Παρασκευή 26 Ιουλίου 2013

Ησυχαστική Θεολογία 15 Μαρτίου 2012

Ησυχαστική Θεολογία
15 Μαρτίου 2012
Θρησκεία / Θεολογία   Καθηγητής Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης
Ο Ησυχασμός δεν αποτελεί εποχικό ή περιθωριακό φαινόμενο της ιστορίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά συνιστά κεντρικό άξονα της μοναχικής παραδόσεώς της και σφραγίζει διαχρονικά το χαρακτήρα της πνευματικής της ζωής. Ήδη, από τους πρώτους αιώνες της ιστορίας της Εκκλησίας η έννοια της ησυχίας συνδέθηκε με την αποδέσμευση του ανθρώπου από την αγωνιώδη μέριμνα και ταραχή του κόσμου και την επιστροφή του προς το Θεό.
 
Η ησυχία δεν είναι πλαδαρότητα ή ακινησία, αλλά αφύπνιση και έντονη ενεργοποίηση στο επίπεδο της πνευματικής ζωής. Είναι μια εσωτερική ανασύνταξη και επανατοποθέτηση, που καλλιεργείται με την περισυλλογή, την αυτοσυγκέντρωση, την προσευχή και την κοινωνία με το Θεό, Και η ησυχαστική ζωή, που καλλιεργείται με τη φυγή στην έρημο, δεν εκφράζει αποστροφή προς τον κόσμο, αλλά προσήλωση στην αγάπη του Θεού. Ο ησυχαστής απομονώνεται στην έρημο, για να χωρέσει μέσα του ολόκληρο τον κόσμο. Η ησυχαστική όμως ζωή μπορεί να καλλιεργηθεί ως ένα βαθμό και μέσα στις πόλεις, όπως βεβαιώνει η ιστορία της Ορθοδοξίας. Ο πατέρας του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά Κωνσταντίνος ζούσε ησυχαστική ζωή μέσα στην Κωνσταντινούπολη ως συγκλητικός και μέλος της αυτοκρατορικής αυλής. Εκείνο που απαιτεί η ζωή αυτή είναι η αποδέσμευση από την εμπαθή προσήλωση στον κόσμο και η πλήρης αναφορά στο Θεό.
Προσήλωση
Κεντρική θέση στον ησυχασμό έχει η νοερά ή καρδιακή προσευχή, που πραγματοποιείται με την επίκληση του ονόματος του Χριστού: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ε¬λέησόν με». Η προσευχή αυτή με τη συντομία της βοηθάει στην αυτοσυγκέντρωση και στην απερίσπαστη προσήλωση στο Θεό, Με τη συνεχή επανάληψή της και με τη χάρη του Θεού η προσευχή μεταφέρεται σταδιακά από τα χείλη στην καρδιά του ανθρώπου.
Όπως γράφει ένας από τους ησυχαστές θεολόγους, ο όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, η επίκληση του ονόματος του Ιησού αποτελεί το κυριότερο όπλο του πιστού στον αγώνα του εναντίον του πονηρού: «Ιησού ονόματι μάστιζε πολεμίους· ου γαρ έστιν εν τω ουρανώ και επί γης ισχυρότερον όπλον» (Κλίμαξ 21, ΡG 88,9450). Με την προσευχή αυτή αντιμετωπίζει ο πιστός τους πειρασμούς και καταπολεμεί τα πάθη. Και όταν η προσευχή ριζώσει στην καρδιά, ξεριζώνονται τα πάθη και ο άνθρωπος ειρηνεύει με το Θεό και ελευθερώνεται.
Ο ησυχασμός πολεμήθηκε έντονα τον δέκατο τέταρτο αιώνα από τον ελληνικής καταγωγής μοναχό Βαρλαάμ, που ήρθε από την Καλαβρία της Ιταλίας στην Κωνσταντινούπολη και τη Θεσσαλονίκη. Την πολεμική του Βαρλαάμ και των ομοφρόνων του ανέτρεψε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο οποίος και πρόβαλε τη θεολογική θεμελίωση της ησυχαστικής ζωής. Έτσι ο ησυχασμός και η ησυχαστική θεολογία συνδέθηκαν στενότερα με το όνομα του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και με την εποχή του.
Στους κορυφαίους εκπροσώπους της ησυχαστικής θεολογίας που αναπτύχθηκε ως την εποχή του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά συγκαταλέγονται ο όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, ο μοναχός Ευάγριος, ο όσιος Μάρκος ο ασκητής, ο Διάδοχος επίσκοπος Φωτικής, ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ο όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, ο όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ο όσιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης κ.ά.
