμα σὲ χαμηλὸ σκαμνί, ἔλεγχος τῶν ἀναπνοῶν κ.λπ.), οἱ ὁποῖες μετατρέπουν τὴ ζωντανή, προσωπικὴ σχέση μὲ τὸν Χριστό, σὲ διαδικασία.
Τὴν προτεραιότητα τοῦ μυστηρίου τοῦ ἀδελφοῦ ἀνακεφαλαιώνει μιὰ ἁλυσία ἀφηγήσεων: ὁ Πορφύριος ἀνα-αφηγήθηκε κάποτε τὴν ἀφήγηση τοῦ «Εὐεργετινοῦ», ἡ ὁποία εἶχε ἀνα-αφηγηθεῖ τὴν παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτη ταιριάζοντάς την σὲ μοναστικὰ περιβάλλοντα. Ἡ ἀφήγηση μιλᾶ γιὰ δύο νεαροὺς μοναχοὺς ποὺ ἔχασαν τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ ἄφησαν ἀβοήθητο ἕναν πληγωμένο, προκειμένου νὰ μὴν παρεκκλίνουν ἀπὸ τὰ λειτουργικὰ καθήκοντα ποὺ τοὺς εἶχε ἀναθέσει ὁ γέροντάς τους.
Ἂν προσέξουμε τὶς διδαχὲς τοῦ Πορφυρίου, θὰ δοῦμε, νομίζω, ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι καρπὸς τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ὅμως, κατὰ ἕναν περίεργο τρόπο, εἶναι καὶ προϋπόθεσή της. Ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη εἶναι δώρημα τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἀκατόρθωτη χωρὶς τὴ Χάρη. Κι ὅμως, ἡ πρωτοβουλία τοῦ Χριστοῦ δὲν ἐκδηλώνεται ἂν δὲν ὑπάρξει «κάτι» ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὸ τὸ «κάτι» ὁ Πορφύριος τὸ προσδιορίζει ποιητικά, μὲ ἐπάλληλες ἐκφράσεις. Εἶναι ἡ ταπείνωση, τὸ ἄνοιγμα τοῦ ἀνθρώπου, τὸ αἴτημά του γιὰ ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ. Ὑπάρχει ἕνας ὑπαρξιακὸς ἀποφατισμὸς σ’ αὐτὴ τὴν προσέγγιση. Λόγου χάριν, ἡ ταπείνωση ἀλλοῦ δηλώνεται ὡς προϋπόθεση, ἀλλοῦ, ὅμως, μνημονεύεται ὡς δώρημα. Εἶναι κάτι παρόμοιο μ’ αὐτὸ ποὺ συμβαίνει στὴν προσευχή: «Ἡ προσευχή», ἔλεγε ὁ Πορφύριος, «γίνεται μόνο μὲ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Αὐτὸ διδάσκει τὴν ψυχὴ πῶς νὰ προσεύχεται [...]. Πρὶν ἀπ’ τὴν προσευχὴ ἡ ψυχὴ πρέπει νὰ προετοιμάζεται μὲ προσευχή. Προσευχὴ γιὰ τὴν προσευχή». Ὁ ἄνθρωπος, κοντολογίς, δὲν δύναται μὲν νὰ πετύχει ἀπὸ μόνος του τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη, αὐτὸ ὅμως ποὺ δύναται εἶναι νὰ προσανατολίσει ἀποφασιστικὰ τὸν ἑαυτό του πρὸς αὐτήν. Αὐτὸ ποὺ ζητεῖται ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο εἶναι τὸ νὰ θελήσει νὰ ἀγαπήσει, νὰ παραδεχτεῖ ὅτι μόνος δὲν ἀρκεῖ. Αὐτὸ εἶναι ἡ ἕδρα τῆς ἀγάπης. Καὶ γι’ αὐτό, ὁ ἄνθρωπος παραμένει μὲν ἀτελὴς καὶ ἄστοχος, ὅμως ἔχει καίρια σημασία ὁ αὐτο-προσανατολισμός του: σὲ ποιὰ προοπτική, δηλαδή, ἀνοίγει τὸν ἑαυτό του καὶ ποιὸν καλωσορίζει στὴ ζωή του.

Τρίτη 6 Αυγούστου 2013

Η σχέση με τον Χριστό είναι αγάπη, έρωτας, ενθουσιασμός, λαχτάρα

Η σχέση με τον Χριστό είναι αγάπη, έρωτας, ενθουσιασμός, λαχτάρα
ΕσταυρωμενοςΑπό τους λόγους του Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου :
Ο Χριστός είναι η χαρά, το φως το αληθινό, η ευτυχία. Ο Χριστός είναι η ελπίδα μας. Η σχέση με τον Χριστό είναι αγάπη, είναι έρωτας, είναι ενθουσιασμός, είναι λαχτάρα του θείου. Ο Χριστός είναι το παν. Αυτός είναι η αγάπη μας, Αυτός ο έρωτάς μας. Είναι έρωτας αναφαίρετος ο έρωτας του Χριστού. Από κει πηγάζει η χαρά.
Η χαρά είναι ο ίδιος ο Χριστός. Είναι μία χαρά, που σε κάνει άλλο άνθρωπο. Είναι μία πνευματική τρέλα, αλλά εν Χριστώ. Σε μεθάει σαν το κρασί το ανόθευτο, αυτό το κρασί το πνευματικό. Όπως λέγει ο Δαβίδ: «ἐλίπανας ἐν ἐλαίῳ τὴν κεφαλήν μου, καὶ τὸ ποτήριόν σου μεθύσκον με ὡσεὶ κράτιστον» (Ψαλ. 22, 5). Ο πνευματικός οίνος είναι άκρατος, ανόθευτος, πολύ δυνατός κι όταν τον πίνεις, σε μεθάει. Αυτή η θεία μέθη είναι δώρο του Θεού, που δίδεται στους «καθαρούς τῇ καρδίᾳ» (Πρβλ. Ματθ. 5, 8).
Όσο μπορείτε να νηστεύετε, όσες μετάνοιες μπορείτε να κάνετε, όσες αγρυπνίες θέλετε ν’ απολαμβάνετε, αλλά να είστε χαρούμενοι. Να έχετε τη χαρά του Χριστού. Είναι η χαρά που διαρκεί αιώνια, που έχει αιώνια ευφροσύνη. Είναι χαρά του Κυρίου μας, που δίνει την ασφαλή γαλήνη, τη γαλήνια τερπνότητα και την πάντερπνη ευδαιμονία. Η χαρά η πασίχαρη, που ξεπερνά κάθε χαρά. Ο Χριστός θέλει κι ευχαριστείται να σκορπάει τη χαρά, να πλουτίζει τους πιστούς Του με χαρά. Εύχομαι, «ἵνα ἡ χαρὰ ἡμῶν ᾖ πεπληρωμένη» (Α’ Ιω. 1,4).
Αυτή είναι η θρησκεία μας. Εκεί πρέπει να πάμε. Ο Χριστός είναι ο Παράδεισος, παιδιά μου. Τι είναι Παράδεισος; Ο Χριστός είναι. Από δω αρχίζει ο Παράδεισος. Είναι ακριβώς το ίδιο, όσοι εδώ στη γη ζουν τον Χριστό, ζουν τον Παράδεισο. Έτσι είναι, που σάς το λέγω. Είναι σωστό, αληθινό αυτό, πιστέψτε με! Έργο μας είναι να προσπαθούμε να βρούμε έναν τρόπο να μπούμε μέσα στο φως του Χριστού. Δεν είναι να κάνει κανείς τα τυπικά. Η ουσία είναι να είμαστε μαζί με τον Χριστό. Να ξυπνήσει η ψυχή και ν’ αγαπήσει τον Χριστό, να γίνει αγία. Να επιδοθεί στο θείο έρωτα. Έτσι θα μάς αγαπήσει κι Εκείνος. Θα είναι τότε η χαρά αναφαίρετη. Αυτό θέλει πιο πολύ ο Χριστός, να μάς γεμίζει από χαρά, διότι είναι η πηγή της χαράς. Αυτή η χαρά είναι δώρο του Χριστού. Μέσα σ’ αυτή τη χαρά θα γνωρίσομε τον Χριστό. Δεν μπορούμε να Τον γνωρίσουμε, αν Εκείνος δεν μας γνωρίσει. Πώς το λέγει ο Δαβίδ; «ἐὰν μὴ Κύριος οἰκοδομήσῃ οἶκον, εἰς μάτην ἐκοπίασαν οἱ οἰκοδομοῦντες· ἐὰν μὴ Κύριος φυλάξῃ πόλιν, εἰς μάτην ἠγρύπνησεν ὁ φυλάσσων» (Ψαλμ. 126, 1).