Σκοπός του ησυχασμού είναι να οδηγήσει τον άνθρωπο σε προσωπική σχέση και κοινωνία με το Θεό. Για να πραγματοποιηθεί, όμως, αυτό χρειάζεται να επιστρέψει ο άνθρωπος στον εαυτό του. Χρειάζεται να απαγκιστρωθεί από την αλλοτριωτική εξωστρέφεια και την προσκόλλησή του στον κόσμο και να αναζητήσει την εσωτερική του ενότητα και καθαρότητα. Μόνο έτσι μπορεί να αποκατασταθεί ως δημιούργημα «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Θεού και να καθρεφτίσει μεσάτου τον όντως Όντα Θεό.
Σε τελική ανάλυση δηλαδή ο ησυχασμός δεν επιδιώκει τίποτε άλλο, παρά να επαναφέρει τον άνθρωπο στη φυσική του κατάσταση. Να τον αποκαταστήσει δηλαδή στην κατάσταση εκείνη, όπου είναι δυνατή και η τήρηση των εντολών του Θεού. Οι εντολές αυτές, που συνοψίζονται από το Χριστό στη διπλή εντολή της αγάπης («αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της ισχύος σου και εξ όλης της διανοίας σου, και τον πλησίον σου ως σεαυτόν» Λουκ. 10,27), ζητούν από τον άνθρωπο να στρέψει προς το Θεό και τον πλησίον του ολόκληρη την ύπαρξή του. Πώς όμως, μπορεί να το κάνει αυτό, αν δεν απαγκιστρωθεί από την προσκόλλησή του στον κόσμο και δεν απαλλαγεί από τη διάσπαση στην οποία βρίσκεται; Πώς μπορεί να δώσει ολόκληρη την καρδιά και το νου και την ψυχή του, και ολόκληρη γενικά την ύπαρξή του στο Θεό, και πώς μπορεί να αγαπήσει τον πλησίον του όπως τον εαυτό του, όταν ο ίδιος είναι μοιρασμένος και αιχμαλωτισμένος σε πάθη και επιθυμίες;
Χαρακτήρας
Η ησυχαστική θεολογία, ως ορθόδοξη θεολογία, έχει εμπειρικό χαρακτήρα. Ενώνει τη γνώση με τη ζωή. Έτσι, στηρίζει και εμπνέει τη ζωή. Η θεολογία αυτή αποτέλεσε το στήριγμα και την ανακαινιστική πνοή της Ορθοδοξίας κατά την περίοδο που ακολούθησε και ως σήμερα, όχι μόνο στον ελληνικό αλλά και στον σλαβικό κόσμο. Σ’ αυτή στηρίχθηκε το ορθόδοξο γένος κατά τη μακραίωνη περίοδο της δουλείας και αυτή ενέπνευσε το πλήθος των Νεομαρτύρων. Η περίφημη «Φιλοκαλία των ιερών νηπτικών», που δημο¬σιεύθηκε το 1782 από τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη και περιέχει συλλογή βασικών κειμένων ησυχαστικού περιεχομένου, είχε τεράστια απήχηση. Μεταφράστηκε σύντομα στη σλαβωνική γλώσσα και αποτέλεσε την πυξίδα της πνευματικής ζωής μοναχών και λαϊκών σε ολόκληρη την Ορθοδοξία.
Παράδοση
Η ησυχία, που καλλιέργησε ιδιαίτερα ο ορθόδοξος μοναχισμός, δεν περιοριζόταν στις έρημους, αλλά εισχωρούσε και στην καθημερινή ζωή των πιοτών μέσα στον κόσμο. Αυτό βεβαιώνεται σε ολόκληρη την παράδοση της Ορθοδοξίας. Ιδιαίτερα όμως επίκαιρη και επιτακτική γίνεται η ησυχαστική παράδοση στην ταραγμένη εποχή μας. Αυτή μπορεί να βοηθήσει τον ανήσυχο και κουρασμένο άνθρωπο να βρει την ηρεμία και την ψυχική του υγεία. Να βρει το νόημα και την πληρότητα της ζωής του.
Αν ο άνθρωπος δεν επιστρέψει στον εαυτό του, δεν μπορεί να βρει ούτε το Θεό ούτε την αληθινή ταυτότητα του, Σε όποιον γνωρίζει τον εαυτό του, σημειώνει ένας ασκητικός συγγραφέας, «η γνώσις των πάντων δίδοται» (Ισαάκ Σύρου, Λόγος 16, εκδ. 1. Σπετσιέρη, Αθήναι 1985, σ. 58). Επιστρέφοντας ο άνθρωπος στον εαυτό του και ανακαλύπτοντας την εικόνα του Θεού που υπάρχει μέσα του, οδηγείται στο αρχέτυπο της υπάρξεώς του, στο Δημιουργό του σύμπαντος κόσμου. Το φως του Χριστού απομακρύνει τη σύγχυση και την ακαταστασία από την ψυχή του ανθρώπου και φανερώνει την «κστ’ εικόνα Θεού» υπόστασή του.
Πηγή: Η Καθημερινή. «Επτά ημέρες». Αφιέρωμα: Η Βυζαντινή Θεσσαλονίκη, 25 Δεκεμβρίου 1992, σ.8.