Αυτά η ψυχή μας θέλει να αποκτήσει. Αν προετοιμασθούμε ανάλογα, η χάρις θα μάς τα δώσει. Δεν είναι δύσκολο. Αν αποσπάσουμε την χάρι, όλα είναι εύκολα, χαρούμενα κι ευλογία Θεού. Η θεία χάρις διαρκώς κρούει την πόρτα της ψυχής μας και περιμένει ν’ ανοίξουμε, για να έλθει στην διψώσαν καρδίαν μας και να την πληρώσει. Το πλήρωμα είναι ο Χριστός, η Παναγία μας, η Αγία Τριάς. Τι ωραία πράγματα!
Άμα αγαπάεις, ζεις στην Ομόνοια και δεν ξέρεις ότι βρίσκεσαι στην Ομόνοια. Ούτε αυτοκίνητα βλέπεις, ούτε κόσμο βλέπεις, ούτε τίποτα. Είσαι μέσα σου με το πρόσωπο που αγαπάεις. Το ζεις, το ευχαριστιέσαι, σ’ εμπνέει. Δεν είναι αληθινά αυτά; Σκεφθείτε αυτό το πρόσωπο που αγαπάτε να είναι ο Χριστός. Ο Χριστός στο νου σου, ο Χριστός στην καρδιά σου, ο Χριστός σ’ όλο σου το είναι, ο Χριστός παντού.
Ο Χριστός είναι η ζωή, η πηγή της ζωής, η πηγή της χαράς, η πηγή του φωτός του αληθινού, το παν. Όποιος αγαπάει τον Χριστό και τους άλλους, αυτός ζει τη ζωή. Ζωή χωρίς Χριστό είναι θάνατος, είναι κόλαση, δεν είναι ζωή. Αυτή είναι η κόλαση, η μη αγάπη. Ζωή είναι ο Χριστός. Η αγάπη είναι η ζωή του Χριστού. Ή θα είσαι στη ζωή ή στο θάνατο. Από σένα εξαρτάται να διαλέξεις.
Ένας να είναι ο στόχος μας, η αγάπη στον Χριστό, στην Εκκλησία, στον πλησίον. Η αγάπη, η λατρεία προς τον Θεό, η λαχτάρα, η ένωση με τον Χριστό και με την Εκκλησία είναι ο επί γης Παράδεισος. Η αγάπη στον Χριστό είναι κι αγάπη στον πλησίον, σ’ όλους, και στους εχθρούς. Ο χριστιανός πονάει για όλους, θέλει όλοι να σωθούν, όλοι να γευθούν τη Βασιλεία του Θεού. Αυτός είναι ο χριστιανισμός. Μέσω της αγάπης προς τον αδελφό θα κατορθώσουμε ν’ αγαπήσουμε τον Θεό. Ενώ το επιθυμούμε, ενώ το θέλουμε, ενώ είμαστε άξιοι, η θεία χάρις έρχεται μέσω του αδελφού. Όταν αγαπάμε τον αδελφό, αγαπάμε την Εκκλησία, άρα τον Χριστό. Μέσα στην Εκκλησία είμαστε κι εμείς. Άρα όταν αγαπάμε την Εκκλησία, αγαπάμε και τον εαυτό μας.
Από το βιβλίο : Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΙ
Ιερά Μονή Χρυσοπηγής, Χανιά 2003

π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος: Η Αγάπη



π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος: Η Αγάπη


π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος: Η Αγάπη
του π. Αντωνίου Αλεβιζοπούλου (†)
Η αγάπη είναι ανώτερη από κάθε άλλο χάρισμα ή πνευματική εμπειρία. Γι' αυτό και οι χριστιανοί προτρέπονται να επιθυμούν αυτό το χάρισμα περισσότερο από κάθε άλλο:
"Ζηλούτε δε τα χαρίσματα τα κρείτονα, και έτι καθ' υπερβολήν οδόν υμίν δείκνυμι ... Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον, και εάν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν, και εάν έχω πάσαν την πίστιν, ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη έχω, ουδέν είμι ... η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει ... νυνί δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα μείζων δε τούτων η αγάπη" (Α' Κορ. ιβ' 31, ιγ' 1-13).
Ολόκληρος ο αγώνας του ανθρώπου νοηματοδοτείται όταν αποβλέπει στην επιστροφή του ανθρώπου, στην κοινωνία μετά του Θεού και μετά του πλησίον στη βίωση της μιας ανθρώπινης φύσης. Η κοινωνία αυτή είναι κοινωνία ''εν όλη τη καρδία" και ''εν όλη τη ψυχή" και ''εν όλη τη διανοία" μετά του Ακτίστου Θεού και εμπειρία τού ότι ο πλησίον δεν αποτελεί κάτι ξένο προς τη δική μας φύση· γι' αυτό και ο Κύριος υπογραμμίζει: «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτον" (Ματθ. κβ' 35-40).
Αυτή η επιστροφή του ανθρώπου από το "παρά φύση" στο "κατά φύση" δεν μπορούσε να συντελεσθεί μετά την πτώση με ανθρώπινες προσπάθειες. Για να αγαπήσει κανείς τον Θεό έπρεπε να γεννηθεί "άνωθεν" (Ιω. γ' 3-5). Χωρίς αυτή τη γέννηση δεν μπορεί κανείς να εισέλθει στην "βασιλεία του Θεού", δηλαδή στην κοινωνία αγάπης, "πας ο αγαπών εκ Θεού γεγέννηται και γινώσκει τον Θεόν. Ο μη αγαπών ουκ έγνω τον Θεόν, ότι ο Θεός αγάπη εστίν" (Ιω. δ' 7-8).
Η αγάπη οδηγεί στην υπέρβαση της ατομικότητας του ανθρώπου, ξεπερνάει τον αυτοεγκλωβισμό στο "εγώ" και ανοίγει το δρόμο για την επιστροφή στον παράδεισο του Θεού, που συντελείται ''εν Χριστώ" (Γαλ. γ' 26-29). Γι' αυτό και ο Χριστός ονομάζεται ''η οδός" και ''η ζωή" (Ιω. ιδ' 6). Είναι η νέα οδός που "εκτίσθη" για χάρη των "έργων του Θεού", δηλαδή για μάς τους ανθρώπους (Παροιμ. η' 22).
***
Με την νέα γέννηση ''εν Χριστώ" αποκτάμε αιώνια υποστατική ύπαρξη και αισθανόμαστε πλέον όλους τους ανθρώπους αναπόσπαστα μέλη μας· ''και γάρ εν ενί Πνεύματι ημείς πάντες εις ένα σώμα εβαπτίσθημεν" (Α' Κορ. ιβ' 13)· δεν μπορούμε να διασπασθούμε. "Ουδείς ποτε την εαυτού σάρκα εμίσησεν... ότι μέλη εσμέν του σώματος αυτού, εκ της σαρκός αυτού και εκ των οστέων αυτού" (Εφεσ. ε' 29-30).
Το θεμέλιο της αγάπης είναι η υποστατική ύπαρξη του Χριστού. Όπως ο Πατέρας είναι ενωμένος με τον Υιό και ο Υιός με τον Πατέρα, έτσι είμαστε και μείς ενωμένοι με τον Υιό και ο Υιός με εμάς (Ιω. ιζ' 21-26). Με την διαφοράν ότι η ένωση του Υιού με τον Πατέρα είναι φυσική, ενώ η δική μας ένωση με τον Υιό είναι "κατά θέσιν και χάριν, όμως εις ένα και το αυτό είμεθα όλοι ενωμένοι με τον Θεόν, και αχώριστοι, καθώς πάλιν αυτός ο Χριστός λέγει· "εγώ εν αυτοίς, και συ εν εμοί, ίνα ώσιν τετελειωμένοι εις εν" (Αγ. Συμεών ο Νέος Θεολόγος).
"Ας μη συμπεριφερόμεθα λοιπόν ωσάν διεσπασμένοι, ούτε να λέγη κανείς· ο τάδε δεν είναι φίλος μου, ούτε συγγενής, ούτε γείτονας, ούτε έχω τίποτε κοινόν προς αυτόν· πώς να τον πλησιάσω; Διότι και αν δεν είναι συγγενής, ούτε φίλος, είναι όμως άνθρωπος ο οποίος έχει την ιδίαν με εσένα φύσιν, τον ίδιον Δεσπότην, είναι σύνδουλός σου και ζη εις την ιδίαν σκηνήν, αφού υπάρχει εις τον ίδιον κόσμον (ι. Χρυσόστομος).
Η αγάπη είναι δώρο του Αγίου Πνεύματος· ο πρώτος καρπός Του (Γαλ. ε' 22). Είναι η θεία ζωή που μεταφυτεύεται στον πιστό σαν θεία δύναμη, που ενώνει οντολογικά ολόκληρη την ανθρωπότητα. Εάν ετηρείτο τελείως η αγάπη προς τον πλησίον, σύμφωνα με την εντολή του Χριστού, τότε, "ούτε δούλος, ούτε ελεύθερος θα υπήρχεν, ούτε άρχων ούτε αρχόμενος, ούτε πλούσιος, ούτε πτωχός, ούτε μικρός, ούτε μέγας..." (ι. Χρυσόστομος).