Πέμπτη 25 Ιουλίου 2013

Γέρων Συμεών Γρηγοριάτης

Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2013

Γέρων Συμεών Γρηγοριάτης (+1918-1999). Μέρος Ε'. Τελευταῖο


    Γέρων Συμεών Γρηγοριάτης (+1918-1999). Μέρος Ε'

Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου

Στήν συμπεριφορά του ἦτο σάν ἕνα μεγάλο παιδί. Ἀπαλλαγμένος ἀπό κενοδοξίες, στενοκεφαλιές καί ὑποκρισίες, χαιρόταν νά τόν περιφρονοῦν. Ἐνίοτε φοροῦσε ἕνα ζωστικό, τό ὁποῖον εἶχε πλύνει μέσα σέ νερό μέ χλωρίνη, ὁπότε φαινόταν σάν νά εἶχε τριαντάφυλλα.
Ἐνῶ σέ ὧρες ἐργασίας του, μπροστά του εἶχε κρεμασμένο γιά ποδιά τό πλαστικό τσουβάλι καί μέ τήν μαύρη κάλτσα στό κεφάλι ἐνόμιζες ὅτι ἦτο ἕτοιμος νά παίξη θέατρο. Ἤθελε νά εἶναι θέατρο στόν κόσμο, ὅπως τό ἔλεγε καί τό ζοῦσε ὁ μέγας Ἀπόστολος Παῦλος. Δέν τόν ἐνδιέφερε, ἐάν τόν κακολογήση ὁ κόσμος, διότι εἶχε στραμμένο μόνιμα τόν νοῦ του στόν Χριστό.
Ὅταν ἐρχόταν κάποιος Ἐπίσκοπος στήν Μονή μας, ἐπήγαινε τελευταῖος καί τοῦ ἔβαζε μετάνοια. Ὁ Ἐπίσκοπος τοῦ ἔδινε τό χέρι του νά τό ἀσπασθῆ καί ὁ Γερο-Συμέων τοῦ ἔλεγε:
-Ὄχι ἐσύ, πρῶτα Αὐτός. (δείχνοντας μέ τόν χέρι του τόν Χριστό στό ἐγκόλπιό του) . Καί προσκυνοῦσε τόν Χριστό πού ἦτο στό ἐγκολπιό του καί μετά ἀσπαζόταν τό χέρι τοῦ Ἐπσικόπου.
Ἕνα μῆνα πρίν τόν ὁσιακό του θάνατο, δέχθηκε τήν ἐπίσκεψι τοῦ Θεοῦ μέσῳ κάποιας σοβαρῆς ἀσθενείας. Μεταφέρθηκε στό νοσοκομεῖο τῆς Μονῆς, ὅπου ἰατροί καί νοσοκόμοι τόν περιέθαλψαν μέ περισσή στοργή καί φιλαδελφία. Στό διάστημα αὐτό ἐπί δύο ἡμέρες ἔπαυσε νά κινῆται καί νά ὁμιλῆ. Πάντες τόν περιμέναμε ἤ νά ἐπανέλθη στήν ζωή ἤ νά ἀπέλθη τῆς παρούσης. Μετά ἀπό 2-3 ἡμέρες συνῆλθε καί τόν ἐρώτησαν οἱ Πατέρες:

-Ποῦ ἤσουν, Γέρο-Συμεών;
-Ἤμουν στόν Χριστό, ἦτο ἡ λακωνική του ἀπάντησις.
Μετά ἀπό τρεῖς ἡμέρες ἀνῆλθε ἡ ψυχή του στά οὐράνια νά ἀναπαυθῆ ἀπό τούς κόπους ἑξήκοντα ἐτῶν, στά ὁποῖα προσφέρθηκε θυσιαστικά στίς πιό ταπεινές καί κουραστικές διακονίες τῆς Μονῆς. Ἐκαυχᾶτο νά μᾶς τό λέγη ὅτι οὐδέποτε ἀρνήθηκε νά πάη σέ κάποιο διακόνημα πού τόν ἔστελλε τό Μοναστήρι.
Στήν στήλη παρατηρήσεων τοῦ Μοναχολογίου τῆς Μονῆς διαβάζουμε τά ἑξῆς λόγια γιά τόν μακαριστό Γέρο-Συμεών, ὅπως ἐγράφησαν ἀπό τόν Γραμματέα τῆς Μονῆς, τόν ἱερομ. π. Φώτιο:
"Ἡ ὅλη μοναχική του ζωή ἐπί 60 ἔτη ἦτο ἐν κρυπτῶ καί ἄκρᾳ ταπεινώσει προτιμῶν ἐπισταμένως τεχνιέντως καί ἐν ἐπιγνώσει τήν τελευταίαν θέσιν, ἐφαρμόσας ἐπιμελῶς τό "λάθρα βιώσας". Ἦτο παράδειγμα ταπεινώσεως καί ἐργατικότητος.
Διετέλεσεν προθυμότατος διακονητής εἰς πλεῖστα διακονήματα ἐξωτερικά καί ἐντός τῆς Μονῆς. Οὐδέποτε ἵππευσε καίτοι ἐπί πολλά ἔτη ἦτο Κοναξῆς εἰς Καρυάς ἤ διακονητής εἰς τήν οἰκίαν τοῦ Δάσους. Μέχρι τῆς πρό μηνός ἐκδημίας του καί ἐπί ἔτη εἶχεν κατ᾿ ἀποκλειστικότητα αὐτοπροαιρέτως τόν καθαρισμόν τοῦ λιθοστρώτου ἀπό Ταρσανᾶ ἕως τῆς πύλης τῆς Ἱ. Μονῆς. Πολλάκις γονυκλινής ἐκοπίαζε νά ἀφαιρέση καί φύλλα!
Ἀσθενήσας πρό ὀλίγων ἡμερῶν, ἐδέχθη τάς ἀόκνους φροντίδας καί περιποιήσεις τῶν πατέρων ἐν τῶ νοσοκομείῳ τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Μονῆς καί ἀνεπαύθη ὁσίως τήν 29ην Νοεμβρίου 1999. Αἰωνία του ἡ μνήμη.

Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου
Ἅγιον Ὅρος Ἄθω
2005
24  Ἰουλίου 2013
_______________________________________________
  Διαβάστε τά ὑπόλοιπα πατώντας   π.Δαμασκηνός - Γρηγοριάτικο γεροντικό

Από την ασκητική και ησυχαστική Αγιορείτικη παράδοση

Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2013

Παπά Μεθόδιος Καρυώτης. Μέρος Β'. Τελευταῖο. Από την ασκητική και ησυχαστική Αγιορείτικη παράδοση


Παπά Μεθόδιος Καρυώτης

   Κάποτε σε μια πανήγυρη του Αγίου Παύλου είχε θάλασσα και είχαν τραβήξει το ξυλοκάικο πάνω στον Αρσανά. Μετά την πανήγυρη 10-15 άτομα προσπαθούσαν να το ρίξουν στη θάλασσα και δεν μπορούσαν.
 Τότε τους είπε ο παπα-Μεθόδιος να κάνουν λίγο στην άκρη. Το τράβηξε μόνος του, αλλά όχι με τη δύναμή του. Προσευχήθηκε και ο Θεός τον δυνάμωσε.
   Διηγείτο και ένα συγκλονιστικό γεγονός που έγινε στη Ρουμανία: "Από ένα γειτονικό χωριό ένας καλόγερος έβγαλε τα ράσα και παντρεύτηκε.
Έκανε παιδιά, πέρασαν τα χρόνια και ήρθε η ώρα της κοιμήσεώς του. Τον ετοίμασαν και ειδοποίησαν τον Ιερέα να 'ρθει την τάδε ώρα για την κηδεία. Πήγε ο παπάς να τον σηκώσουν και βλέπει το σπίτι άδειο, δεν υπήρχε κανείς. Ανέβηκε πάνω και είδε μόνο το λείψανο. Απορούσε και αναρωτιόταν τι συνέβη.
   Τότε άκουσε βαριά βήματα στη σκάλα. Ξαφνικά βλέπει μπροστά του μια μεγάλη αρκούδα η οποία του είπε: "Τι ήρθες εδώ, για να διαβάσεις αυτόν; Αυτός ήταν καλόγερος και απαρνήθηκε το Σχήμα του. Όσα διαβάσματα θέλεις κάνε, αυτός είναι δικός μου".
Και αμέσως πήρε το λείψανο η αρκούδα και εξαφανίστηκε. Και τότε άνοιξαν τα μάτια του και είδε τον κόσμο που έκλαιγαν το νεκρό. Σάστισε, ήταν σα χαμένος και όταν συνήλθε κάπως, ζήτησε να τον πάνε στο σπίτι του. Δεν παρέμεινε να διαβάσει τη νεκρώσιμη ακολουθία.

Αφού συνήλθε και διηγήθηκε όσα συνταρακτικά είδε στους δικούς του, ζήτησε άδεια από την παπαδιά του και ανεχώρησε για το Άγιον Όρος όπου έζησε με άσκηση και μετάνοια".
   Ο παπα-Μεθόδιος γνώρισε αυτόν τον παπά, άκουσε από τον ίδιο το περιστατικό και αυτός το διηγείτο στους άλλους με έμφαση.
   Τον ρωτούσαν γιατί δεν παίρνει υποτακτικό και απαντούσε: "Τώρα άρχισαν να έρχονται Ρουμάνοι στο Άγιον Όρος, αλλά αυτοί είναι παιδιά του κομμουνισμού. Εμείς αλλιώς μάθαμε".
   Οι Αγιοπαυλίτες πατέρες αγαπούσαν τον παπα-Μεθόδιο και όταν ανέβαιναν στις Καρυές τους φιλοξενούσε στο Κελί του. Όταν πια γήρασε, τον παρακαλούσαν να τον πάρουν στο Μοναστήρι να τον γηροκομήσουν. Ήθελε μεν, αλλά φοβόταν μην τον κάνουν Πνευματικό, όπως έκαναν τον παπα-Μακάριο από τη Λάκκου Σκήτη, στον οποίον πήγαιναν πολλοί Ρουμάνοι απ' όλο το Άγιον Όρος και εξομολογούντο. Ο παπα-Μεθόδιος θεωρούσε τον εαυτό του ανάξιο, φοβόταν τις ευθύνες και έλεγε: "Εγώ δεν είμαι για τέτοια. Θα έχω ευθύνη μεγάλη. Που να βρω άκρη".
   Ο παπα-Μεθόδιος αρρώστησε τη Σαρακοστή του έτους 1979. Όπως αναφέρει ο γέροντας Παΐσιος, της Σταυροπροσκυνήσεως κάλεσε τον Ρουμάνο παπα-Χριστόφορο και τον έστειλε να ειδοποιήσει τον πατριώτη τους παπα-Ιωακείμ, που εγηροκομείτο στη Μονή Κουτλουμουσίου, ότι αύριο την ίδια ώρα θα πεθάνουν μαζί. Του ζήτησε και συγχώρεση σε ό, τι του έσφαλε. Ο παπα-Ιωακείμ πίστεψε στα λόγια του παπα-Μεθόδιου, ετοιμάστηκε και περίμενε με χαρά την ώρα του θανάτου του προσευχόμενος στην Παναγία.
 Την άλλη μέρα στις 5 με το Βυζαντινό εκοιμήθη ειρηνικά ο παπα-Ιωακείμ και την ίδια ώρα και ο παπα-Μεθόδιος, όπως το προγνώρισε και το προείπε. Ήταν 13 Μαρτίου 1979. Έφυγαν και οι δύο αγιασμένες ψυχές μαζί, γιατί ήταν παραδελφοί και είχαν πολλή αγάπη μεταξύ τους. Το ζήτησαν αυτό από το Θεό για να μην αποχωρισθούν ούτε σ' αυτή τη ζωή ούτε και στην άλλη.
   Την ευχή του να έχουμε. Αμήν.