"Η τελεία αγάπη δεν διαχωρίζει τη μία φύση ανάλογα με τις διάφορες γνώμες των ανθρώπων, αλλά αποβλέποντας πάντοτε σ' αυτήν, αγαπά εξ ίσου όλους τους ανθρώπους. Τους εναρέτους τους αγαπά σαν φίλους, ενώ τους κακούς τους αγαπά σαν εχθρούς, ευεργετώντας αυτούς, δείχνοντας μακροθυμία προς αυτούς και υπομένοντας όλες τις κατηγορίες και τις κακίες που δέχεται απ' αυτούς" (Αγ. Μάξιμος Ομολογητής).
Σε άλλο σημείο αναφέρει ο Άγιος Μάξιμος: "Εκείνος που ασκεί ελεημοσύνη μιμούμενος τον Θεό, δεν γνωρίζει διαφορά μεταξύ πονηρού και αγαθού, μεταξύ δικαίου και αδίκου στα πράγματα τα αναγκαία για το σώμα, αλλά σ' όλους μοιράζει εξ ίσου με την ανάγκη τους.
***
Η διάθεση της αγάπης δεν γίνεται φανερή μόνο με τη δόση των χρημάτων, αλλά πολύ περισσότερο με τη μετάδοση του λόγου του Θεού και τη σωματική διακονία".
Η σωτηρία του αδελφού είναι το βασικό μέλημα της αγάπης ενός αληθινού χριστιανού. "Είδα και άλλον, οπού τόσον πολλά εποθούσε την σωτηρίαν των αδελφών του, οπού επαρακαλούσε πολλαίς φοραίς τον Θεόν με θερμά δάκρυα, ή να σωθούν και εκείνοι, ή να κολασθή και αυτός μαζί με εκείνους, και παρακινούμενος από την Θεομίμητον και θερμήν προαίρεσίν του, δεν ήθελε με κανένα τρόπον να σωθή αυτός μόνος χωρίς τους αδελφούς του· ότι τόσον ενώθη με αυτούς πνευματικώς, διά μέσου της Αγίας αγάπης, εν Πνεύματι Αγίω, οπού δεν ήθελε ουδέ εις την βασιλείαν των ουρανών να χωρισθή από αυτούς" (Αγ. Συμεών ο Νέος Θεολόγος).
Όποιος δεν αισθάνεται μέσα του τη χάρη, αυτός δεν βλέπει τη χάρη και στους άλλους, λέγει ο π. Σωφρόνιος· από τον τρόπο που δέχεται ο άνθρωπος τον πλησίον του μπορείς να κρίνεις για τον βαθμό της χάρης που έχει μέσα του, συνεχίζει- "Αν ο άνθρωπος βλέπει στον αδελφό του την παρουσία του Αγίου Πνεύματος, αυτό σημαίνει πως έχει και ο ίδιος μεγάλη χάρη. Αν όμως μισεί τον αδελφό του, αυτό σημαίνει πως αυτός ο ίδιος κατέχεται από πονηρό πνεύμα''.
***
Όποιος αποκτά την εμπειρία της τέλειας αγάπης, αποκτά ταυτόχρονα και την εμπειρία της τέλειας ταπεινώσεως. Γιατί η Αληθινή ταπείνωση δεν είναι δυνατόν να κατανοηθεί από τους ανθρώπους που δεν έχουν γευθεί την εν Χριστώ αγάπη· τη θεωρούν μωρία και την αποστρέφονται.
Όμως στον παράδεισο του Θεού όλοι βρίσκονται μέσα στην αγάπη και στην κατά Χριστόν ταπείνωση, ώστε να χαίρονται να βλέπουν τους άλλους ανωτέρους από αυτούς και κανένας να μη τους φαίνεται ''βέβηλος" και ''ακάθαρτος"· αυτή την ταπείνωση έζησαν οι Άγιοι της Εκκλησίας μας.
"Πότε γνωρίζει ο άνθρωπος ότι έφθασε εις την καθαρότητα της καρδίας;", ρωτήθηκε ο Ισαάκ ο Σύρος και έδωσε την ακόλουθη απάντηση:
''Όταν βλέπη όλους τους ανθρώπους και δεν του φαίνεται κανείς βέβηλος και ακάθαρτος· τότε αληθώς υπάρχει καθαρός τη καρδία· διότι άλλως πώς θέλει πληρωθή ο λόγος του Αποστόλου, ο οποίος λέγει ότι πρέπει ο άνθρωπος να λογίζεται μετά ειλικρινούς καρδίας πάντας ως ανωτέρους αυτού, και ο προφήτης Αββακούμ λέει, ότι ο καθαρός οφθαλμός δεν βλέπει πονηρά" (βλ. Αββακούμ α' 13).