 Από την ασκητική και ησυχαστική Αγιορείτικη παράδοση
Εκδόσεις
Ιερόν Ησυχαστήριον
"Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος"
σελ. 132-137
24 Ἰουλίου 2013
Για να διαβάσετε τα υπόλοιπα πατήστε  Ασκητική και ησυχαστική Αγιορείτικη παράδοση

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2013

ύδωρ ζων

ύδωρ ζων

Σαμαρείτιδα2Ο Σωτήρας μας Χριστός δεν έδωσε το ζων ύδωρ μόνο στους Σαμαρείτες και τους Ιουδαίους. Το έδωσε και εξακολουθεί να το δίνει μέχρι σήμερα σε κάθε άνθρωπο που έχει επίγνωση της πνευματικής του δίψας στην έρημο αυτής της ζωής. Κάποτε ο Κύριος στάθηκε στην Ιερουσαλήμ “και έκραξε λέγων· εάν τις διψά, ερχέσθω προς με και πινέτω” (Ιω. ζ’  37). Πρόεσεξε πώς το αναφέρει ο ευαγγελιστής: έκραξε. Ο Καλός Ποιμήν δεν ψιθυρίζει. Φωνάζει, κράζει το ποίμνιό Του, το καλεί στο νερό. Από την αγάπη Του για το ανθρώπινο γένος ο Χριστός στέκεται στη μέση της ερήμου αυτού του κόσμου και κράζει σε όλους τους ταξιδιώτες που είναι εξαντλημένοι από τη δίψα. Ευλογημένοι είναι όσοι ακούνε τη φωνή Του και Τον πλησιάζουν με πίστη. Ο Χριστός δε θα τους ρωτήσει ούτε ποια γλώσσα μιλάνε ούτε σε ποιο έθνος ανήκουν. Ούτε την ηλικία τους θέλει να μάθει, ούτε αν είναι πλούσιοι ή φτωχοί. Θα δώσει σε όλους ύδωρ ζων για να τους ενισχύσει και να τους αναζωογονήσει, να τους ανανεώσει και να τους αναγεννήσει, να τους υιοθετήσει, να τους βγάλει από το πύρινο καμίνι αυτού του κόσμου και να τους οδηγήσει στη γη της επαγγελίας.
Πόσο υπέροχο είσαι, ύδωρ ζων! Γλυκύτατε Σωτήρα μας, δροσερή, κρυστάλλινη και ανανεωτική πηγή, πόσο πλούσιος και ζωοποιός είσαι! Πνεύμα Άγιο, Παράκλητε, προσάγαγε στον Κύριο Ιησού όλους εκείνους που οι ψυχές τους διψούν για την αιώνια ζωή και κραυγάζουν: “Η ψυχή μου διψά για τον Θεό, για τον Ζώντα Θεό!”
(απόσπασμα από κείμενο του Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, επισκόπου Αχρίδας και Ζίτσας)
Εικόνα: Sadao Watanabe – η Σαμαρείτιδα

μια φορά κι έναν καιρό του 4ου αιώνα

μια φορά κι έναν καιρό του 4ου αιώνα



Οι πατέρες του 4ου αιώνα αν και η εκκλησία του Χριστού ήταν υπόδουλη στους αυτοκράτορες του Βυζαντίου και της ελληνορωμαϊκής εξουσίας, αγωνίζονται για το ξαναγύρισμα της εκκλησίας στην αποστολική παράδοση με την κοινοκτημοσύνη και την απλότητα της. Οι αγωνιστές πατέρες της σταυρωμένης εκκλησίας, κατόρθωσαν να ξεπεράσουν την πανάθλια εποχή τους και να αναδειχτούν, πραγματικά μεγάλοι και μάρτυρες της εκκλησίας μας.

Πώς είναι δυνατόν, θεολόγος ερευνητής της περιόδου αυτής, να μην εξάρει την εξέγερση κατά των κρατούντων, του Ευσταθίου, επισκόπου Σεβαστείας; Ο Ευστάθιος έγινε ο προστάτης των δούλων και με λόγια και με έργα οργάνωσε αντάρτικη ομάδα και ξεσήκωσε τους δούλους.

“Ευστάθιος και οι περί εκείνον, εδίδασκον και τοις δούλοις παρήνουν καταλιμπάνειν τους δεσπότας και της τούτων υπηρεσίας καταφρονείν».
(Ράλλη-Πότλη, Σύνταγμα ιερών Κανόνων)

Ο Ευστάθιος και οι σύντροφοί του, δίδασκαν και παρακινούσαν τους δούλους να εγκαταλείψουν τους δεσπότες και να τους καταφρονούν. Να μην εκτελούν τις υπηρεσίες, ούτε τις εντολές των αφεντάδων. Δεν είναι σωστός ο ισχυρισμός των δογματικών μαρξιστών πως ο Άγιος Βασίλειος  στο βάθος ήταν ένας μεταρρυθμιστής, ο οποίος ήθελε να συμβιβάσει τον πλούτο και την πτώχεια.[...]

Είναι γνωστό στους ερευνητές ιστορικούς, πως οι χρόνοι εκείνοι χαρακτηρίζονταν για την σκληρότητα, τον στεγνό και στυγνό ολοκληρωτισμό των κυβερνώντων και κατά συνέπεια, θα πρέπει  με θαυμασμό και σεβασμό να σταθούμε μπροστά σ’ αυτόν, τον γίγαντα της ορθοδοξίας, γιατί μόνο ένας πνευματοφόρος ιεράρχης, μπορούσε να απαντήσει με τόσο σθένος, στον απεσταλμένο του αυτοκράτορα Μόδεστο, ο οποίος με όπλο την βία και την αυτοκρατορική δύναμη, ήθελε να κάμψει τον άγιο Βασίλειο, για να προδώσει τις αρχές του.

Λέει ο Μόδεστος στον άγιο Βασίλειο :
Πώς τολμάς εσύ μόνος να εναντιώνεσαι στον αυτοκράτορα; Πώς δεν φοβάσαι την δύναμή μου;
Και τι μπορείς να μου κάνεις; Αποκρίνεται ατάραχα ο  Βασίλειος.
Μπορώ να σε εξορίσω, να σε βασανίσω και να σε σκοτώσω.
Άλλο τίποτα δεν έχεις να φοβερίσεις απ’ αυτά; Ρωτάει ο Βασίλειος. Γιατί απ’ αυτά τίποτα δεν φοβάμαι. Να μου πάρεις την περιουσία μου δεν μπορείς, γιατί ένα ρούχο έχω κι αυτό είναι παλιό. Η εξορία δεν με πτοεί, αφού όπου και εάν πάω, πρόσκαιρος είμαι. Όσο για τα βασανιστήρια, με τον πρώτο βασανισμό θα ξεψυχήσει το σώμα μου. Μα τέτοιο θάρρος δεν μου έδειξε κανένας άνθρωπος. Απαντάει ο ύπαρχος Μόδεστος. Ίσως δεν συνάντησες ποτέ επίσκοπο, αποκρίνεται ο Βασίλειος. 
(Γρηγόριος Ναζιανζηνός, εις Μ. Βασίλειο, Πατρολογία τ.36, )
Νικ. Β. Νικολάου, "σταυρός και σφυροδρέπανο", σελ 168-170

η μέθοδος των τριών

η μέθοδος των τριών




Τι έκανε το γερμανικό πνεύμα για το χριστιανισμό; Και για να περιοριστώ στον προτεσταντισμό, πόση μπύρα μέσα στον προτεσταντικό χριστιανισμό! Φαντάζεται κανείς μια μορφή πιο αποκτηνωμένη, οκνηρή, πιο vautree της χριστιανικής πίστης από τη μορφή ενός μέσου γερμανού προτεστάντη; Είναι αυτό το οποίο αποκαλώ ένας χριστιανισμός μετριόφρων: ένας χριστιανισμός ομοιοπαθητικός! Μου υπενθυμίζουν ότι υπάρχει επίσης στις μέρες μας ένας προτεσταντισμός άσεμνος, ο προτεσταντισμός των ιεροκηρύκων της Αυλής και των αντισημιτών κερδοσκόπων. Αλλά κανείς έως τώρα δεν βεβαίωσε ότι ένα οιονδήποτε πνεύμα κατοπτεύει απάνω σ’ αυτά τα νερά εκεί... Είναι μια μορφή πιο απρεπής του χριστιανισμού, καθόλου μια φόρμα πιο λογική...

Ο προτεσταντισμός, αυτή η ακάθαρτη διανοητικά και ανιαρή φόρμα της παρακμής, κάτω από την οποία μπόρεσε ο χριστιανισμός να διατηρηθεί στον μέτριο Βορρά. Πολύτιμος για τη γνώση, ως ετεροειδής και πολύπλοκος, κατά το μέτρο όπου συνένωσε μέσα στις ίδιες κεφαλές εμπειρίες φύσεως διάφορες, και πηγών διαφόρων.

(Φρίντριχ Νίτσε, «η θέληση για δύναμη», Αθήνα 2000, εκδ Αλφειός, σελ 271-272)