Η αγάπη του Χριστού σπλαχνίζεται όλους τους ανθρώπους και αν κάποιος δεν συμπάσχει σαν δει άνθρωπο που αμαρτάνει, από αυτόν φεύγει η χάρη του Θεού· ''Να μη συγχέεις τον άνθρωπο που είναι εικόνα του Θεού με τις αμαρτίες στις οποίες έπεσε", λέγει ο Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης, ''η αμαρτία είναι ένα επεισόδιο. Η πραγματική φύσις του ανθρώπου είναι η εικόνα του Θεού, που πάντοτε παραμένει''.
"Διότι και ο Κύριός σου δεν συνωμίλει μόνον με δικαίους και τους ακαθάρτους απέφευγεν, αλλά και την Χαναναίαν (Ματθ. ιε' 22-28) την εδέχθη με πολλήν εύνοιαν, και την Σαμαρίτιν (Ιω. δ' 7 εξ.) την μιαράν και ακάθαρτον, και άλλην πόρνην (Λουκ. ζ' 37 εξ.), διά την οποίαν και τον εκατηγόρουν οι Ιουδαίοι, και την εδέχθη και την εθεράπευσε και ηνέχθη να βραχούν τα πόδια του από τα δάκρυα της μιαράς, διά να μας διδάξη να είμεθα ανεκτικοί προς τους αμαρτάνοντας· διότι αυτό προ πάντων είναι φιλανθρωπία" (ι. Χρυσ.).
***
«Ένας αδελφός αμάρτηοε και τον απεμάκρυνε ο πρεσβύτερος από την εκκλησία. Σηκώνεται λοιπόν και ο Αββάς Βησσαρίων και βγήκε μαζί του, λέγοντας: "Αμαρτωλός είμαι κι εγώ"».
Οι άνθρωποι του Θεού δεν πονούν μόνο όταν βλέπουν τους άλλους να πεθαίνουν από την πείνα ή τη σωματική αρρώστια, αλλά και όταν βλέπουν τους πονηρούς να αμαρτάνουν, λέγει ο Χρυσόστομος· υποφέρουν μάλιστα σ' αυτή την περίπτωση πολύ περισσότερο. "Διατί μισείς τον αμαρτωλόν, ω άνθρωπε; Διότι τάχα δεν είναι δίκαιος ως και συ; Και πού είναι η δικαιοσύνη σου, αφού δεν έχεις αγάπην; Διατί δεν κλαίεις μάλλον δι' αυτόν, αλλά καταδιώκεις αυτόν;» (Αγ. Ισαάκ ο Σύρος).
"Θέλεις να διορθώσης τον αδελφόν σου;'' λέγει ο ι. Χρυσόστομος, σε άλλο σημείο, "δάκρυσε δι' αυτόν, ιδιαιτέρως να τον προτρέψης, συμβούλευσέ τον, παρακάλεσέ τον… Δείξε αγάπην προς αυτόν που ημάρτησεν".
***
Το όριο της αγάπης είναι η αγάπη προς τους εχθρούς, σύμφωνα με τον λόγο του Χριστού: "Εγώ δε λέγω υμίν, αγαπάτε τους εχθρούς υμών, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, καλώς ποιείτε τοις μισούοιν υμάς και προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων υμάς και διωκόντων υμάς, όπως γένησθε υιοί του πατρός υμών του εν ουρανοίς, ότι τον ήλιον αυτού ανατέλλει επί πονηρούς και αγαθούς" (Ματθ. ε' 44-45).
Σχολιάζοντας ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει πως ο Χριστός δεν ζητάει από μας μόνο να συγχωρέσουμε τους εχθρούς μας, "αλλά και να τους συναριθμήσωμε μεταξύ των καλυτέρων φίλων μας, γι' αυτό και καθώρισε να ευχόμαστε γι' αυτούς". Εάν λοιπόν δεν βλάπτης κάποιον, όμως τον αποστρέφεσαι και δεν τον βλέπεις με αγαθήν διάθεσιν και το τραύμα το έχεις στην ψυχή σου αυξανόμενον, δεν έχεις καθόλου εκτελέσει την εντολήν που σου παρήγγειλεν ο Χριστός. Πώς λοιπόν παρακαλείς τον Θεόν να γίνη διά σε ίλεως, χωρίς πρώτον να έχης γίνει εσύ το ίδιον εις τους βλάπτοντάς σε; Πώς δηλαδή λέγεις· ''άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών";(Ματθ. στ' 12).
"Άνθρωπος ανθρώπω συντηρεί οργήν, και παρά Κυρίου ζητεί ίασιν; Επ' άνθρωπον όμοιον αυτώ ουκ έχει έλεος και περί των αμαρτιών αυτού δείται; Αυτός σαρξ ων διατηρεί μήνιν, τις εξιλάσεται τας αμαρτίας αυτού"; (Σοφ. Σειράχ κη' 3-5)".
"Υπάρχουν άνθρωποι που εύχονται για τους εχθρούς τους ή για τους εχθρούς της Εκκλησίας την απώλεια και τα βάσανα στη φωτιά της κολάσεως. Σκέφτονται έτσι γιατί δεν εδιδάχθησαν από το Άγιο Πνεύμα την αγάπη του Θεού. Όποιος την εδιδάχθηκε πραγματικά, αυτός χύνει δάκρυα για όλο τον κόσμο" (π. Σωφρόνιος).
Όποιος ευεργετεί τους συνανθρώπους του για τη δόξα του Θεού, δε σταματάει να τους ευεργετεί ο,τιδήποτε και αν του κάμουν, σκόμη και εάν τον αδικήσουν ή τον συκοφαντήσουν.
"Διότι βέβαια αυτός που σταματά την ευεργεσίαν μετά την συκοφαντίαν δεικνύει ότι προσπαθεί ν' ασκήσει αυτό το έργον όχι για να δοξάση τον Θεόν, αλλά διά να λάβη τον έπαινον των ανθρώπων" (ι. Χρυσ.). Η άποψη αυτή αποτελεί κανόνα ζωής για κάθε πιστό. Υπογραμμίζεται από όλους τους Πατέρες της Εκκλησίας.
***
Ο πιστός αγαπά ακόμη και τους αιρετικούς, όχι όμως την αίρεση. Είναι "ασθενείς κατά την ψυχήν και ανάπηροι κατά το βλέμμα της διανοίας των, δεν ημπορούν να ατενίσουν προς το φως της αληθείας", λέγει ο Χρυσόστομος και συνιστά ''Δι' αυτό ας εκπληρώσωμε τας υποχρεώσεις μας και ας απλώσωμε το χέρι μας εις αυτούς", σύμφωνα με τη συμβουλή του Παύλου: ''εν πραότητι παιδεύοντα τους αντιδιατιθεμένους, μήποτε δω αυτοίς ο Θεός μετάνοιαν εις επίγνωσιν αληθείας και ανανήψωσιν εκ της του διαβόλου παγίδος, εζωγρημένοι υπ' αυτού εις το εκείνου θέλημα" (Β' Τιμ. β' 25-26).
Η Γραφή συνιστά νουθεσία στους αιρετικούς και μάλιστα μία και δύο φορές (Τίτ. γ' 10-11)· ακόμη και στην περίπτωση της εμμονής στην πλάνη οι πιστοί δεν προτρέπονται να μισούν τους αιρετικούς. Πρέπει μόνο να μισούν την αίρεση και να αποφεύγουν τις στενές σχέσεις, γιατί αυτό μπορεί να σημάνει γι' αυτούς κίνδυνο.
Πρέπει να μισούμε ''το κακόν έργον και όχι τον άνθρωπον", λέγει ο Χρυσόστομος και υπογραμμίζει πως έργο του Διαβόλου είναι να εξαλείψη την αγάπη και να καταστρέψει την οδό της διορθώσεως- ''και να κυριεύση, εκείνον μεν εις την πλάνην, εσένα δε εις την έχθραν, ώστε έτσι να κρημνίση τα τείχη της οδού της σωτηρίας εκείνου. Διότι, όταν και ο ιατρός μισή και αποφεύγη τον άρρωστον, πότε θα αναλάβη αυτός που νοσεί, εφ' όσον ούτε αυτός καλεί τον ιατρόν, ούτε εκείνος έρχεται εις τον ασθενή; Αλλά διά ποίον λόγον, ειπέ μου, τον αποστρέφεσαι και τον αποφεύγεις; Διότι είναι ασεβής; Λοιπόν δι' αυτό ακριβώς πρέπει να τον πλησιάζης και να τον περιποιείσαι. Εάν δε η ασθένειά του είναι αθεράπευτος, συ όμως έχεις εντολήν να πράξης το καθήκον σου".