Είναι θλιβερό για κάθε Γερμανό το γεγονός ότι, αν και είμαστε έθνος στοχαστών, ελάχιστα κατορθώσαμε μέχρι σήμερα στο πεδίο της πολιτικής οικονομίας. [...] Μάταια, αλοίμονο, θ’ αναζητήσουμε στους επίσημους οικονομολόγους μας αυτή την ευρυμάθεια και την οξυδέρκεια, με την οποία παρουσιάζονται σ’ αυτό το πόνημα τα διάφορα ιστορικά στάδια της κοινωνίας κι οι συνθήκες ύπαρξης σε αυτά. Τέτοιου είδους μελέτες πάνω στις οικονομικές συνθήκες και τους νόμους της δουλοκτησίας, τις διάφορες μορφές δουλοπαροικίας και φεουδαρχίας, και τις καταβολές της ελεύθερης εργασίας, παραμένουν μέχρι τώρα εντελώς άγνωστες στους οικονομολόγους ειδήμονές μας. Θα θέλαμε μάλιστα ν’ ακούσουμε την άποψη αυτών των κυρίων πάνω στα όσα μας εκθέτει αυτό το βιβλίο (σημ. αναφέρεται στο «κεφάλαιο») για τη συνεργασία, τον καταμερισμό της εργασίας και τη βιοτεχνία, την εκμηχάνιση και τη μεγάλη βιομηχανία σε όλες τις ιστορικές και οικονομικές συνάφειες και συνεπαγωγές τους` έτσι κι αλλιώς, οι κύριοι αυτοί κάτι καινούργιο θα μάθουν, αν τις διαβάσουν. Τι θα είχαν να πουν άλλωστε για το γεγονός που διαψεύδει όλες τις παραδοσιακές θεωρίες περί ελεύθερου ανταγωνισμού - και το οποίο μας παρουσιάζεται εδώ με πλήθος παραπομπών σε επίσημα τεκμήρια κυρίως από την Αγγλία, την κοιτίδα του ελεύθερου ανταγωνισμού -, σύμφωνα με το οποίο δεν υπάρχει εκεί εργοστάσιο όπου η εργάσιμη ημέρα να μην καθορίζεται αυστηρά από το Κράτος και να μην επιβλέπεται από επόπτες εργασίας; Και που αποδεικνύει μάλιστα ότι, όχι μόνον ανθίζουν οι διάφοροι βιομηχανικοί κλάδοι ενώ μειώνονται οι ώρες εργασίας, αλλά και ότι ο ατομικός εργάτης παράγει περισσότερο ενώ δουλεύει λιγότερες ώρες απ’ ό, τι παλιότερα;

Αλοίμονο, δεν μπορούμε ν’ αρνηθούμε ότι είναι απόλυτα δικιολογημένο το πικρό ειρωνικό ύφος, που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας εναντίον των κατεστημένων γερμανών οικονομολόγων. Όλοι τους, άλλος περισσότερο κι άλλος λιγότερο, ανήκουν στους «χυδαίους οικονομολόγους» που ξεπούλησαν την επιστήμη τους για να κερδίσουν κάποια εφήμερη δόξα και που αρνούνται τις μεγάλες κλασικές παρακαταθήκες της. Μιλούν για «αρμονία» και ξεπέφτουν στις ευτελέστερες αντιφάσεις.

(Φρίντριχ Ένγκελς, «σύνοψη του ¨κεφαλαίου¨», Αθήνα 2009, εκδ Αλήστου Μνήμης, σελ 15, 17-18)

Οι γερμανοί θεωρητικοί άξιζαν σε μεγάλο βαθμό αυτό που τους συμβαίνει τώρα: νάτοι που γκρεμίζονται απ’ τα ύψη του Ουρανού τους, και οι ακαλλιέργητοι θεολόγοι κι οι ηλίθιοι αρχοντοχωριάτες τους μεταχειρίζονται σαν κυνηγετικά σκυλιά, τους τραβάνε απ’ τ’ αυτί για να ξαναμπούν στο σωστό δρόμο. Θα τους κάνει μεγάλο καλό αυτή η πτώση αν τους θεραπεύσει απ’ την αλαζονεία τους. Απ’ αυτούς μονάχα εξαρτάται αν θα αντλήσουν τώρα διδάγματα απ’ την ατυχία τους, αν θα καταλάβουν ότι βρέθηκαν παρατημένοι απ’ όλους μέσα στη σκοτεινή μοναξιά των κορυφών  και πως δε θα’ ναι ασφαλείς παρά μόνο μέσα στους κόλπους του λαού. Ποιός θα κερδίσει το λαό; Εμείς ή εσείς; Να τι φωνάζουν στους φιλοσόφους αυτοί οι άθλιοι ευνούχοι. Αίσχος για μια τέτοια συμπεριφορά! Αλλά δόξα και τιμή στους ανθρώπους που υποστηρίζουν τώρα νικηφόρα την υπόθεση της ανθρωπότητας! [...] λοιπόν, θάρρος! Θέλω να σπάσω τις αλυσίδες σας, ω εσείς Γερμανοί που θέλετε να γίνετε Έλληνες, εγώ ο Σκύθης!

(Μιχαήλ Μπακούνιν, «η αντίδραση στη γερμανία», Αθήνα 1987, εκδ Ελεύθερος Τύπος, σελ 44)

η ελεημοσύνη ως κίνδυνος

η ελεημοσύνη ως κίνδυνος




Όπως γνωρίζουμε, την ελεημοσύνη η Εκκλησία τη βλέπει σαν μια πολύτιμη δυνατότητα του ανθρώπου: τη βλέπει σαν το άνοιγμα στον άλλον και σαν την έμπρακτη απο-προσκόλληση από τα υλικά αγαθά. 

Ταυτόχρονα, ωστόσο, οι Πατέρες διακρίνουν εδώ έναν κίνδυνο. Η ελεημοσύνη μπορεί να διαστραφεί και να καταντήσει άλλοθι της κοινωνικής αδικίας, ιδίως όταν ασκείται από αυτόν που προκαλεί την κοινωνική αδικία. «Ποιό είναι το όφελος», λέει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, «αν δημιουργείς πολλούς φτωχούς με την εκμετάλευση και ανακουφίζεις έναν με την ελεημοσύνη; Άν δεν υπήρχε το πλήθος των εκμεταλευτών, δεν θα υπήρχε ούτε το πλήθος των εξαθλιωμένων». 

Παρόμοια ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ο Χρυσόστομος κ.α υπογραμμίζουν ότι ο πλούσιος που προσφέρει ελεημοσύνη, όχι μόνοδεν δικαιούται ανταμοιβή από τον Θεό, αλλά, αντιθέτως, είναι ένοχος για τις αδικίες που διαπράττει για να συσσωρεύσει τον πλούτο του.

Στο πνεύμα αυτό βρίσκουμε και κάποιες πολύ ενδιαφέρουσες κανονικές ρυθμίσεις. Ακολουθώντας τη βιβλική ρήση ότι «όποιος προσφέρει μια θυσία με των φτωχών τα χρήματα, είναι σαν να θυσιάζει ένα παιδί μπροστά στα μάτια του πατέρα του» (Σοφία Σειράχ 34:20), οι «Αποστολικές Διαταγές» (τον 4ον αιώνα) ζητούν από τους επισκόπους να μην αποδέχονται δωρεές πλουσίων οι οποίοι εκμεταλλεύονταν τους αδυνάτους. Και μάλιστα ζητούν να απορρίπτουν αυτές τις δωρεές, ακόμη κι αν η εκκλησία τους κινδυνεύει να καταστραφεί από την έλλειψη πόρων. Δεν μπορεί (λένε, σητν ίδια γραμμή, ο Μ.Βασίλειος και ο Ιωάννης της Κλίμακος), να γίνει ο Θεός συνένοχος ληστών και αρπακτών.


Διεκδίκηση και αντίσταση 


Σε κάποιο σημείο του έργου του ο άγιος Διάδοχος Δωτικής, (τον 5ον αιώνα) επισημαίνει ότι η ζωή του χριστιανού νοηματοδοτείται όχι από την οργή, αλλά από την αγάπη, ακόμα και προς αυτούς οι οποίοι τον αδικούν. Όμως (συνεχίζει) είναι λάθος να νομίσουμε πως η οργή οφείλει να λείψει εντελώς από τη ζωή του χριστιανού. Αυτό το οποίο οφείλει να ξερριζώσει ο πιστός, είναι ο στρεβλός προσανατολισμός της οργής, δηλαδή η χρήση της για την ικανοποίηση του εγωισμού του. Άν, όμως, η οργή φανερώνει φροντίδα για τον συνάνθρωπο, είναι θεμιτή. Αυτό, συνεπώς, που οφείλει να κάνει ο χριστιανός, είναι να οργίζεται εναντίον εκείνων που καταδυναστεύουν τους φτωχούς. Παρόμοια, ο Χρυσόστομος λέει ρητά ότι η οργή είναι φυσική δύναμη που εμφυτεύτηκε μέσα μας από τον Θεό, ακριβώς για να βοηθούμε τους αδικουμένους. Αντιθέτως, ο πόθος για τα χρήματα – συνεχίζει – δεν είναι φυσική δύναμη. [...]

Κάποτε ο αββάς Μακάριος της Αλεξάνδρειας προχώρησε ακόμα και σε απάτη, προκειμένου να περιθάλψει τους ανίατους της Αλεξάνδρειας. Πήρε χρήματα από μια πλούσια και φιλοχρήματη γυναίκα με την υπόσχεση ότι θα της αγόραζε πολύτιμους λίθους σε τιμή ευκαιρίας. Όμως τα χρήματα τα διέθεσε στη νοσηλεία των ασθενών.

Η Εκκλησία ήταν πάντα επιφυλακτική απέναντι στην άσκηση βίας. Στα Πατερικά κείμενα, ωστόσο, βρίσκουμε μερικές φορές τον προβληματισμό, ότι δεν είναι ίδιο πράγμα όλες οι περιπτώσεις βίας. Ο Χρυσόστομος, για παράδειγμα, καταδίκασε τις βίαιες ενέργειες του εξεγερμένου λαού της Αντιόχειας, αλλά τον υπερασπίστηκε ενώπιον του αυτοκράτορα. Κι εκεί πλέον, σε μιαν άλλη περίπτωση μιλάει προς τους εύπορους χριστιανούς και υπερασπίζεται τους πεινασμένους που καταφεύγουν στη βία: «δεν φρίττετε, δεν κοκκινίζετε από ντροπή, όταν χαρακτηρίζετε κακούργο αυτόν που παλεύει για το ψωμί του; Ακόμα κι αν είναι κακούργος, αξίζει να βοηθηθεί, αφού πιέζεται από την πείνα τόσο πολύ, ώστε αναγκάζεται να κάνει τέτοια πράγματα». Ο άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων δήλωνε ότι προκειμένου βα βοηθηθούν οι φτωχοί, δεν είναι καθόλου κακό αν μπορούσε κανείς να σκαρφιστεί τρόπους ώστε ακόμα και να γδύσει τους πλούσιους, ενώ ο άγιος Αθανάσιος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1289-1293 και 1303-1309) και εκ των πρώτων εισηγητών του ησυχασμού, πρωτοστάτησε σε μέτρα κοινωνικής μεταρρύθμισης και συνάντησε σφοδρή αντίθεση από επισκόπους και μοναχούς, όταν επιχείρησε να διαθέσει μοναστική περιουσία υπέρ των αδυνάτων.



Θανάσης Ν. Παπαθανασίου,

«προοπτικές της πατερικής σκέψης για μια θεολογία της απελευθέρωσης», 
στον τόμο «Βιβλική θεολογία της απελευθέρωσης, πατερική θεολογία και αμφισημίες της νεοτερικότητας», Αθήνα 2012 , εκδ Ίνδικτος, σελ 160-163