«Εάν λοιπόν πρέπει να μισούμε τους εχθρούς του Θεού, δεν πρέπει να μισούμε μόνον τους ασεβείς, αλλά και τους αμαρτωλούς· και έτσι θα καταντήσωμε χειρότεροι από τα θηρία, με το να αποστρεφώμεθα όλους τους ανθρώπους και να υπερηφανευώμεθα με ανοησίαν όπως εκείνος ο Φαρισαίος. Ο Παύλος όμως δεν παραγγέλλει έτσι, αλλά πώς; Παρακαλούμεν δε υμάς, αδελφοί, νουθετείτε τους ατάκτους, παραμυθείσθε τους ολιγοψύχους, αντέχεοθε των ασθενών, μακροθυμείτε προς πάντας" (Α' Θεσ. ε' 14)» (ι. Χρυσ.).
Η αγάπη λοιπόν είναι το μεγαλύτερο από τα χαρίσματα του Θεού, γιατί αποτελεί επιστροφή στη βίωση της ενότητας του ανθρώπου, στην εμπειρία της μιας ανθρώπινης φύσης, στην υπέρβαση της ατομικότητας του ανθρώπου.
Το θεμέλιο της αγάπης είναι η υποστατική ένωση του Χριστού. Ο Πατέρας είναι ενωμένος σε μια Θεότητα με τον Υιό και ο Υιός ενωμένος με τον άνθρωπο, ως ένσαρκος Λόγος σε ένα πρόσωπο. Όλοι οι πιστοί εντασσόμαστε στο ένα Σώμα του Χριστού και επομένως, δεν πρέπει να συμπεριφερόμαστε αναμεταξύ μας σαν ξένοι. Είμαστε ενωμένοι λόγω του ότι έχουμε την ιδία φύση, την ίδια πίστη και αποτελούμε μέλη του ενός Σώματος, το οποίο δεν επιτρέπεται να διασπούμε.
Η αγάπη είναι το δώρο του Θεού που μεταφυτεύει τη θεία ζωή στη μία ανθρωπότητα, που αποτελείται από μύρια πρόσωπα, τα οποία δεν συγχέονται αναμεταξύ τους. Γι' αυτό και μπορούν να έλθουν σε κοινωνία αγάπης εν ελευθερία χωρίς να αναιρούνται. Έτσι η αγάπη ενώνει οντολογικά ολόκληρη την ανθρωπότητα σε μία ανθρώπινη ύπαρξη, μέσα στην οποία το κάθε ανθρώπινο πρόσωπο εξυψώνεται και δεν καταργείται.
Ο πιστός, που ζει την αγάπη παίρνει επάνω του τα σφάλματα των αγαπωμένων προσώπων αγαπά εξίσου όλους και δεν σκέπτεται το κακό. Δεν διαχωρίζει αγαθούς και πονηρούς και θέλει όλους να γίνουν κοινωνοί της αγάπης του και της αγάπης του Θεού. Γι' αυτό και δεν ταυτίζει τους αμαρτωλούς με την αμαρτία και πάσχει μαζί μ' αυτούς. Το όριο της αγάπης είναι η αγάπη προς τους εχθρούς.
****
«Η θερμή αγάπη του Χριστού τρέφει περισσότερο από κάθε υλική τροφή και δίνει πολλές θερμίδες στην ψυχή και στο σώμα και πολλές φορές θεραπεύει και αγιάτρευτες αρρώστιες, δίχως φάρμακα, και αναπαύει ψυχές.
Όσοι δεν θυσιάζουν και την σωματική τους υγεία για την αγάπη του Χριστού, καταφρονώντας την σωματική τους ανάπαυοη, ανάπαυοη πνευματική δεν βρίσκουν ούτε α' αυτήν την ζωή ούτε στην μέλλουσα, την αιώνια.
Εκείνοι που θυσιάζουν ακόμη και την ζωή τους από καθαρή αγάπη, για να προστατέψουν τους συνανθρώπους τους, μιμούνται τον Χριστό. Αυτοί φυσικά είναι οι μεγαλύτεροι ήρωες, διότι τους τρέμει ακόμη και ο θάνατος, γιατί αψήφησαν τον θάνατο από αγάπη, κι έτσι νικάν με την αθανασία, παίρνοντας το κλειδί της αιωνιότητος κάτω από την πλάκα του τάφου, και προχωρούν ελαφρά στην αιώνια μακαριότητα.

Η θυσία για τον συνάνθρωπό μας κρύβει την μεγάλη μας αγάπη για τον Χριστό. Όσοι έχουν μεν την αγαθή προαίρεοη για να ελεήσουν, αλλά δεν έχουν τίποτα και πονάνε γι' αυτό, ελεούν με το αίμα της καρδιάς τους.»
Από το βιβλίο «Επιστολές», του Γέροντος Παϊσίου του Άγιορείτου
Πηγή: Περιοδικό Διάλογος
Τεύχος 29
Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2002